Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Τα Κάλαντα του Ντίλινγκερ

"-Πόσα δίνεις για να μην στα πούμε ;"



Μπροστά στα μάτια μου, παρκάρει με αλάρμ ένα γιώτα χι, μεγάλο, οικογενειακό, ανοίγουν οι πόρτες κι από μέσα βγαίνουν σβέλτα δυό γομάρια, ίσαμε είκοσι, εικοσιδυό χρονών το καθένα. Και οι δυό βαστάνε τρίγωνα. Ο ένας, αυτός που οδηγούσε, φοράει αγιοβασιλιάτικο σκούφο και φέρει ατημέλητη γενειάδα, αλά Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Ο συνοδηγός φοράει στο κεφάλι κόκκινα κέρατα ταράνδου, με λαμπιόνια που αναβοσβήνουν. Μπουκάρουν απευθείας στο φαρμακείο απέναντι, ίσα που δρασκελίζουν την είσοδο κι ίσα που προλαβαίνουν να πουν «αρχιμηνιά και αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρο-», διότι πάνω στο «δέντρο-» η φαρμακοποιός τους κόβει μ’ ένα νεύμα και τους δίνει το μπουναμά τους, μην αντέχοντας ούτε δευτερόλεπτο τις αγριοφωνάρες τους. Διότι, τέτοιους τύπους, τους πληρώνεις για να ΜΗΝ σου πουν τα κάλαντα.

Στα πλαίσια αυτού του νεοεμφανισθέντος είδους μετεφηβικής εγκληματικότητας, νεαροί κακοποιοί και δη εκβιαστές, εν γνώσει τελούντες της φοβερής ψυχολογικής βίας (vis compulsiva) που ασκεί η φρικτή κακοφωνία τους, επιδράμουν κατά την περίοδο των εορτών από καταστήματος εις κατάστημα, προκειμένου ν’ αποσπάσουν ουχί ευκαταφρόνητα χρηματικά ποσά από τους ανήμπορους ν’ αντιδράσουν με άλλον τρόπο καταστηματάρχες. Έτσι, σα να μην έφταναν στους δόλιους επιτηδευματίες οι συμμορίες παροχής προστασίας, στις οποίες ήδη καταβάλουν αξιοσέβαστες αμοιβές για να μην τους σπάσουν το μαγαζί, τώρα οι καψεροί φορτώθηκαν στο κεφάλι τους και τους νεαρούς με τα τρίγωνα, που κι αυτούς τους πληρώνουν, ώστε να μην τους σπάσουν τ’ αυτιά, με τα ζωώδη φάλτσα τους.

Οι νεαροί αυτοί εγκληματίες είναι καλά οργανωμένοι. Χρησιμοποιούν αυτοκίνητα, εξοπλισμένα με GPS για τις μετακινήσεις τους και μοιράζουν αναμεταξύ τους τις εμπορικές περιοχές, ενώ δεν είναι σπάνιες οι ενδοσυμμοριακές συγκρούσεις κατά τη διανομή της «πίττας». Τα μεγάλα εμπορικά κέντρα, τύπου « The Mall», τα λυμαίνονται οι πιο σκληροί από δαύτους, ενώ οι υπόλοιποι αρκούνται σε περιφερειακές εμπορικές ζώνες. Πρόσφατες εγκληματολογικές μελέτες δείχνουν ότι κάθε τέτοια διμελής συμμορία μπορεί να καλύψει μέσα σε οκτώ εργάσιμες ώρες μέχρι και τριακόσια καταστήματα, αφού, όπως γίνεται αντιληπτό, δεν χάνουν σχεδόν καθόλου χρόνο τραγουδώντας τα κάλαντα, από τα οποία άλλωστε λένε μόνον τους πρώτους δύο στίχους, που είναι υπεραρκετοί για να σπείρουν τον τρόμο και να περάσουν στον άτυχο καταστηματάρχη το απειλητικό μήνυμα ότι εάν δεν τους πληρώσει αμέσως, τότε το μαρτύριο θα συνεχιστεί, με περαιτέρω στίχους.

Οι περισσότεροι καταστηματάρχες έχουν πλέον στο ταμείο τους έτοιμες δεσμίδες χαρτονομισμάτων των πέντε ευρώ, από τις οποίες τραβούν και παραδίδουν από ένα στον στυγνό επικεφαλής κάθε συμμορίας, μόλις αυτή εμφανισθεί στο κατώφλι του. Οι ίδιες ως άνω μελέτες δείχνουν ότι το 68% του εορταστικού τζίρου των καταστημάτων τελικά εξανεμίζεται σε αυτές τις «αμοιβές», ενώ ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι το γεγονός ότι τα τρομοκρατικά χτυπήματα αυτών των συμμοριών είναι πάντοτε τριπλά, κατά των ιδίων στόχων : Παραμονή Χριστουγέννων, παραμονή Πρωτοχρονιάς, ανήμερα τα Φώτα.

«-Του χρόνου, θα το σκεφτώ καλά εάν θ’ ανοίξω το μαγαζί κατά τις γιορτές», τονίζει απογοητευμένος ο Νίκος Γ., ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου στο Χαλάνδρι, που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του, υπό τον φόβο αντιποίνων. «-Το σημερινό μου μαρτύριο ξεκίνησε από την ώρα που σήκωσα τα ρολά», εξομολογείται με κρυμμένο το πρόσωπο η κυρία Αντωνία Κ., ιδιοκτήτρια καταστήματος ρούχων, στο Μοσχάτο. «-Οι τύποι παρακολουθούσαν το κατάστημα από νωρίς, μασουλώντας Twix μέσα στ’ αμάξι τους. Μόλις ξεκλείδωσα, με πλησίασαν. Φορούσαν κόκκινα σκουφιά, με άσπρη γούνα. Ο ένας με κοίταξε άγρια και έτεινε απειλητικά το τρίγωνό του προς το μέρος μου. Ο άλλος άπλωσε το χέρι, γυρεύοντας λεφτά. Φοβήθηκα μην αρχίσουν ξαφνικά τα κάλαντα και χάσω την ακοή μου. Ήμουν και μόνη μου, τι να έκανα ; Τους έδωσα πέντε ευρώ, γύρισαν την πλάτη κι έφυγαν. Ο ένας κάτι μούγκρισε, αλλά δεν κατάλαβα τί. Μετά ήρθαν κι άλλοι, κι άλλοι, βέλαξα να τους πληρώνω. Ήθελα να ‘ξερα, η αστυνομία τί κάνει

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στον ΟΛΠ. Προσφέρει ο Ανωμερίτης στους υπαλλήλοι το κόστος εθελουσίας ώστε να ΜΗΝ δουλέψουν άλλο. Ορίστε βρε παιδιά, τους λέει, ελάτε να σας πληρώσουμε, να πάτε στο καλό. «-Όχι», λένε αυτοί, «είμαστε νέοι ακόμη, εάν δεν δουλέψουμε τώρα, πότε θα δουλέψουμε ;». Καλή ερώτηση. Αυτό ακριβώς διερωτώμην πάντοτε. –Πότε σκοπεύουν να ξεκινήσουν να δουλεύουν.

Σωστά το έχουν υπολογίσει τα παιδιά. Σου λέει, «εάν βγούμε στη σύνταξη, θα καθόμαστε και θα παίρνουμε 1.700 ευρώ. Εάν όμως δεν βγούμε στη σύνταξη, τότε ΚΑΙ ΠΑΛΙ θα καθόμαστε, αλλά θα παίρνουμε 3.500 ευρώ, δηλαδή τα διπλά λεφτά για το ίδιο έργο, δηλαδή καθόλου έργο». Κι έτσι, τελικά δεν φεύγει σχεδόν κανείς από τον ΟΛΠ (αυτό δα μας έλειπε) και τζάμπα ανησυχούσε ο κύριος Λοβέρδος, πού θα βρεθούν τα λεφτά για το πρόγραμμα εθελουσίας. Αυτοί δεν κουνιούνται από τη θέση τους ούτε με φουρνέλο. Ο οποίος κύριος Λοβέρδος είπε λέει «να τα δώσουν οι Κινέζοι τα λεφτά». Ωραίος. Δηλαδή, έλα νοικάρη να πλερώσεις για τα τζάμια που σπάσανε τα κακομαθημένα παιδιά του σπιτονοικοκύρη σου. Νέα μισθωτικά έθιμα.

Υγεία σε όλους.

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Όλο παιδιά του είκοσι

Όταν έβρεχε στο παλιό Σικάγο, τώρα λέμε στα μέσα δεκάτου ενάτου αιώνα, ολόκληρη η πόλη πνιγόταν στη λάσπη. Δοκίμασαν να λύσουν το πρόβλημα με πλακοστρώσεις, αλλά τίποτα δεν έγινε. Κατέληξε κοτζάμ Σικάγο να το αποκαλούν Λασπούπολη. Κάθησαν κάτω τα τζιμάνια του δημοτικού συμβουλίου να στύψουν το κεφάλι τους, ώσπου να βρούν μια λύση. Στο τέλος επέλεξαν την πιο τολμηρή. Θα ανασήκωναν, λέει, ολόκληρη την πόλη, ίσαμε σχεδόν τρία μέτρα, ώστε οι χείμαρροι της λάσπης να διέρχονται από κάτω. Η λύση ήταν τεχνικά εφικτή, καθόσον τότε τα κτίσματα ήταν ξύλινα και μια γερή πλατφόρμα θα βάσταγε το βάρος τους.

Πράγματι, δούλεψαν οι άνθρωποι σαν τα σκυλιά για δέκα ολόκληρα χρόνια, μέχρις ότου όλη η πόλη έφτασε να στηρίζεται πάνω σε χοντρά δοκάρια. Τα σπίτια, τα μαγαζιά, οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, οι πλατείες, τα πάντα πάνω στα δοκάρια. Τώρα, τί διάολο δοκάρια ήταν αυτά, την αγνοώ τη λεπτομέρεια. Πάντως αρκετά ανθεκτικά ώστε να αντέχουν το βάρος της πόλης. Η πατέντα πέτυχε, διότι έκτοτε η πόλη αυτή δεν ξαναείδε λάσπη. Η λάσπη πήγαινε από κάτω.

Και καθώς πήγαινε από κάτω, κανείς πιά δεν νοιαζόταν για την λάσπη. Ο κόσμος ενδιαφέρεται για το από πάνω, γι αυτό που βλέπει. Το από κάτω δεν τον απασχολεί. Από κάτω όμως, μπορεί να συμβαίνουν χίλια δυό πράγματα, που δεν τα χωράει ο νούς. Έτσι και στο Σικάγο, το σπηλαιώδες σκοτεινό περιβάλλον που είχε δημιουργηθεί χάρη στα δοκάρια, ήταν ό,τι έπρεπε για την ανάπτυξη ενός άλλου κόσμου, ακριβώς παράλληλου με τον πάνω. Ενός κάτω κόσμου.

Του υποκόσμου. Από κει προέρχεται κι ο όρος "υπόκοσμος". Υπόκοσμος, δηλαδή όνομα και πράμα. Ένα αποκρουστικό μωσαϊκό ανθρώπων, που κατέφυγαν στα ύφαλα της πόλης, δημιουργώντας τη δική τους κοινωνία. Πορτοφολάδες, χαρτοκλέφτες, ληστές, φονιάδες, νταβατζήδες, όλα τα μπουμπούκια, η χειρότερη συλλογή κακοποιών που διέθετε τότε η Αμερική είχε συγκεντρωθεί στα έγκατα του Σικάγο, μέσα σε μια βρωμερή μυρμηγκοφωλιά, σ’ ένα λαβύρινθο από στοές, δωμάτια, υπόγειους δρόμους, λάσπη, ποντίκια και ανθρώπους.

Αυτή η μαύρη τρύπα λειτούργησε για κάμποσα χρόνια, μέχρι τη μεγάλη πυρκαϊά του 1871, που έκαψε τα πάντα κι ανάγκασε τους αρουραίους να βγούν στην επιφάνεια, αναζητώντας νέα καταφύγια. Φαίνεται ότι ο ήλιος τους έκανε καλό, γιατί πολλαπλασιάστηκαν σ’ απίστευτο βαθμό, ώσπου το Σικάγο έφτασε, λίγο πριν το κραχ, ν’ απαριθμεί πολλές εκατοντάδες συμμορίες, με δεκάδες χιλιάδες μέλη. Και μετά, ιδίως όταν μπήκε στο παιχνίδι ο Μπίγκ Αλ (ο Καπόνε, όχι ο Μπίγαλης), ακολούθησαν όλα τα υπόλοιπα, αυτά που βλέπουμε στις γκανγκστερικές ταινίες, μασουλώντας φυστίκια Αιγίνης.

(Λοιπόν, ακόμη δεν έχω καταλάβει για ποιο λόγο αυτός ο Σκορτσέζε πήγε κι έκανε εκείνη τη βαρετή ταινία, τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης», ενώ η ταυτόχρονη ιστορία των συμμοριών του Σικάγο ήταν σαφώς πιο ενδιαφέρουσα. Να θυμηθώ να τον ρωτήσω).

Τώρα, γι αυτό εδώ το μπλογκάκι. Τα σούρτα-φέρτα στο διαδίκτυο είναι όπως οι εξορμήσεις για θαλασσινό μπάνιο. Άμα δε σ’ αρέσει μια παραλία ή δεν αρέσεις εσύ στους άλλους λουόμενους (πχ επειδή κλάνεις ασύστολα ή παίζεις ρακέτες από πάνω τους ή δεν ξέρω τί άλλο), παίρνεις το κουβαδάκι σου και τραβάς σε άλλη. Βέβαια, γυρνοβολώντας από ακτή σε ακτή, στρώσε ξέστρωσε πετσέτες, στήσε ξέστησε ομπρέλες, ξέρω γω τί κουβαλάς, κάποια στιγμή περνάει η ώρα κι ακόμη δεν έχεις κολυμπήσει, χώρια πόσες βενζίνες έχεις κάψει, χώρια τα μελανώματα που άρπαξες. Γι αυτό, μια εναλλακτική λύση σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι να πάρει κανείς τα όρη, ξεχνώντας τη θάλασσα.

Όλοι οι ξενέρωτοι κλισέδες, κατά κόρον τηλεοπτικοί μαϊντανοί των μέσων μαζικής εξαθλίωσης, συνηθίζουν να επαναλαμβάνουν μονότονα, αντιγράφοντας ρομποτικά ο ένας τον άλλον και με κάλπικα νοσταλγικό τόνο στη φωνή ότι τάχα μου «σημασία έχει το ταξίδι», εκτός από τους γάβρους κλισέδες, που γι αυτούς ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει το πρωτάθλημα. Αλλά εγώ δεν γνώρισα ποτέ μου ούτε έναν ψευταρά από δαύτους, που να ξεκίνησε από το σπίτι του δίχως προορισμό, δίχως εισιτήρια στην τσέπη και δίχως κατάλυμα καπαρωμένο από πριν. Κι όταν πάνε στο αεροδρόμιο και τύχει να πέσουν σε καμμιά καθυστέρηση, τότε ωρύονται, ότι τους έχουν εκεί καθηλωμένους, ομήρους και τους ταλαιπωρούν και θα χάσουν το μεσημεριανό μπάνιο τους και μισή μέρα ξενοδοχείο προπληρωμένο. Ή αν κολλήσουν στα διόδια, βλαστημάνε χριστοπαναγίες και τους ακούνε και τα παιδιά, στο πίσω κάθισμα. Κατά τα λοιπά, σημασία έχει το ταξίδι.

Σημασία έχει ο προορισμός. Η κατάληξη. Να φτάσεις κάπου και να ριζώσεις. Το «Κλέφτικο» είναι για λίγα επεισόδια, πέντε, δέκα, δεκαπέντε, ενδιάμεσος σταθμός. Ίσα ίσα για να μην πάθουμε τίποτε αρθριτικά στα χέρια και δεν μπορούμε μετά ν’ ακουμπήσουμε το πληκτρολόγιο. Ούτως ή άλλως, το Blogspot είναι τρύπα, δεν μ’ αρέσει. Τρύπα πιο μαύρη κι από τον υπόκοσμο του Σικάγο και μάλιστα δίχως καν να διαθέτει το σκοτεινά ενδιαφέρον στοιχείο της γνήσιας παραβατικότητας. Είναι απλώς αχανές, δαιδαλώδες, ανήλιαγο και κρύο. Είναι από τις παραλίες που δεν στρώνεις καν πετσέτα για ν’ αράξεις. Κάθεσαι χάμω μόνο για λίγο, να καπνίσεις ένα τσιγάρο πριν ξεκινήσεις γι αλλού.

Τι έχει το μενού. Να πούμε πρώτα τί δεν έχει. Από της ώρας δεν έχει τίποτα. Από μαγειρευτά τώρα : Και πάλι, σχεδόν τίποτα δεν έχει. Ξεροσφύρι. Εάν κανένας αιμοδιψής, που θα τύχει να περάσει από δω, θαρρεί πώς θα βρεί τίποτα παλιά πολυπαιγμένα επεισόδια με κύματα έλλιοτ και λοιπά παρατράγουδα, να το ξεχάσει καλύτερα. Αυτά τέρμα, τα βαρεθήκαμε (καλά, όχι όλοι), μα έλιωσε πιά και το βινύλιο.

Να πούμε άλλα τραγούδια τώρα. Κλέφτικα.
Αει, μπράβο, κλέφτικα.

"Ωρεν’ είμαστ’ οι δόλιοι λιγοστοί
άειντεν’ ειμάστ’ οι δόλιοι λιγοστοί

λίγοι κι διαλεμένοι"

"Ωρέ όλο μωρέ όλο παιδιά του είκοσι
άειντεν’ όλο παιδιά του είκοσι , παιδιά του κοσιένα"

"ωρέ φορούν τσαρούχια λαρ'σινά με μεταξένιες φούντες
Φορούν και τα φεσάκια τους
βασιλικιά κορώνα"

"ωρέ και παν για να πατήσουνε τα τούρκικα λημέρια"

Άείντεν’ ωρέ κλεφτόπουλα, καλή Πασχαλιά.