Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Άργος, ο μεσήλιξ παπαγάλος της Ιθάκης

Ο διανοητικά καθυστερημένος στρατηγός Μακ Άρθουρ, όταν το ΄σκασε σαν λαγός από το Κορεγκιντορ για να μην τον κόψουν φέτες τα Τζαπώνια, είχε υποσχεθεί ότι θα ξαναγύριζε. Πράγματι, ξαναγύρισε, τρία χρόνια μετά. Βέβαια, για να τηρήσει την υπόσχεσή του αυτό το μουλάρι, χρειάστηκε να βάψει τον Ειρηνικό κόκκινο από το πολύ αίμα. Κι αν οι σχιστομάτηδες ναυαρχαίοι και στρατηγοί δεν συναγωνίζονταν σε βλακεία τους ομοιόβαθμούς τους Αμερικάνους (και βέβαια αφαιρώντας από την ιστορία τις δύο χοντρομπόμπες), πιθανόν να είχε ξαναφύγει κυνηγημένος.

Γι’ αυτό λέμε πάντοτε ότι οι Ρώσσοι επιτελικοί ήταν μακράν οι κορυφαίοι γαλονάδες του εικοστού αιώνα, όπως θ’ αναλύσουμε προσεχώς, σε ειδικό άρθρο. Αυτά όλα, συν άλλα τέτοια αμιγώς χρηματιστηριακά κείμενα, στο νέο μπλογκ.

Τέλος πάντων, όπως κι ο ΜακΆρθουρ, έτσι κι εγώ, πιστός στην υπόσχεσή μου, γύρισα εδώ χάμω. Και μάλιστα αναίμακτα. Να πω ότι μου λείψατε, ψέμματα θα πω. Από την άλλη, να πω κι ότι δεν μου λείψατε, πάλι ψέμματα θα πω.

Από σήμερα και στο εξής, παίρνω αναφορά και μετράω κεφάλια. Όποιος λείπει και μετά τις 31 Αυγούστου, θα θεωρείται λιποτάκτης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ειδικά εν καιρώ πολέμου, όπως τώρα, καλή ώρα.

21 του μηνού Ιούλη σήκωνα το αποχαιρετιστήριο καλοκαιρινό μου άρθρο κι έγραφα, ο δαίμονας :

«Περνάμε μια τελευταία βόλτα από την αγορά να δούμε πού βρισκόμαστε. Βρισκόμαστε λοιπόν εκεί ακριβώς που βρισκόμασταν και εκεί θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναβρεθούμε . Εάν δεν μοιραστεί η τράπουλα, να πάνε τα φύλλα στους σοβαρούς παίκτες, σοβαρό παίγνιον δεν αρχίζει, άρα δεν χρειάζεται οι υπόλοιποι (οι ασόβαροι δηλαδή) να σπρωχνόμαστε, καθώς κάνει και ζέστη. Όπως τ’ αφήνω τώρα, έτσι υπολογίζω να τα βρω κι όταν γυρίσω, διότι τα χαρτιά δεν είναι μήτε σκύλοι μήτε γατιά, να ΄χεις την έγνοια τους όταν φεύγεις διακοπές. Ούτε θα πεινάσουν ούτε θα διψάσουν. Άστα λοιπόν ξαμολημένα κι ας πάνε όπου θένε, να βρουν το δρόμο τους μεσ’ στο κατακαλόκαιρο».

Ξαναλέω, 21 του μηνού Ιούλη, δηλαδή πριν ένα μήνα, με τον Γενικό Διακόπτη να κλείνει εκείνη τη μέρα στις 1570 μανάδες με μωρά παιδιά.

Γυρνάω πίσω ο σουρτούκης, έπειτ’ από τόσον καιρό περιπλανήσεων ανά την υφήλιο, από τις φαβέλες του Ρίο μέχρι τη Νήσο του Πάσχατος και τί βλέπω ; -Βλέπω το σπίτι μου αδιάρρηκτο, τα τιμαλφή μου στη θέση τους, τα φυτά μου ξεραμένα, τα μπονζάγια μου τσουρουφλισμένα -τα ψάρια μου όμως ακμαιότατα-, τις βεράντες μου μεσ’ στη σκόνη της Σαχάρας, το γραμματοκιβώτιό μου γεμάτο λογαριασμούς και τον Γενικό Δείχτη στις 1589 μονάδες συν κάτι ψιλά, αμελητέα.

Πετώντας τα φυτά στα σκουπίδια, σκέπτομαι ότι είχα δίκιο ο σατανικός Γκουρού.
«Βρισκόμαστε λοιπόν εκεί ακριβώς που βρισκόμασταν και εκεί θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναβρεθούμε».

Και ξαναβρεθήκαμε. Και πουθενά δεν πήγανε τα έρμα τα χαρτιά. Πουθενά δεν πήγε ο Δείχτης. Εδώ ήτανε, στο ίδιο ακριβώς σημείο και με περίμενε να γυρίσω πίσω, σαν τον σκύλο του Οδυσσέα, τον Άργο. Επί τη ευκαιρία, μια απορία, εύλογη πιστεύω: Η Τροία για να πέσει άντεξε 10 χρόνια, σωστά ; -Σωστά. Δηλαδή, όταν ο κερατάς ο Μενέλαος πήρε πίσω την ωραία Ελένη βαρέως μεταχειρισμένη, αυτή χρειαζόταν επειγόντως ΚΤΕΟ για να κυκλοφορήσει ξανά όξω. Τέλος πάντων, δεν είν’ αυτό το θέμα μου, ούτε λόγος μου πέφτει εμένανε στα κέρατα των αλλωνών. Άλλο ήθελα να πω. Έλεγα λοιπόν, ότι δέκα χρόνια ο Τρωϊκός και βάλε κι άλλα δέκα χρόνια περιπλανήσεων του Οδυσσέα, που στην πραγματικότητα ήταν μόνο τρία περιπλανήσεων, εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι ο μάγκας τα εφτά από τα δέκα χρόνια έρεψε στης Καλυψούς την κλίνη. Τέλος πάντων, δεν είν’ αυτό το θέμα μου, ούτε λόγος μου πέφτει εμένανε στα καβαλήματα των αλλωνών. Άλλο ήθελα να πω.

Ήθελα να πω δηλαδή, ότι ο Οδυσσέας έλειπε είκοσι χρόνια γεμάτα από το σπίτι του. Άρα, έλεος ρε παιδιά, αλλά και κουτάβι να τον είχε παρατήσει τον Άργο, δεν γίνεται να έζησε το σκυλί είκοσι χρόνια. Κανένα σκυλί δεν ζει είκοσι χρόνια. Ούτε καν τα τσιουάουα. Κι αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν ότι τότενες ο μέσος όρος ηλικίας γενικώς –ακόμη και των τσιουάουα- ήταν χαμηλότερος (ούτε χτηνιάτροι υπήρχανε ούτε τίποτα), φθάνουμε εύκολα στο συμπέρασμα ότι ο Άργος δεν μπορεί να ήτανε σκύλος. Με καμμία Παναγία δεν ήτανε σκύλος ο Άργος. Προσοχή, δεν λέω ότι δεν υπήρχε Άργος. Δεν είμαι ιερόσκυλος να αμφισβητήσω στα ίσα κοτζάμ Όμηρο. Λέω απλώς ότι δεν μπορεί να ήτανε σκύλος ο Άργος. Άλλο ζώο ήτανε.

Ανεξάρτητα από το τί λέει ο Όμηρος, εγώ εχτιμώ ότι ο Άργος πρέπει να ήτανε παπαγάλος αφρικάνικος, απ’ αυτούς τους γκρίζους τους ομιλούντες, οι οποίοι χτυπάνε λίγο-πολύ καμμιά ογδονταριά χρόνια και βάλε. Κορακοζώητοι αυτοί οι παπαγάλοι. Από την άλλη, δεν αποκλείεται ο Άργος να ήτανε ελέφας, διότι κι οι ελεφάντοι ζούνε πολύ, χώρια που διαθέτουν μνήμη φοβερή. Και για να θυμάσαι έναν μπάρμπα που έχεις να τον δεις από μικρό παιδί, απαιτείται ορισμένη μνήμη, όπως και να το κάνουμε.

Θέλω μ’ αυτά να πω ότι πρέπει πάντα να προσέχουμε τί μας σερβίρουν, ακόμη κι αν το γκαρσόν είναι ο ίδιος ο Όμηρος. Πόσο μάλλον εάν είναι κάνας γκουρού της φάπας. Χρηματιστηρικώς ομιλών, υπενθυμίζω πως πριν κάναν μήνα είχα εύστοχα (εννοείται) παρατηρήσει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως των προβλέψεων των βασικών αντιδεικτών μας, η καλύτερη λύση είναι η αποχή.

Συγκεκριμένα, ακριβώς στις 27 Ιουλίου, επεσήμαινα :
«Στην πραγματικότητα, η αγορά εξακολουθεί ατασική. Για να μην υπεισέλθω σε πολύπλοκους συλλογισμούς, αναφέρω απλώς το γεγονός ότι ο μεν Ανάποδος επιμένει long, η δε Ντόρα φρούμαξε και σορτάρει πλέον ο,τιδήποτε σε μετοχές και δείκτες, μέχρι και τον δείκτη της βενζίνης στ’ αμάξι της. Δύο τιτάνιες αντίρροπες δυνάμεις συγκρούονται και ουδείς μπορεί να προβλέψει τον νικητή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν δηλαδή τα συνήθη εργαλεία μας παρέχουν αντιφατικές πληροφορίες, η καλύτερη λύση είναι η αποχή. Εναλλακτικά, εάν βρισκόμαστε ήδη σε διακοπές, καλή λύση είναι και η απόχη ή και κάνα παραγάδι, γιατί όχι ;»

Μάλιστα κύριε. Πάλι άναυδο με άφησα. Ό,τι είπα γίνηκε, δηλαδή τίποτα δεν γίνηκε. Έτσι, ούτε άσκοπες κινήσεις έκανα ούτε χρόνο έχασα ούτε τη ζαχαρένια μου χάλασα, να κοιτάω το ασανσέρ του χαζοπίνακα ν’ ανεβαίνει από το υπόγειο στο ισόγειο και τούμπαλιν. Και σιγά τη διαδρομή δηλαδή. Επειδή όταν λέμε διακοπές, εννοούμε διακοπές. Στο αναμεταξύ, οι γνωστοί γκουρούδες έχουν εναλλαχθεί καμμία εικοσαριά φορές μεταξύ αρκουδιάς και ταυροσύνης, αναζητώντας –λέει- την τάση και περιμένοντας ακόμη το «καυτό χρηματιστηριακά καλοκαίρι, το γεμάτο εκπλήξεις». Ναι, μην ξεχάσετε να βάλετε και πυρίμαχο στολή. Πάει το καλοκαίρι. Καμμία έκπληξη.

Τώρα, το δελτίο καιρού για Σεπτέμβρη λέει ότι θα φάμε κάτι μποφώρια στο κεφάλι, οπότε ας έχουμε τις δραμαμίνες παραμάσχαλα. Θα χορέψουμε καλά, ετοιμαστείτε. Από Σεπτέμβρη λέμε. Θα τα πούμε αυτά, εγκαίρως.

Όπως είχαμε πεί, το «Κλέφτικο» σε λίγες μέρες μετακομίζει. Ίσως μάλιστα να μην λέγεται πλέον καν «Κλέφτικο», θα το δούμε αυτό. Τα μαζεύουμε και πάμε αλλού. Το βέβαιον είναι ότι θα συνεχίσουμε την πύρινη αρθρογραφία μας, πιστοί στις βασικές αρχές του Μπουσίντο, εάν βέβαια εξαιρέσουμε την ευθύτητα, τον σεβασμό, την πίστη, την εντιμότητα, τη μεγαλοψυχία και την αφοσίωση. Εντάξει, είπαμε, αλλά απλοί άνθρωποι είμαστε, όχι σαμουράηδες. Εάν ήταν να τηρούμε κατά γράμμα το Μπουσίντο, θα ήμαστάνε ο μίστερ Μιγιάγκι και θα κονομούσαμε από στιλβωτήρια αυτοκινήτων και σχολές πολεμικών τεχνών. Wax on-Fuck off. Άλλωστε, είδαμε πως πρόκοψε κι εκείνος ο Ντάνιελ-σαν, ο Βαράτε Κιντ λέω, που από τότε που σακάτεψε τους αμερικάνους καρατέκες δεν ξανάπαιξε ούτε σε επεισόδιο του Λάκη του Γλυκούλη.

Και τώρα, λίγο πριν καρφώσω στο έδαφος την ταμπέλα με τη νέα διεύθυνση, δώστε μου λίγες μέρες περισυλλογής και ενδοσκόπησης.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Προσεχώς, με νέο έργο

Aυτό ήταν μάγκες μου, πάει και τελείωσε και κλείνει ο σινεμάς. Τέρμα το «Κλέφτικο». Και για να προλάβω τυχόν λιποθυμίες, επεξηγώ : Τέρμα το «Κλέφτικο» απ’ αυτήν εδώ τη συχνότητα, από το blogspot δηλαδή. Άμα τη επανόδω όπως έχω ήδη προαναγγείλει, αρχινάμε τις εκπομπές από αλλού. Πού είναι αυτό το «αλλού», δεν θα το πούμε τώρα, αλλά μόλις επιστρέψουμε, με το καλό. Όχι τώρα. Λυπάμαι, αλλά είναι θέμα ραδιοπειρατικής πολιτικής και marketing του blog. Αλλά μόλις γυρίσω, θα δώσω αμέσως το χάρτη με τη νέα διεύθυνση, που θα είναι και η τελευταία μου κατοικία, στον μάταιο τούτο κόσμο.

Παράλληλα, οι ένοικοι -λέει- της πολυκατοικίας του δημοσιογράφου που καθαρίσανε οι Σεχταίοι, ζητάνε τώρα προστασία από την αστυνομία. Οι κακές οι γλώσσες λένε πώς και οι Σεχταίοι ζητάνε προστασία από την αστυνομία. -Το πιάσατε, έτσι ; Τώρα, η αλήθεια είναι πως η πολιτσία έβαλε τα χέρια της κι έβγαλε τα μάτια της, διότι δήλωσε απερίσκεπτα ότι «όλοι κινδυνεύουν» από τις επιθέσεις της Σέχτας. Το άκουσε αυτό ο κόσμος και τώρα όλοι ζητούν προστασία. Οι πάντες. Από τους ενοίκους της πολυκατοικίας, μέχρι κάτι αστρολόγους bloggers, που ανησυχούν μήπως έχουν ενοχλήσει σφόδρα τους επαναστατικούς κύκλους με τα μελλοντολογικά μανιφέστα τους και φοβούνται τώρα μήπως φάνε καμιά αδέσποτη. Γενικά, είναι της μόδας να το παίζεις ότι είσαι -και καλά- "στόχος" της Σέχτας. Υποδηλώνει ορισμένο κύρος. Είσαι κάποιος. Ενώ, εάν δεν απειλείσαι απο κανέναν, είσαι ο τίποτας.

Παρατηρήθηκε ωστόσο ότι από την ημέρα του φονικού έπεσε μούγκα στα blogs. Οι μεν φοβούνται μην τυχόν γίνουν στόχος της Σέχτας. Οι δε φοβούνται μην τυχόν γίνουν στόχος της ΕΛΑΣ και βρουν κάνα μπελά στα καλά του καθουμένου. Οπότε, το ελάχιστο που έχει να κάνει κανείς αυτές τις πονηρές ημέρες, είναι να προσέχει τις διατυπώσεις του, τηρώντας πάνω απ’ όλα μια άλφα ουδετερότητα. Για να μη μείνω στη θεωρία, να δώσω κι ένα παραδειγματάκι επιτηδευμένης διατύπωσης, να ξέρουν πάνω-κάτω κι οι εκκολαπτόμενοι bloggers σε ποιό πλαίσιο θα πρέπει να κινηθούν. Γράφεις ας πούμε :

«Καταδικαστέα η ενέργεια της Σέχτας κι ας ευχηθούμε αυτό το περιστατικό να ήταν το τελευταίο στην αιματηρή αλυσίδα τέτοιων επιθέσεων. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η ΕΛΑΣ, στην προσπάθεια διαλεύκανσης της υπόθεσης, θα πράξει εις το ακέραιο το καθήκον της, με βασικό κριτήριο και μέλημα την προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του πολίτη».

Σούπερ. Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ. «Καταδικαστέα», λέει, η ενέργεια. Δηλαδή, γενικώς καταδικαστέα. Δεν καταδικάζεις εσύ προσωπικά, δεν την παίρνεις πάνω σου την καταδίκη. Πάμε παρακάτω. «Το περιστατικό», λέει. Δεν λέει δηλαδή «τρομοκρατικό χτύπημα», «δολοφονία», «εν ψυχρώ εκτέλεση», καθόλου τέτοια πράγματα. Σκέτο «περιστατικό». Έπειτα, λέει «ας ευχηθούμε», που ας ευχηθούμε δεν λέει τίποτε επί της ουσίας. Δεν χτυπιέται, δεν απαιτεί, δεν επιτάσσει σύλληψη των δραστών, απλώς εύχεται, όπως λέμε «στην υγειά μας βρε παιδιά», όταν τσουγγρίζουμε με τον κυρ-Σπύρο, τον γνωστό χαμηλόμισθο υπαλληλίσκο της ΝΕΤ.

Εν συνεχεία, κοιτάμε να περάσουμε αλώβητοι κι από την άλλη συμπληγάδα, που λέγεται αστυνομία. Κι εδώ, κάτι πρέπει να πεις, αλλά και πάλι δίχως να προκαλέσεις. Λες λοιπόν τις ανωτέρω γενικόλογες παπαριές, χειρότερες δηλαδή κι απ’ αυτουνού του κανούργιου βαζελοπροέδρου. Κάτι τέτοιες αόριστες μπουρδολογίες αμολάει κι αυτός, εξ’ ού και τον πήρανε για Πρόεδρο, επειδή έχει το μπλα-μπλα του και διαθέτει πλατύ γνωστικό υπόβαθρο, ως αντιβιοτικό ευρέως φάσματος, τύπου αμοξίλ. Κι από μπάλα ξέρει (έτσι λέει), κι από πολιτική ξέρει (άλλοι λένε πως δεν ξέρει την τύφλα του) κι από ανθρώπινα δικαιώματα ξέρει κι από πράσινη ανάπτυξη ξέρει κι από γκόμενες ξέρει κι από καλό κόσμο ξέρει και σουλουπωμένος είναι, όχι δηλαδή σαν το άλλο το μοσχάρι το αξούριστο, που το είχανε μέχρι πρότινος για μπροστινό, να χαλάει όλη τη μόστρα της ΠΑΕ. Το οποίο μοσχάρι είναι ολόφτυστο με το άλλο το μοσχάρι, το καινούργιο ερυθρόλευκο. Ούτε δίδυμοι να ήταν. Δίδυμοι Χοίροι. Ίδια σαπιοκοιλιά, ίδια μοσχαροκεφαλή, ίδια γουρουνόφατσα, ίδιο μούσι (για να κρύβει τα χάλια) ίδιο κι απαράλλαχτο σουλούπι ασουλούπωτο. Άμα το βαρύ τίμημα για να ‘χουμε βαπόρια είναι να ‘χουμε τέτοια μούρη, άσε, να μας λείπει καλύτερα.

Αφήνουμε το αστυνομικό ρεπορτάζ και περνάμε μια τελευταία βόλτα από την αγορά να δούμε πού βρισκόμαστε. Βρισκόμαστε λοιπόν εκεί ακριβώς που βρισκόμασταν και εκεί θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναβρεθούμε . Εάν δεν μοιραστεί η τράπουλα, να πάνε τα φύλλα στους σοβαρούς παίκτες, σοβαρό παίγνιον δεν αρχίζει, άρα δεν χρειάζεται οι υπόλοιποι (οι ασόβαροι δηλαδή) να σπρωχνόμαστε, καθώς κάνει και ζέστη. Όπως τ’ αφήνω τώρα, έτσι υπολογίζω να τα βρω κι όταν γυρίσω, διότι τα χαρτιά δεν είναι μήτε σκύλοι μήτε γατιά, να ΄χεις την έγνοια τους όταν φεύγεις διακοπές. Ούτε θα πεινάσουν ούτε θα διψάσουν. Άστα λοιπόν ξαμολημένα κι ας πάνε όπου θένε, να βρουν το δρόμο τους μεσ’ στο κατακαλόκαιρο. Τώρα, άμα τύχει και γίνει κάνα συγκλονιστικό μέσα στον Αύγουστο, που δεν το βλέπω δηλαδή, ρίξτε κάνα τηλέφωνο οι γκουρούδες, να κάνουμε κι εμείς τα κουμάντα μας. Αλλά να μην με ενοχλήσετε, παρά μόνον εάν σπάσουμε για κάτω τις 1176 μονάδες και για πάνω τις 1934. Σε καμία άλλη περίπτωση.

Όπως ένας τύπος στη παραλία σε νησί, καλοκαίρι του ’99, με το κινητό στο χέρι : «-έλα ρε μαλάκα, τί γίνεται ; -Α, ναι ; -Πάλι κερδάμε ; -Τι θα γίνει ρε με μας ; Όλο κερδάμε». Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια. Πάλι τηλέφωνο, πάλι κερδάνε. Και κερδάνε και ξανακερδάνε. Βουτιές στη θάλασσα, ψαράκια, ουζάκια και να πάνε να κουρεύονται όλοι. Ε, μετά δεν ξέρω τί απέγινε. Μπορώ να φανταστώ όμως.

Πείτε μου τώρα εσείς οι κουλτουριαραίοι με την κλασσική παιδεία, τί γίνεται πάλι εκεί χάμω, στην Επίδαυρο ; Διαβάζω πάλι κάτι καραγκιοζιλίκια και μου σηκώνεται η τρίχα στο σβέρκο (θέλω και haircut πριν φύγω, τώρα που το θυμήθηκα). Kάτι Λυσιστράτες μυστήριες, με κάτι μηχανάκια πάνω στη σκηνή, κάτι παλιά κρεβάτια, κάτι τύπους ντυμένους βραζιλιάνες καρναβαλιτζούδες , κάτι σουτιέν που μετά γίνονται γραβάτες, «με πνεύμα» λέει «Μάη ’68» και τέτοιες παπαριές. Μα καλά, υπάρχει στ’ αλήθεια κόσμος που πάει και πληρώνει λεφτά να δεί τέτοιες αηδίες ;

Και στο καπάκι βλέπω και κάτι άλλους τύπους, όχι εδώ όμως, πιο πέρα, εκεί κάτω, στις Συρακούσες. Όπου υπάρχει ένα Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος, από το 1914 μέχρι και σήμερα ακόμη και το παλεύουν οι άνθρωποι, ανεβάζοντας παραστάσεις κάθε χρόνο, έργα αρχαία ελληνικά. Teatro Greco λέγεται το θέατρο κι έχουν δουλέψει εκεί από Γκάσμαν και Ζαρέσκι, μέχρι Παζολίνι και Ειρήνη Παπά. Αυτοί πάλι έχουν άλλο σκεπτικό. Αντί να πιάσουν το έργο και να του αλλάξουν τον αδόξαστο, σαν κάτι άλλους δικούς μας μάγκες (όχι τζάμπα όμως, επιδοτούμενους), που έχουν μπερδέψει το κλασσικό κάλλος με τον κάλο που έχουν στον εγκέφαλο, αυτοί λοιπόν στις Συρακούσες εμμένουν στο κείμενο και στην παραδοσιακή φόρμα των παραστάσεων. Επειδή έχουν καταλάβει ότι τα συγκεκριμένα πρωτότυπα είναι αξεπέραστα, ήδη ολοκληρωμένα και κάθε προσπάθεια «μοντερνισμών» και «σκηνοθετισμών» δήθεν, αποτελούν προσβολή για το έργο και κατ’ επέκταση για τον θεατή. Έτσι την έχουν δει αυτοί οι τύποι.







Θέλω να πω, ο Αίας είναι κανονικός Αίας, δεν είναι αδελφή ξεφωνημένη. Η Αθηνά είναι Αθηνά με δόρυ και περικεφαλαία, όχι με ταγάρι και μπλουζάκι ¨Μake love not War". Δεν ανεβάζουν Harley Davidson επί σκηνής, καθόσον αντιλαμβάνονται ότι ο Ευριπίδης ουδεμία σχέση είχε με τους Blue Oyster Cult (καλά, εκείνος ο Μπάκ Ντάρμα, τί κιθαρισταράς είναι ο άτιμος ;). Επίσης, δεν ανεβάζουν στη σκηνή γκοτζαμάνικο τρίκυκλο, όπως ένας άλλος καραγκιόζης, πρόπερσι στην Επίδαυρο, ένας που του πετάξανε σάπια ζαρζαβατικά μου φαίνεται και ν’ αγιάσει το χεράκι τους, των εύστοχων. Δεν ντύνουν τους ηθοποιούς τραβεστί, με παλιά κουρέλια από το βεστιάριο του Δελφιναρίου, δεν επενδύουν μουσικά το έργο με Στραβίνσκι ή ξέρω γω με Ορνέτ Κόλμαν, δεν φωνάζουνε ξέμπαρκους ατάλαντους ηθοποιούς από χειμερινά σήριαλς, που την είδαν ξαφνικά έντεχνοι κι είπαν να χτίσουνε προφίλ στην πλάτη του Σοφοκλή.


Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι σέβονται. Ήρθαν κι εδώ, να δείξουν τη δουλειά τους, με τρείς παραστάσεις, από τις οποίες απομένει μου φαίνεται μία ακόμη, η «Φαίδρα», στις 22 και 23 τρέχοντος, θέατρο Ειρήνης Παπά. Τώρα θα μου πεις, «σιγά να μην τρέχω στους μαφιόζους. Επίδαυρο θα πάω, να δω Λυσιστράτη, να με δούνε κιόλας, άσε που έχει κι επώνυμους και μοντέλα στην εξέδρα». Ναι, ναι, ξέρω. Στην εξέδρα των επισήμων.

Τα λέμε για λίγες μέρες ακόμη από δω χάμω. Καλά να περάσετε όλοι. Όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι. Οι πάντες όλοι.

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Γκρίζες Ζώνες στον Μπερντέ

Mου ζητήθηκε να εκπονήσω μίαν εμπεριστατωμένη μελέτη πάνω στο φλέγον ζήτημα της υπηκοότητος του Καραγκιόζη, κατόπιν της πρόσφατης απόφασης της UNESCO,που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Ως γνωστόν, τουλάχιστον σε όσους παρακολουθούν συστηματικά τα διάφορα καραγκιοζιλίκια που καθημερινά μας σερβίρονται διά του τύπου, κάποιοι καραγκιόζηδες από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού της Τουρκίας είχαν προσφύγει στην UNESCO, ζητώντας από τους εκεί καραγκιόζηδες την αναγνώριση της τουρκικής ως της αυθεντικής υπηκοότητας του Καραγκιόζη.

Πριν απ’ όλα, θα ήθελα να συγχαρώ τους τουρκαλάδες καραγκιόζηδες δημοσίους υπαλλήλους του ανωτέρω υπουργείου, για τη φιλοπονία τους. Τουλάχιστον εκείνοι φροντίζουν να δικαιολογούν τον μισθό τους, έστω και ανακαλύπτοντας ορισμένο έργο εκεί που δεν υπάρχει. Να θυμίσω ότι ο Έλλην ομόλογος του Τούρκου ομολόγου καραγκιόζη υπουργού τουρισμού, κύριος Άρης, το μόνο που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της θητείας του ήταν να παραγγείλει τριάντα χιλιάδες μπαλάκια αντι-στρες, με το λογότυπο του ΕΟΤ απάνω, μπαλάκια που μας πήγανε δεν ξέρω και γω πόσες χιλιάδες ευρώ. Καραγκιοζιλίκια, θα πεί κάποιος. Λάθος : -Η συγκεκριμένη δαπάνη κρίνεται σήμερα ανελαστική, ιδίως εάν ληφθεί υπ’ όψιν το άγχος που θα τράβηξαν οι κακομοίρηδες οι –χιλιάδες, ανά την υφήλιο- υπάλληλοι του ΕΟΤ, μπροστά στο φάσμα της απολύσεως. Άρα τα μπαλάκια πιάσαν τόπο, στα ιδρωμένα χέρια των τσιτωμένων υπαλλήλων. Πάει αυτό.

Λέγαμε λοιπόν για τον Καραγκιόζη. Να σημειώσουμε μία λεπτομέρεια, ότι δηλαδή οι Τούρκοι ζήτησαν να ανακηρυχθούν ως μεμέτηδες μόνον ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης. Καμία άλλη φιγούρα. Μόνον αυτοί οι δύο, Καραγκιόζης και Χατζηαβάτης. Έχει σημασία αυτό και θα δούμε κατόπιν για ποιόν λόγο.

Δεν συνηθίζω να μασάω τα λόγια μου, ούτε και τώρα θα το κάνω. Ο Καραγκιόζης θα μπορούσε και να είναι όντως Τούρκος. Κάτι τέτοιο μαρτυράει τ’ όνομά του, όπως και το σουλούπι του. Το μαρτυράει ιδίως το γεγονός ότι προσκυνάει Αγά Τούρκο. Εκτός δηλαδή κι αν είναι ο Πήλιος Γούσης, δεν εξηγείται διαφορετικά να προσκυνάει Αγά Τούρκο. Και εδώ βρίσκεται το κλειδί της υπόθεσης : Προσκυνάει Τούρκο Αγά, διότι απλούστατα η πλοκή αναφέρεται στην ιστορική περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρά τους όποιους μοντερνισμούς και αυθαιρεσίες, που συχνά ενσωματώνουν στην υπόθεση οι συμπαθείς καραγκιοζοπαίκται. Από την άλλη, ο αντίλογος : -Εάν είναι Τούρκος, τότε πώς γίνεται να έχει ξωμείνει μ' αυτήν την καψερή την Αγλαϊα, ε ; -Πού είναι το χαρέμι του, ε ; Φυσικά, αυτό δεν το σκέφτηκε κανείς από τα δικά μας τα τζιμάνια. -Επίσης, γιατί δεν φοράει φέσι, ε ; Σας κόλλησα στον τοίχο, παραδεχτείτε το.

Δεν -επαναλαμβάνω, δεν- είναι Τούρκος ο Μπαρμπα-Γιώργος, ούτε ο Νιόνιος ο Ζακυνθινός, ούτε και ο Μορφονιός ο γίγαντας (αυτό δα μας έλειπε). Γι’ αυτό άλλωστε δεν τόλμησαν οι τουρκαλάδες δημόσιοι υπαλληλοι να προσβάλουν την εξόφθαλμη ελληνικότητα αυτών ειδικά των χαρακτήρων. Θα έλεγα μάλιστα ότι κατά κάποιο τρόπο πιάστηκαν και μαλάκες οι Τούρκοι, διότι θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν συμπεριλάβει στην προσφυγή τους και τα τρία κολλητήρια, που ως γνήσια τέκνα Τούρκου υπηκόου, θα έπρεπε να είναι και αυτά –de jure- τουρκόσποροι, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αμφιβάλλω επίσης για την τουρκότητα του Χατζηαβάτη. –Από πού κι ως πού Τούρκος ο Χατζηαβάτης, που μέχρι τα Ιεροσόλυμα είχε πάει, να προσκυνήσει ; Ιεροσόλυμα λέμε, όχι Μέκκα.

Τώρα, η διευθύντρια του Νεότερου Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού, κάποια κυρία Τέτη Χατζηνικολάου, ισχυρίζεται ότι "ο Καραγκιόζης αποτελεί άυλη φιγούρα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας". Μα, κυρία μου, καρφώνεσαι από μόνη σου, χρησιμοποιώντας τον όρο «κληρονομιά». –Από πού τον κληρονόμησες δηλαδή τον Καραγκιόζη ; -Από τους Αζτέκους ή από τους Σουμέριους ; Από τους Τούρκους τον κληρονόμησες, όπως κληρονόμησες το ιμάμ μπαϊλντί, τον τζουρά τον τρίχορδο και τα σιχτίρια εν γένει. Δεν είναι δα και ντροπή.

Κυβερνητικοί παράγοντες αναφέρουν, λέει, ότι η μοναδική περίπτωση να συμπεριληφθούν και οι πολιτιστικές ενστάσεις της Ελλάδας όσον αφορά τον Καραγκιόζη είναι «να υπάρξει ένα είδος συμφωνίας με την Τουρκία». –Δηλαδή, τί είδους «συμφωνίας» ρε παιδιά ; Να καταλήξουμε, ας πούμε, ότι ο Καραγκιόζης είναι κάνας ομογενής από την Πόλιν; Δεν τον κόβω και πολύ για Κωνσταντινουπολίτη τον μαυρομάτη. Μάλλον για ανατολίτη, θα έλεγα. Άνκαραγκουτσού, Γκεντσλερμπιρλιγκί και βάλε.

Για να βοηθήσω κάπως την κατάσταση, θα πρότεινα να ενσωματωθεί στο σχετικό μνημόνιο ειδική διατύπωση, που να ξεκαθαρίζει ότι ναι μεν ο Καραγκιόζης τυγχάνει Τουρκικής υπηκοότητος, πλην όμως φρονήματος ελληνικού.

Εν πάση δε περιπτώσει, για να ολοκληρώσω τη γνωμοδότησή μου, θεωρώ ότι θα μπορούσαμε τελικά να αναγνωρίσουμε την απώτερη τουρκική προέλευση του Καραγκιόζη, υπό τον αναγκαίο όρο όμως της ταυτόχρονης ρητής παραδοχής ότι το ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΙΛΙΚΙ είναι αποκλειστικά ελληνικό προϊόν και γέννημα της σύγχρονης νεοελληνικής κουλτούρας. Έτσι μάλιστα.

Κι αν δεν μας πιστεύουν εκεί κάτω στο Άμπου Ντάμπι, τους πάμε καμιά κασέτα με τίποτα πρωϊνάδικα, Αυτιάδες, Παπαδάκηδες και λοιπούς, τίποτα Τσαλίκηδες, Βανδήδες, καμιά Τζούλια, καμιά Ρούλα, κάναν Ψινάκη, καμιά τζουτζούκα-Μανωλίδου, κάναν Τζοχατζόπουλο, τέτοια ακλόνητα στοιχεία, να τυλίξουμε τους τουρκαλάδες σε μια κόλλα χαρτί, να μην μας κουνιούνται και καλά για τον Καραγκιόζη τους. Εμείς διαθέτουμε πολύ περισσότερους και πολύ καραγκιοζέστερους.
Τέλος, υπενθυμίζω ότι θα πρέπει να πατήσουμε πόδι ειδικά στο θέμα του Χατζηαβάτη, που δεν είναι Τούρκος ούτε με σφαίρες. Ξυπνάτε επιτέλους, κόπροι του υπουργείου : -Αξιοποιήστε τις γκρίζες ζώνες του θεάτρου σκιών, προς όφελός μας.

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

"Δεν λειτουργεί"

O διαβόητος «Μεζούρας», ο γνωστός τερατόμορφος πρώην δικαστής Ντρεντ και ήδη τρόφιμος της μπουζουριέρας Κορυδαλλού, απέκτησε το προσωνύμιό του λόγω της ιδιαίτερης συνήθειας να ΑΠΟΓΡΑΦΕΙ σε ειδικό αρχείο το ύψος πανύψηλων αλλοδαπών καλλονών, των λεγομένων και «δίμετρων».

Κάνω εδώ μια παρένθεση, για να παρατηρήσω ότι ποτέ δεν κατάλαβα σε τί ακριβώς συνίσταται η γοητεία μιας γυναίκας ύψους διακοσίων –ή και περισσότερων- εκατοστών του μέτρου. Ακούω καμιά φορά κάτι λιγούρηδες που σχολιάζουν μεταξύ τους «-πωωωωπω, πάρε μάτι το δίμετρο που έρχεται». Γυρνάω προς την πλευρά που πλησιάζει το «δίμετρο» και σχεδόν πάντα βλέπω μια μπατάλω, πάντως όχι πάνω από 1,75 cm, σε κάθε περίπτωση και διερωτώμαι πόση στραβομάρα πρέπει να έχει κανείς για να μην μπορεί να διακρίνει μια διαφορά ύψους της τάξης των εικοσιπέντε ολόκληρων εκατοστών και βάλε. Αυτός εκεί, το χαβά του, «-πωωωωωπω, τί άπαιχτο δίμετρο είν’ αυτό ;». Ρίχνω μια ματιά και στον γκαβούλιακα : Κοντός, χοντρός, στραβοχυμένος και κατά τα λοιπά μου θέλει και «δίμετρο». –Να το κάνει τί το δίμετρο; Αγνοώ. Όπως το βλέπω εγώ, η μόνη χρησιμότητα ενός «δίμετρου» δίπλα σ’ έναν χάλια, που εντούτοις κατά τα λοιπά ίσως και να πέρναγε απαρατήρητος, είναι να τον κάνει εντελώς περίγελω. Αλλά φαίνεται ότι ορισμένοι τη βρίσκουν να γίνονται ρόμπα.

Τέλος πάντων, λέγαμε για τον Μεζούρα και τις ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ που έκανε με τη μεζούρα του, πάνω σε κάτι φουκαριάρες ξένες, που είχαν την ατυχία να πέσουν στο δρόμο του. Ο Μεζούρας δεν ήταν όπως αυτοί οι τύποι στις καφετέριες, που απλώς ονειρεύονται δίμετρες. Ο Μεζούρας ήταν μεθοδικός, ήθελε να ξέρει το ακριβές ύψος της καθεμιανής. Ο Μεζούρας ήθελε, όταν λέμε δύο μέτρα, να εννοούμε δύο μέτρα. Όπως όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια. Ή όπως όταν λέμε δεκαπέντε χρόνια ειρκτή, εννοούμε δεκαπέντε χρόνια ειρκτή. -Ή μήπως όχι ; Κάπου τόσα μου φαίνεται έχει φάει κι ο Μεζούρας. Δεκαπέντε εννοώ, όχι ισόβια.

Ο οποίος Μεζούρας βέβαια, με τη συμπεριφορά του έθεσε εαυτόν εκτός δικαστικού σώματος, διότι ως γνωστόν το δικαστικό σώμα αποτελείται από ακέραιους ανθρώπους, δίχως μεζούρες στην τσέπη και παρτίδες με αλλοδαπές φοράδες. Έτσι είναι. Για τον ίδιον ακριβώς λόγο, είχε παλαιότερα τεθεί εκτός σώματος και ένας άλλος, εάν θυμάστε, ένας περίεργος χλεμπονιάρης γυαλούμπας που του είχανε βγάλει και τραγούδι σκωπτικό, ο σατανάς ο Ρασούλης μου φαίνεται του το είχε βγάλει, που έλεγε «γειά σου κύριε εισαγγελέα, με τη Τζένη την ωραία». Τώρα, για να λέμε την αλήθεια, η «Τζένη» δεν ήτανε ωραία, τουλάχιστον όχι πριν το πρωϊνό κόντρα-ξούρισμα, με προσάρ-αφρότερο-αφρό. Και πολύ περισσότερο, δεν ήτανε καν «Τζένη», αλλά αυτά είναι τα βίτσια τα μυστήρια του καθενός κι εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Κι όπως φαίνεται, επειδή ακριβώς δεν μας πέφτει λόγος, μας πέφτει ράβδος. Έτσι εξηγούνται όλα.

Όπως και να ΄χει το πράγμα, σε όλες τις καταστάσεις υπάρχει και μια φωτεινή πλευρά. Ας πούμε, εν προκειμένω, ο Μεζούρας και ο χλεμπονιάρης, όπως κι η άλλη η Μπουρμπούλαινα, αλλά και μια άλλη που ήτανε σαν κομοδίνο -δεν θυμάμαι όνομα, αλλά τα έπιανε πολύ χοντρά- όλοι αυτοί λοιπόν, καθώς τους κλωτσήσανε όξω από το δικαστικοεισαγγελικοαπαυτό σώμα, τη γλιτώνουνε τώρα την απογραφή.


Οι υπόλοιποι όμως, οι εν ενεργεία (οι ενεργητικοί που λένε), δεν την γλιτώνουνε την απογραφή. Βεβαίως, είναι γεγονός ότι σηκώσανε μπαϊράκι και αρνούνται να πειθαρχήσουν, ισχυριζόμενοι ότι του λόγου τους δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά «δημόσιοι λειτουργοί». Άλλο υπάλληλος, άλλο λειτουργός, μην τα συγχέουμε. Κατ’ αρχήν, μια πρώτη διαφορά είναι ότι ο δημόσιος υπάλληλος είναι «υπό», όπως μαρτυρεί και τ’ όνομά του : ΥΠ-άλληλος. Ενώ ο δημόσιος λειτουργός είναι άλλο πράγμα. Είναι ΥΠΕΡ και για την ακρίβεια ΥΠΕΡΑΝΩ. Υπεράνω κοινών θνητών, υπεράνω λαού, υπεράνω νόμων, υπεράνω δημοσίου συμφέροντος, υπεράνω όλων. Γενικώς, αυτές οι κουφάλες είναι ούμπερ άλλες.

Επίσης, ο δημόσιος λειτουργός λειτουργεί, κατ’ αντιδιαστολήν προς τον δημόσιο υπάλληλο που δεν λειτουργεί, γι’ αυτό ακριβώς και λέμε συχνά το κλισέ, ότι ο δημόσιος τομέας δεν λειτουργεί. Φανταστείτε τώρα δύο θαλάμους ασανσέρ. Ο ένας γράφει απόξω «ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ». Ε, αυτός είναι ο δημόσιος υπάλληλος. Ο άλλος θάλαμος, αυτός που λειτουργεί, είναι ο δημόσιος λειτουργός. Να μάνι-μάνι η διαφορά, με το παραστατικό μου παράδειγμα.

Υπό τη στενή έννοια, δημόσιος λειτουργός θα πρέπει να θεωρηθεί και ο παπάς. Του κερατά δηλαδή, εάν δεν θεωρηθεί λειτουργός και ο παπάς, που η δουλειά του ακριβώς είναι να λειτουργεί. Θεωρώ λοιπόν, ότι για λόγους ισότητας δεν θα πρέπει να απογραφούν ούτε και οι παπάδες. Αυτό είναι το σωστό και δεν σηκώνω κουβέντα. Για κάτσε να σταματήσουνε οι παπάδες να λειτουργάνε, να δω μετά ποιός θα κοινωνάει τις γριές. Θεωρώ επίσης ότι και οι ψαλτάδες εμπίπτουν στην κατηγορία των δημοσίων λειτουργών, διότι κανονικά, χωρίς ψαλτάδες, λειτουργία της προκοπής δεν γίνεται, εξόν πιά κι αν ο παπάς είναι ο Τιραμόλα και προλαβαίνει να πετάγεται από το ένα στασίδι στο απέναντι, να λέει μόνος του κανοναρχήματα κι αντιφωνήσεις.

Ή –ακόμη χειρότερα- κάτσε να σταματήσουν να λειτουργούν και οι δικαστάδες, να δω μετά ποιός διάβολος θα επιδικάζει αναδρομικά στους εαυτούς τους.

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

-Ώστε P.I.G.S., ε ;

Ο Μέγας Προδότης Ντούσκο ενώ δίνει οδηγίες στον Κάρλες Πουγιόλ,
λίγη ώρα πριν το παιχνίδι με τους Γερμανούς...


Aυτό πάλι με το χταπόδι δεν το ήξερα. Υπάρχει λέει ένα χταπόδι που προλέγει το μέλλον. –Καλό μου χταπόδι, πού είναι ο πυθμένας ; Mίλα, μη σε κάνω ξυδάτο.

Ο καλός μας φίλος από το φόρουμ, Κώτσος ο Ανάποδας, υποστήριξε Γερμανία αναφανδόν, γι’ αυτό κι εκείνη βγήκε όξω κλωτσηδόν. Αφού πρώτα την χτύπησαν χάμω, σαν το χταπόδι.

Κρίμα, διότι οι άνθρωποι την είχαν δεμένη την πρόκριση στον τελικό και μάλιστα είχαν παραγγείλει στον δημοφιλή συνθέτη Γιώργο Κατενάτσιο να τους γράψει επινίκιο ύμνο. Δεν πειράζει. Ως Άρειοι που είναι, ας πάρουν την κόρη του Πάγκαλου, τη φάλαινα, να τους τραγουδάει άριες.

Ώστε PIGS, ε ; Εγώ πάντως μια χαρά καρδαμωμένους τους έκοψα τους Ίβηρες PIGS, εν αντιθέσει με τα ψοφίμια, τους άμπαλους, αυτούς τους τσουρουκάδες, που διώχναν όπως-όπως, να γλιτώσουν τουλάχιστον τον διασυρμό, όπως και τον γλίτωσαν.

Και αντίο ζωή.


Ο ΟΠΑΠ ανοίγεται δυναμικά στην Ισπανική ποδοσφαιρική αγορά :

Ο Πουγιόλ, εδώ με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, όπως αυτή θα δείχνει τη σεζόν που μας έρχεται .

.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Αγρογή της Επαγγελίας

Λοιπόν, μελέτησα τη λίστα των τύπων που είχαν διοριστεί στην Αγρογή. Πολύ ενδιαφέρουσα. Έχουμε και λέμε :

-Μία κόρη βουλευτού.

-Από κάτω, κι άλλη κόρη βουλευτού. Όχι του ίδιου βουλευτού, αλλουνού βουλευτού.

-Ένας γιός γραμματέα υπουργείου.

-Να ΄σου κι άλλη κόρη βουλευτού, άλλη κόρη, αλλουνού βουλευτού. -Καλά, αυτοί οι βουλευτάδες όλο κόρες κάνανε; Χάθηκε ο κόσμος να μασουλάγανε κάνα σερνικοβότανο ;

-Ένας ανηψιός, εκεινού εκεί του υπουργού πουυ φιλοξενούσε Ινδούς Σιχ στο αναψυκτήριό του. Ίσως να είναι και ο ανηψιός Σιχ, δεν διευκρινίζεται στη λίστα.

-Μια ανηψιά υπουργού, ονόματι Βαϊτσα. Βάϊ-βάϊ μάνα μου, ωραία περνάμε εδώ στην Αγρογή.

-Ένας γυμναστής, οδηγός και καφετζής, νταϊμένσιον τρία σε ένα. Αυτόν μάλιστα τον έκαναν αμέσως διευθυντή, μόλις τον προσέλαβαν. Ε, βέβαια, με τέτοια προσόντα σιγά να μην τον άφηναν να πάει αναξιοποίητος. Ειδικά το δίπλωμα οδήγησης, μέτρησε πολύ στο βιογραφικό του. Άσε πιά που ο άτιμος μπορούσε να ψήνει τον τούρκικο με σφιχτό προϋπολογισμό στις φουσκάλες.

-Μια κουμπάρα υπουργού. Ο υπουργός την κουμπάρα, μια φορά την εβδομάδα. Μπορεί και παραπάνω από μία, αναλόγως της κουμπάρας.

-Ένας μπάρμαν και ταυτοχρόνως κομματάρχης. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, αλλά να που γίνεται. Αυτός, λέει, έχει αποσπαστεί στην Κρήτη, υποτίθεται, αλλά πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις πίσω από τη μπάρα κάθεται και σερβίρει τους πελάτες. Σημειωτέον ότι το μπαρ είναι στα Τρίκαλα, όπως και του Σαράφη. Σαράφης στα Τρίκαλα, τώρα και στο Παρίσι. Μπαρ-τέντερ στα Τρίκαλα, τώρα και στην Κρήτη.

-Ένα κομματικό στέλεχος. Καλά, αυτό δεν είναι και τόσο επιλήψιμο. –Τι σημαίνει δηλαδή «κομματικό στέλεχος» ; Ο κάθε άνθρωπος έχει την ιδεολογία του, δεν είναι κακό. Τώρα, εάν είναι και λίγο κομματόσκυλο, δεν βαριέσαι.

-Μια κόρη (άντε πάλι κόρη) της γραμματέως του υπουργού. Τελικά, όλες οι καλές οι τύχες στις κόρες πέφτανε. Όλο γκόμενες μπάζανε στην Αγρογή. Ανηψιός, καφετζής και μπάρμαν είχανε –λέει- γίνει ανάρπαχτοι από τις λυσσάρες εκεί μέσα.

-Ένα βαφτιστήρι, αλλουνού υπουργού. Εντάξει, πνευματικό τέκνο είν’ αυτό, δεν γίνεται να τ’ αφήσουμε έτσι. Το σταυρώσαμε, το λαδώσαμε, να μην το διορίσουμε κιόλας ;

-Μια αδελφή. Όχι κραγμένη ρε, αν και από την Αγρογή ουδείς βυσματούχος απεκλείετο και δεν υπήρχαν τέτοια ταμπού και προκαταλήψεις. Κουμάντο στον κώλο του αλλουνού θα κάνουμε ; Εν πάση περιπτώσει, εδώ μιλάμε για την αδελφή του διευθυντή του γραφείου ενός άλλου υπουργού. Τρέχα γύρευε τίνος διευθυντή, τίνος υπουργού.

-Κάποια Τίνα Σπάθη, εάν συγκράτησα καλώς το όνομα. Ελπίζω όχι η γνωστή, η οποία μου φαίνεται έχει γίνει καλόγρια πλέον. Βλέπω προσεχώς και τη Τζούλια σε μοναστήρι. Εάν όχι σε μοναστήρι, οπωσδήποτε στην Αγρογή.

Ορίστε λοιπόν, όπως ακριβώς τα έλεγα. Άλλο πάλι δημοσίευμα, σημερινό : Πληθαίνουν λέει τα εμπόδια στο δρόμο της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων. Κάθε μέρα θα μας το παρουσιάζουν όλο και πιό δύσκολο, μέχρι να το χωνέψουμε ότι οι Δ/Υ είναι ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ. Το έγραφα από χτες, ότι το πάνε λάου-λάου, ώστε να μας πούνε στο τέλος ότι δεν βγαίνει άκρη.

Ψάχνουν λέει και για «εικονικούς» υπαλλήλους. «Εικονικοί υπάλληλοι», όπως λέμε εικονική πραγματικότητα. Ε ρε, τί πενταθεσίτες έχουν να βγούν στη φόρα. Αυτά δεν γίνονται πουθενά στον κόσμο. Άκου εκεί, εικονικοί υπάλληλοι.

Τους φοβούνται, δεν τολμούν να τους μετρήσουν. Θα βγει απίστευτη μπόχα έτσι και τους μετρήσουν, θα πρέπει μετά να πάνε φυλακή δεκάδες χιλιάδες κόσμος, από υπουργοί, μέχρι παρατρεχάμενοι γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, υπαλλήλοι διάφοροι, μαϊμούδες, χιμπατζήδες, γίββωνες, γορίλλες, όλα τα πιθηκοειδή. Εδώ μιλάμε για φαγοπότι δεκαετιών, τρικούβερτο.

Γι’ αυτό και η Πηνελόπη προτιμάει να κάνει την κορόϊδα και να ξαναρχίζει από την αρχή το υφαντό της, την ίδια ώρα που οι μνηστήρες συνεχίζουν να τρώνε το βιός της, γλεντοκοπώντας.

Το κακό είναι ότι δεν πρόκειται να εμφανιστεί κανένας Οδυσσέας, να τους λιανίσει όλους αυτούς τους κοπρίτες, να τελειώνουμε με τις βδέλλες μια και καλή.

Κάθονται τώρα, λέει, τρείς τύποι και πίνουνε τη φραπεδιά τους. Ένας μπάρμαν, ένας καφετζής κι ένα βαφτιστήρι. «-Εγώ μάγκες», λέει ο μπάρμαν, «την έχω κάνει λαχείο. Το μπαράκι στα Τρίκαλα πάει σφαίρα και ταυτόχρονα πέφτει ντούκου κι ο μισθός από το δημόσιο».

«-Α, και πού να δεις εγώ !», λέει ο καφετζής. «-Βρε, εδώ με κάνανε κοτζάμ διευθυντή, το φαντάζεσαι ; Ωραία φτιάξη, δεν έχω παράπονο». Γυρίζει στον τρίτο της παρέας και τον ρωτάει : «-Εσύ τι δουλειά κάνεις, μεγάλε ;»

Απαντάει ο μεγάλος : «-Α, εγώ είμαι βαφτιστήρι ! Από κάπου κονομάω κι εγώ, μιλάμε για μισθό βαρβάτο, αλλά λεπτομέρειες μη με ρωτάτε, δεν έχω ιδέα για ποιό λόγο πληρώνομαι».

«-Ωραία, μπράβο παιδιά», λέει πάλι ο μπάρμαν. «-Βλέπω, είμαστε όλοι τακτοποιημένοι. Και πού ακριβώς δουλεύεις εσύ ;», ρωτάει τον καφετζή.

«-Στην Αγρογή δουλεύω, που λέει ο λόγος», απαντά ο καφετζής.

«-Ω, μα τί σύμπτωσις !», πετάγεται και το βαφτιστήρι. «-Κι εγώ στην Αγρογή δουλεύω, που λέει ο λόγος».

«-Άκου τώρα να δεις περίπτωση !», συμπληρώνει κατάπληκτος κι ο μπάρμαν. «-Κι εγώ στην Αγρογή δουλεύω, που λέει ο λόγος».

Μετά ξαφνική σιωπή και όλοι πέφτουν σε βαθιά περισυλλογή. Κάποτε, σε μια φάση, ρωτάει το βαφτιστήρι «-Καλά ρε παιδιά, αφού δουλεύουμε –που λέει ο λόγος- όλοι στο ίδιο μέρος, πώς γίνεται και δεν έχουμε τρακαριστεί ποτέ μεταξύ μας ;»

«-Καλή ερώτηση, που λέει ο λόγος», απαντά ο μπάρμαν.

«-Καλή ερώτηση, που λέει ο λόγος», συμφωνεί κι ο καφετζής.

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Ηλεκτρονικό φασκέλωμα και άλλες αρκουδιές

Τα λέγαμε από καιρό για τα προβλήματα της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλοι, ότι δηλαδή δεν είναι παίξε-γέλασε η υπόθεση. Ομολογεί τώρα ο Πάγκαλος ότι «ίσως τελικά να μην πετύχει πλήρως η απογραφή». Μάλιστα. Πράγμα που σημαίνει πως ακόμη και μετά την απογραφή, και ΠΑΛΙ στο περίπου θα ξέρουμε τί διάολο συμβαίνει μέσα στο βόθρο του δημοσίου τομέα. Μας βλέπω να συμβιβαζόμαστε με ένα κατά προσέγγιση νουμεράκι, με περιθώριο σφάλματος κάνα δέκα τοις εκατό. Εντάξει, δεν θα τα χαλάσουμε τώρα για εκατό-διακόσιες χιλιάδες νοματαίους παραπάνω (παρακάτω αποκλείεται).

Όταν λέμε ότι στην Ελλάδα οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ, κυριολεκτούμε. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι παρότι δεν μπορούσες -και δεν μπορείς- να τους μετρήσεις, εντούτοις μπορούσες –και συνεχίζεις να μπορείς- μια χαρούλα να τους πληρώνεις. –Αυτό πάλι πώς γίνεται, μπορεί να μου εξηγήσει κανείς ;

Και εδώ ακριβώς είναι το κλειδί της υπόθεσης : -Δεν μπορείς κύριε να τους μετρήσεις ; Σου δημιουργούν εμπόδια, σου βάζουν προσκόμματα, τρικλοποδιές, εφευρίσκουν προφάσεις, σε σαμποτάρουν με κάθε τρόπο. Οκέϋ, κατανοητά όλ’ αυτά και αναμενόμενα. Ωστόσο, υπάρχει τρόπος να τους ξετρυπώσεις, έναν προς έναν. Ο μισθός. Ναι, ναι, ο μισθός. Από δω και στο εξής και μέχρι να ολοκληρώσεις την απογραφή, εφαρμόζεις νέο σύστημα μισθοδοσίας. Το σύστημα λέγεται «τα λεφτά στο χέρι». Με λίγα λόγια, όποιος θέλει να πληρωθεί, θα εμφανίζεται να δούμε τη μούρη του, θα δείχνει ταυτότητα, θα συμπληρώνει σωστά το ερωτηματολόγιο της απογραφής και ΤΟΤΕ ΜΟΝΟ θα πληρώνεται, ΕΑΝ βέβαια δικαιούται μισθού, ήτοι, ΕΑΝ είναι ζωντανός, ΕΑΝ τα στοιχεία του είναι αληθινά, ΕΑΝ πράγματι απασχολείται σε συγκεκριμένη υπηρεσία, εάν, εάν, εάν και εφόσον. Κανένας μισθός για τους πεθαμένους.

Όποιος δεν εμφανιστεί, δεν πληρώνεται, μέχρι να εμφανιστεί. Ή μέχρι να πεθάνει. –Πόσον καιρό θ’ αντέξει στην πείνα ; Δύο μήνες, τρείς ; Μιλάμε πάντα για ζωντανούς, διότι οι ήδη πεθαμένοι δεν πεινάνε. Ε, κάποια στιγμή, όταν θα ψωμολυσσάξει, θα σκάσει μύτη, τί θα κάνει ; Και τότε θα τον μαντρώσεις για τα καλά. Επαναφέρω επίσης προς συζήτηση, το επαναστατικό σύστημα που έχω ξαναπροτείνει, αλλά δεν εισακούστηκα. Το σύστημα με τον ραδιοεντοπιστή.

Είχαμε εξηγήσει ότι η καλύτερη λύση, μια κι έξω, είναι να τους φορέσουν από έναν ραδιοεντοπιστή. Το σύστημα έχει δοκιμαστεί στις αρκούδες της Πίνδου και έχει πετύχει. Ανά πάσα στιγμή γνωρίζεις όχι μόνον πόσες αρκούδες διαθέτεις, αλλά επιπλέον γνωρίζεις και που έχει αράξει το κάθε ζωντανό. Δεν χρειάζεται να το ψάχνεις μέσα στο δάσος. Λες, νάτο το αρκούδι, το βλέπω στην οθόνη, έχει χωθεί σε μια σπηλιά και την έχει πέσει για ύπνο. Και ξέρεις τί σου γίνεται.

Η πατέντα με τον ραδιοεντοπιστή δεν είναι αστείο πράγμα. Μπορούν να τους τον φορέσουν στο λαιμό, με λαιμαριά που να κλειδώνει με λουκέτο ή διαφορετικά (αλλά αυτό έχει μεγαλύτερο κόστος), να τους τον φορμάρουν σε μορφή εμφυτεύματος στα καπούλια. Υπάρχουν τρόποι, εφόσον υπάρχει η πολιτική βούληση. Ακολούθως, το μόνο που έχουν να κάνουν οι υπεύθυνοι είναι να μετράνε τα σήματα που εκπέμπονται στις οθόνες τους και να τσεκάρουν τις θέσεις τους. Το πιθανότερο βέβαια είναι ότι ο τάδε υπάλληλος της Νομαρχίας Αθηνών θα δίνει στίγμα κάπου στην Πίνδο, όπου θα έχει πάει με την παρέα του για παράνομο κυνήγι. Νίβα φτιαγμένο, σκύλοι στο ξύλινο κουτί από πίσω, καραμπίνες, δίκαννα στο πορτμπαγκάζ, σένια-καθαρά, τσοκαρισμένα δύο και τέσσερα άστρα, φυσίγγια μυριάδες, φραπεδιά στο κύπελο και φύγαμε.

Μοιραία ανακύπτει ο κίνδυνος να συγχέονται οι κυνηγοί δημόσιοι υπάλληλοι με τις αρκούδες που ζούν στον ίδιο βιότοπο. Δηλαδή, δεν το έχω απίθανο να βγάλει ξαφνικά ανακοίνωση ο Αρκτούρος (φουμάρουν μυστήριο stuff αυτοί) ότι ο πληθυσμός των αρκούδων, από σαράντα που ήταν μέχρι σήμερα, εκτινάχθηκε ανεξήγητα κατά το τριήμερο στις πέντε χιλιάδες διακόσες τριάντα δύο, για να υποχωρήσει τη Δευτέρα –και πάλι ανεξήγητα- στις εκατόν ογδόντα επτά (οι εκατόν σαράντα επτά θα είναι τίποτα κοπανατζήδες, που είπαν να κάτσουν καμιά βδομαδούλα ακόμη, να πάρουν τον αέρα τους, ν’ αλλάξουν αίμα). Τέλος πάντων, αυτές οι τεχνικές λεπτομέρειες λύνονται, δεν είναι θέμα. Στο φινάλε, ας πουλήσουν όλες τις αρκούδες στους γύφτους, ώστε να ξέρουμε ρε αδελφέ ότι όταν έχουμε στίγμα από Πίνδο, είναι εκατό τοις εκατό σκαστός δημόσιος υπάλληλος, που έχει πάει για ζαρκάδι. Δε γίνεται τώρα, για σαράντα ζωντανά, ν’ αναστατώνεται κοτζάμ υπερεσία και να χάνουμε τον μπούσουλα.Άμα τώρα τύχει και μας αφήσει χρόνους κάνας δημόσιος υπάλληλος, και πάλι θα το καταλάβουμε από το ραδιοσήμα, διότι δεν θα είναι φυσιολογικό να είναι εντελώς ακίνητος έναν ολόκληρο μήνα. Σημαίνει ότι εάν ψάξουμε, κάπου θα τον βρούμε τούμπανο. Οπότε, τον διαγράφουμε αμέσως από τις λίστες μισθοδοσίας, όχι όπως παλιά, που του κάνανε μεταφορά οστών στο οστεοφυλάκιο κι αυτός ακόμη έπαιρνε μηνιάτικο. Τον σβήνεις λοιπόν από τις λίστες, ελπίζοντας να μην έχει αφήσει ξοπίσω του καμιά γρηά, να μασάει σύνταξη και παραγγέλνεις και στον Αρκτούρο να του γράψει κάναν επικήδειο, απ’΄αυτούς τους ωραίους, τους φιλοζωϊκούς : «"Έφυγε" ο Βρασίδας : Απεβίωσε χθες βράδυ ο Βρασίδας, ο γλυκύτατος μεγαλόσωμος αρσενικός δημόσιος υπάλληλος, γνωστός σε όλους τους δασοφύλακες της Πίνδου για τη αγάπη του στο μέλι, τα παιχνίδια στη λίμνη και τις πολυήμερες κοπάνες από την υπηρεσία του. Αντίο Βρασίδα, θα μας λείψεις»

Αυτά γράφαμε πριν καιρό και γελούσαν τότε ορισμένοι, ότι δήθεν υπερβάλαμε. Κι έρχεται σήμερα ο Πάγκαλος και μιλάει ευθέως για «εργαζόμενους που πληρώνονται με ψεύτικα ονόματα». Ορίστε μας. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει ο πονηρός ο Πάγκαλος είναι να προλειάνει το έδαφος ώστε σταδιακά να περάσει στη συνείδηση του κόσμου η απογραφή ως τάχα «τεχνικώς ανέφικτη». Διότι μάγκες μου, αυτό που ΗΔΗ ΞΕΡΟΥΝ, βάσει των μέχρι τώρα δειγμάτων, είναι πως ο πραγματικός αριθμός ανέρχεται σε αστρονομικά νούμερα. Καμμία σχέση με οχτακόσιες χιλιάδες και τέτοια αστεία. Μιλάμε για υπερδιπλάσιους. Που στο κάτω-κάτω, αυτό δεν χρειάζεται ΚΑΜΙΑ απογραφή για να το διαπιστώσεις. Παίρνεις απλά τις λίστες μισθοδοσίας και κάνεις τη σούμα. Σου βγαίνει ένα νούμερο. ΑΥΤΟ είναι το νούμερο. Δεν θέλει μυαλό.

Αυτό λοιπόν το απλούστατο νουμεράκι, ενώ το ξέρουν, δεν τολμούν να το ξεστομίσουν. Εάν ακουστεί, όχι από το ευρώ θα μας πετάξουν, από τον πλανήτη θα μας πετάξουν. –Ποιόν πλανήτη; Από τον γαλαξία θα μας διώξουν. Θα μας βάλουν σε κάψουλες και θα μας ξαποστείλουν ΟΞΩ από το διάστημα. Το κόλπο, λοιπόν, της απογραφής αποσκοπεί στο να καθυστερήσει όσο είναι δυνατόν η ανακοίνωση του περιβόητου αριθμού-γρίφου των δημοσίων υπαλλήλων. Εν τω μεταξύ, μέχρι να γίνει αυτό, θα έχει κάπως ξεκαθαρίσει η κατάσταση, με τη διακοπή μισθοδοσίας σε πεθαμένους, ανύπαρκτους, πλαστοπρόσωπους και κάθε λογής λαμόγια, που τόσα χρόνια κονομάνε έναν και δύο και τρείς και πέντε μισθούς, δίχως να τους ενοχλεί κανείς. Κοντολογής, αυτό το πράγμα που λέγεται «απογραφή» δεν τελειώνει ποτέ. Σαν το υφαντό της Πηνελόπης. Δεν πρέπει να τελειώσει ποτέ, διότι εάν τελειώσει αυτό, θα τελειώσουμε κι εμείς.