Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Άργος, ο μεσήλιξ παπαγάλος της Ιθάκης

Ο διανοητικά καθυστερημένος στρατηγός Μακ Άρθουρ, όταν το ΄σκασε σαν λαγός από το Κορεγκιντορ για να μην τον κόψουν φέτες τα Τζαπώνια, είχε υποσχεθεί ότι θα ξαναγύριζε. Πράγματι, ξαναγύρισε, τρία χρόνια μετά. Βέβαια, για να τηρήσει την υπόσχεσή του αυτό το μουλάρι, χρειάστηκε να βάψει τον Ειρηνικό κόκκινο από το πολύ αίμα. Κι αν οι σχιστομάτηδες ναυαρχαίοι και στρατηγοί δεν συναγωνίζονταν σε βλακεία τους ομοιόβαθμούς τους Αμερικάνους (και βέβαια αφαιρώντας από την ιστορία τις δύο χοντρομπόμπες), πιθανόν να είχε ξαναφύγει κυνηγημένος.

Γι’ αυτό λέμε πάντοτε ότι οι Ρώσσοι επιτελικοί ήταν μακράν οι κορυφαίοι γαλονάδες του εικοστού αιώνα, όπως θ’ αναλύσουμε προσεχώς, σε ειδικό άρθρο. Αυτά όλα, συν άλλα τέτοια αμιγώς χρηματιστηριακά κείμενα, στο νέο μπλογκ.

Τέλος πάντων, όπως κι ο ΜακΆρθουρ, έτσι κι εγώ, πιστός στην υπόσχεσή μου, γύρισα εδώ χάμω. Και μάλιστα αναίμακτα. Να πω ότι μου λείψατε, ψέμματα θα πω. Από την άλλη, να πω κι ότι δεν μου λείψατε, πάλι ψέμματα θα πω.

Από σήμερα και στο εξής, παίρνω αναφορά και μετράω κεφάλια. Όποιος λείπει και μετά τις 31 Αυγούστου, θα θεωρείται λιποτάκτης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ειδικά εν καιρώ πολέμου, όπως τώρα, καλή ώρα.

21 του μηνού Ιούλη σήκωνα το αποχαιρετιστήριο καλοκαιρινό μου άρθρο κι έγραφα, ο δαίμονας :

«Περνάμε μια τελευταία βόλτα από την αγορά να δούμε πού βρισκόμαστε. Βρισκόμαστε λοιπόν εκεί ακριβώς που βρισκόμασταν και εκεί θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναβρεθούμε . Εάν δεν μοιραστεί η τράπουλα, να πάνε τα φύλλα στους σοβαρούς παίκτες, σοβαρό παίγνιον δεν αρχίζει, άρα δεν χρειάζεται οι υπόλοιποι (οι ασόβαροι δηλαδή) να σπρωχνόμαστε, καθώς κάνει και ζέστη. Όπως τ’ αφήνω τώρα, έτσι υπολογίζω να τα βρω κι όταν γυρίσω, διότι τα χαρτιά δεν είναι μήτε σκύλοι μήτε γατιά, να ΄χεις την έγνοια τους όταν φεύγεις διακοπές. Ούτε θα πεινάσουν ούτε θα διψάσουν. Άστα λοιπόν ξαμολημένα κι ας πάνε όπου θένε, να βρουν το δρόμο τους μεσ’ στο κατακαλόκαιρο».

Ξαναλέω, 21 του μηνού Ιούλη, δηλαδή πριν ένα μήνα, με τον Γενικό Διακόπτη να κλείνει εκείνη τη μέρα στις 1570 μανάδες με μωρά παιδιά.

Γυρνάω πίσω ο σουρτούκης, έπειτ’ από τόσον καιρό περιπλανήσεων ανά την υφήλιο, από τις φαβέλες του Ρίο μέχρι τη Νήσο του Πάσχατος και τί βλέπω ; -Βλέπω το σπίτι μου αδιάρρηκτο, τα τιμαλφή μου στη θέση τους, τα φυτά μου ξεραμένα, τα μπονζάγια μου τσουρουφλισμένα -τα ψάρια μου όμως ακμαιότατα-, τις βεράντες μου μεσ’ στη σκόνη της Σαχάρας, το γραμματοκιβώτιό μου γεμάτο λογαριασμούς και τον Γενικό Δείχτη στις 1589 μονάδες συν κάτι ψιλά, αμελητέα.

Πετώντας τα φυτά στα σκουπίδια, σκέπτομαι ότι είχα δίκιο ο σατανικός Γκουρού.
«Βρισκόμαστε λοιπόν εκεί ακριβώς που βρισκόμασταν και εκεί θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναβρεθούμε».

Και ξαναβρεθήκαμε. Και πουθενά δεν πήγανε τα έρμα τα χαρτιά. Πουθενά δεν πήγε ο Δείχτης. Εδώ ήτανε, στο ίδιο ακριβώς σημείο και με περίμενε να γυρίσω πίσω, σαν τον σκύλο του Οδυσσέα, τον Άργο. Επί τη ευκαιρία, μια απορία, εύλογη πιστεύω: Η Τροία για να πέσει άντεξε 10 χρόνια, σωστά ; -Σωστά. Δηλαδή, όταν ο κερατάς ο Μενέλαος πήρε πίσω την ωραία Ελένη βαρέως μεταχειρισμένη, αυτή χρειαζόταν επειγόντως ΚΤΕΟ για να κυκλοφορήσει ξανά όξω. Τέλος πάντων, δεν είν’ αυτό το θέμα μου, ούτε λόγος μου πέφτει εμένανε στα κέρατα των αλλωνών. Άλλο ήθελα να πω. Έλεγα λοιπόν, ότι δέκα χρόνια ο Τρωϊκός και βάλε κι άλλα δέκα χρόνια περιπλανήσεων του Οδυσσέα, που στην πραγματικότητα ήταν μόνο τρία περιπλανήσεων, εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι ο μάγκας τα εφτά από τα δέκα χρόνια έρεψε στης Καλυψούς την κλίνη. Τέλος πάντων, δεν είν’ αυτό το θέμα μου, ούτε λόγος μου πέφτει εμένανε στα καβαλήματα των αλλωνών. Άλλο ήθελα να πω.

Ήθελα να πω δηλαδή, ότι ο Οδυσσέας έλειπε είκοσι χρόνια γεμάτα από το σπίτι του. Άρα, έλεος ρε παιδιά, αλλά και κουτάβι να τον είχε παρατήσει τον Άργο, δεν γίνεται να έζησε το σκυλί είκοσι χρόνια. Κανένα σκυλί δεν ζει είκοσι χρόνια. Ούτε καν τα τσιουάουα. Κι αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν ότι τότενες ο μέσος όρος ηλικίας γενικώς –ακόμη και των τσιουάουα- ήταν χαμηλότερος (ούτε χτηνιάτροι υπήρχανε ούτε τίποτα), φθάνουμε εύκολα στο συμπέρασμα ότι ο Άργος δεν μπορεί να ήτανε σκύλος. Με καμμία Παναγία δεν ήτανε σκύλος ο Άργος. Προσοχή, δεν λέω ότι δεν υπήρχε Άργος. Δεν είμαι ιερόσκυλος να αμφισβητήσω στα ίσα κοτζάμ Όμηρο. Λέω απλώς ότι δεν μπορεί να ήτανε σκύλος ο Άργος. Άλλο ζώο ήτανε.

Ανεξάρτητα από το τί λέει ο Όμηρος, εγώ εχτιμώ ότι ο Άργος πρέπει να ήτανε παπαγάλος αφρικάνικος, απ’ αυτούς τους γκρίζους τους ομιλούντες, οι οποίοι χτυπάνε λίγο-πολύ καμμιά ογδονταριά χρόνια και βάλε. Κορακοζώητοι αυτοί οι παπαγάλοι. Από την άλλη, δεν αποκλείεται ο Άργος να ήτανε ελέφας, διότι κι οι ελεφάντοι ζούνε πολύ, χώρια που διαθέτουν μνήμη φοβερή. Και για να θυμάσαι έναν μπάρμπα που έχεις να τον δεις από μικρό παιδί, απαιτείται ορισμένη μνήμη, όπως και να το κάνουμε.

Θέλω μ’ αυτά να πω ότι πρέπει πάντα να προσέχουμε τί μας σερβίρουν, ακόμη κι αν το γκαρσόν είναι ο ίδιος ο Όμηρος. Πόσο μάλλον εάν είναι κάνας γκουρού της φάπας. Χρηματιστηρικώς ομιλών, υπενθυμίζω πως πριν κάναν μήνα είχα εύστοχα (εννοείται) παρατηρήσει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως των προβλέψεων των βασικών αντιδεικτών μας, η καλύτερη λύση είναι η αποχή.

Συγκεκριμένα, ακριβώς στις 27 Ιουλίου, επεσήμαινα :
«Στην πραγματικότητα, η αγορά εξακολουθεί ατασική. Για να μην υπεισέλθω σε πολύπλοκους συλλογισμούς, αναφέρω απλώς το γεγονός ότι ο μεν Ανάποδος επιμένει long, η δε Ντόρα φρούμαξε και σορτάρει πλέον ο,τιδήποτε σε μετοχές και δείκτες, μέχρι και τον δείκτη της βενζίνης στ’ αμάξι της. Δύο τιτάνιες αντίρροπες δυνάμεις συγκρούονται και ουδείς μπορεί να προβλέψει τον νικητή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν δηλαδή τα συνήθη εργαλεία μας παρέχουν αντιφατικές πληροφορίες, η καλύτερη λύση είναι η αποχή. Εναλλακτικά, εάν βρισκόμαστε ήδη σε διακοπές, καλή λύση είναι και η απόχη ή και κάνα παραγάδι, γιατί όχι ;»

Μάλιστα κύριε. Πάλι άναυδο με άφησα. Ό,τι είπα γίνηκε, δηλαδή τίποτα δεν γίνηκε. Έτσι, ούτε άσκοπες κινήσεις έκανα ούτε χρόνο έχασα ούτε τη ζαχαρένια μου χάλασα, να κοιτάω το ασανσέρ του χαζοπίνακα ν’ ανεβαίνει από το υπόγειο στο ισόγειο και τούμπαλιν. Και σιγά τη διαδρομή δηλαδή. Επειδή όταν λέμε διακοπές, εννοούμε διακοπές. Στο αναμεταξύ, οι γνωστοί γκουρούδες έχουν εναλλαχθεί καμμία εικοσαριά φορές μεταξύ αρκουδιάς και ταυροσύνης, αναζητώντας –λέει- την τάση και περιμένοντας ακόμη το «καυτό χρηματιστηριακά καλοκαίρι, το γεμάτο εκπλήξεις». Ναι, μην ξεχάσετε να βάλετε και πυρίμαχο στολή. Πάει το καλοκαίρι. Καμμία έκπληξη.

Τώρα, το δελτίο καιρού για Σεπτέμβρη λέει ότι θα φάμε κάτι μποφώρια στο κεφάλι, οπότε ας έχουμε τις δραμαμίνες παραμάσχαλα. Θα χορέψουμε καλά, ετοιμαστείτε. Από Σεπτέμβρη λέμε. Θα τα πούμε αυτά, εγκαίρως.

Όπως είχαμε πεί, το «Κλέφτικο» σε λίγες μέρες μετακομίζει. Ίσως μάλιστα να μην λέγεται πλέον καν «Κλέφτικο», θα το δούμε αυτό. Τα μαζεύουμε και πάμε αλλού. Το βέβαιον είναι ότι θα συνεχίσουμε την πύρινη αρθρογραφία μας, πιστοί στις βασικές αρχές του Μπουσίντο, εάν βέβαια εξαιρέσουμε την ευθύτητα, τον σεβασμό, την πίστη, την εντιμότητα, τη μεγαλοψυχία και την αφοσίωση. Εντάξει, είπαμε, αλλά απλοί άνθρωποι είμαστε, όχι σαμουράηδες. Εάν ήταν να τηρούμε κατά γράμμα το Μπουσίντο, θα ήμαστάνε ο μίστερ Μιγιάγκι και θα κονομούσαμε από στιλβωτήρια αυτοκινήτων και σχολές πολεμικών τεχνών. Wax on-Fuck off. Άλλωστε, είδαμε πως πρόκοψε κι εκείνος ο Ντάνιελ-σαν, ο Βαράτε Κιντ λέω, που από τότε που σακάτεψε τους αμερικάνους καρατέκες δεν ξανάπαιξε ούτε σε επεισόδιο του Λάκη του Γλυκούλη.

Και τώρα, λίγο πριν καρφώσω στο έδαφος την ταμπέλα με τη νέα διεύθυνση, δώστε μου λίγες μέρες περισυλλογής και ενδοσκόπησης.

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Προσεχώς, με νέο έργο

Aυτό ήταν μάγκες μου, πάει και τελείωσε και κλείνει ο σινεμάς. Τέρμα το «Κλέφτικο». Και για να προλάβω τυχόν λιποθυμίες, επεξηγώ : Τέρμα το «Κλέφτικο» απ’ αυτήν εδώ τη συχνότητα, από το blogspot δηλαδή. Άμα τη επανόδω όπως έχω ήδη προαναγγείλει, αρχινάμε τις εκπομπές από αλλού. Πού είναι αυτό το «αλλού», δεν θα το πούμε τώρα, αλλά μόλις επιστρέψουμε, με το καλό. Όχι τώρα. Λυπάμαι, αλλά είναι θέμα ραδιοπειρατικής πολιτικής και marketing του blog. Αλλά μόλις γυρίσω, θα δώσω αμέσως το χάρτη με τη νέα διεύθυνση, που θα είναι και η τελευταία μου κατοικία, στον μάταιο τούτο κόσμο.

Παράλληλα, οι ένοικοι -λέει- της πολυκατοικίας του δημοσιογράφου που καθαρίσανε οι Σεχταίοι, ζητάνε τώρα προστασία από την αστυνομία. Οι κακές οι γλώσσες λένε πώς και οι Σεχταίοι ζητάνε προστασία από την αστυνομία. -Το πιάσατε, έτσι ; Τώρα, η αλήθεια είναι πως η πολιτσία έβαλε τα χέρια της κι έβγαλε τα μάτια της, διότι δήλωσε απερίσκεπτα ότι «όλοι κινδυνεύουν» από τις επιθέσεις της Σέχτας. Το άκουσε αυτό ο κόσμος και τώρα όλοι ζητούν προστασία. Οι πάντες. Από τους ενοίκους της πολυκατοικίας, μέχρι κάτι αστρολόγους bloggers, που ανησυχούν μήπως έχουν ενοχλήσει σφόδρα τους επαναστατικούς κύκλους με τα μελλοντολογικά μανιφέστα τους και φοβούνται τώρα μήπως φάνε καμιά αδέσποτη. Γενικά, είναι της μόδας να το παίζεις ότι είσαι -και καλά- "στόχος" της Σέχτας. Υποδηλώνει ορισμένο κύρος. Είσαι κάποιος. Ενώ, εάν δεν απειλείσαι απο κανέναν, είσαι ο τίποτας.

Παρατηρήθηκε ωστόσο ότι από την ημέρα του φονικού έπεσε μούγκα στα blogs. Οι μεν φοβούνται μην τυχόν γίνουν στόχος της Σέχτας. Οι δε φοβούνται μην τυχόν γίνουν στόχος της ΕΛΑΣ και βρουν κάνα μπελά στα καλά του καθουμένου. Οπότε, το ελάχιστο που έχει να κάνει κανείς αυτές τις πονηρές ημέρες, είναι να προσέχει τις διατυπώσεις του, τηρώντας πάνω απ’ όλα μια άλφα ουδετερότητα. Για να μη μείνω στη θεωρία, να δώσω κι ένα παραδειγματάκι επιτηδευμένης διατύπωσης, να ξέρουν πάνω-κάτω κι οι εκκολαπτόμενοι bloggers σε ποιό πλαίσιο θα πρέπει να κινηθούν. Γράφεις ας πούμε :

«Καταδικαστέα η ενέργεια της Σέχτας κι ας ευχηθούμε αυτό το περιστατικό να ήταν το τελευταίο στην αιματηρή αλυσίδα τέτοιων επιθέσεων. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η ΕΛΑΣ, στην προσπάθεια διαλεύκανσης της υπόθεσης, θα πράξει εις το ακέραιο το καθήκον της, με βασικό κριτήριο και μέλημα την προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του πολίτη».

Σούπερ. Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ. «Καταδικαστέα», λέει, η ενέργεια. Δηλαδή, γενικώς καταδικαστέα. Δεν καταδικάζεις εσύ προσωπικά, δεν την παίρνεις πάνω σου την καταδίκη. Πάμε παρακάτω. «Το περιστατικό», λέει. Δεν λέει δηλαδή «τρομοκρατικό χτύπημα», «δολοφονία», «εν ψυχρώ εκτέλεση», καθόλου τέτοια πράγματα. Σκέτο «περιστατικό». Έπειτα, λέει «ας ευχηθούμε», που ας ευχηθούμε δεν λέει τίποτε επί της ουσίας. Δεν χτυπιέται, δεν απαιτεί, δεν επιτάσσει σύλληψη των δραστών, απλώς εύχεται, όπως λέμε «στην υγειά μας βρε παιδιά», όταν τσουγγρίζουμε με τον κυρ-Σπύρο, τον γνωστό χαμηλόμισθο υπαλληλίσκο της ΝΕΤ.

Εν συνεχεία, κοιτάμε να περάσουμε αλώβητοι κι από την άλλη συμπληγάδα, που λέγεται αστυνομία. Κι εδώ, κάτι πρέπει να πεις, αλλά και πάλι δίχως να προκαλέσεις. Λες λοιπόν τις ανωτέρω γενικόλογες παπαριές, χειρότερες δηλαδή κι απ’ αυτουνού του κανούργιου βαζελοπροέδρου. Κάτι τέτοιες αόριστες μπουρδολογίες αμολάει κι αυτός, εξ’ ού και τον πήρανε για Πρόεδρο, επειδή έχει το μπλα-μπλα του και διαθέτει πλατύ γνωστικό υπόβαθρο, ως αντιβιοτικό ευρέως φάσματος, τύπου αμοξίλ. Κι από μπάλα ξέρει (έτσι λέει), κι από πολιτική ξέρει (άλλοι λένε πως δεν ξέρει την τύφλα του) κι από ανθρώπινα δικαιώματα ξέρει κι από πράσινη ανάπτυξη ξέρει κι από γκόμενες ξέρει κι από καλό κόσμο ξέρει και σουλουπωμένος είναι, όχι δηλαδή σαν το άλλο το μοσχάρι το αξούριστο, που το είχανε μέχρι πρότινος για μπροστινό, να χαλάει όλη τη μόστρα της ΠΑΕ. Το οποίο μοσχάρι είναι ολόφτυστο με το άλλο το μοσχάρι, το καινούργιο ερυθρόλευκο. Ούτε δίδυμοι να ήταν. Δίδυμοι Χοίροι. Ίδια σαπιοκοιλιά, ίδια μοσχαροκεφαλή, ίδια γουρουνόφατσα, ίδιο μούσι (για να κρύβει τα χάλια) ίδιο κι απαράλλαχτο σουλούπι ασουλούπωτο. Άμα το βαρύ τίμημα για να ‘χουμε βαπόρια είναι να ‘χουμε τέτοια μούρη, άσε, να μας λείπει καλύτερα.

Αφήνουμε το αστυνομικό ρεπορτάζ και περνάμε μια τελευταία βόλτα από την αγορά να δούμε πού βρισκόμαστε. Βρισκόμαστε λοιπόν εκεί ακριβώς που βρισκόμασταν και εκεί θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναβρεθούμε . Εάν δεν μοιραστεί η τράπουλα, να πάνε τα φύλλα στους σοβαρούς παίκτες, σοβαρό παίγνιον δεν αρχίζει, άρα δεν χρειάζεται οι υπόλοιποι (οι ασόβαροι δηλαδή) να σπρωχνόμαστε, καθώς κάνει και ζέστη. Όπως τ’ αφήνω τώρα, έτσι υπολογίζω να τα βρω κι όταν γυρίσω, διότι τα χαρτιά δεν είναι μήτε σκύλοι μήτε γατιά, να ΄χεις την έγνοια τους όταν φεύγεις διακοπές. Ούτε θα πεινάσουν ούτε θα διψάσουν. Άστα λοιπόν ξαμολημένα κι ας πάνε όπου θένε, να βρουν το δρόμο τους μεσ’ στο κατακαλόκαιρο. Τώρα, άμα τύχει και γίνει κάνα συγκλονιστικό μέσα στον Αύγουστο, που δεν το βλέπω δηλαδή, ρίξτε κάνα τηλέφωνο οι γκουρούδες, να κάνουμε κι εμείς τα κουμάντα μας. Αλλά να μην με ενοχλήσετε, παρά μόνον εάν σπάσουμε για κάτω τις 1176 μονάδες και για πάνω τις 1934. Σε καμία άλλη περίπτωση.

Όπως ένας τύπος στη παραλία σε νησί, καλοκαίρι του ’99, με το κινητό στο χέρι : «-έλα ρε μαλάκα, τί γίνεται ; -Α, ναι ; -Πάλι κερδάμε ; -Τι θα γίνει ρε με μας ; Όλο κερδάμε». Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια. Πάλι τηλέφωνο, πάλι κερδάνε. Και κερδάνε και ξανακερδάνε. Βουτιές στη θάλασσα, ψαράκια, ουζάκια και να πάνε να κουρεύονται όλοι. Ε, μετά δεν ξέρω τί απέγινε. Μπορώ να φανταστώ όμως.

Πείτε μου τώρα εσείς οι κουλτουριαραίοι με την κλασσική παιδεία, τί γίνεται πάλι εκεί χάμω, στην Επίδαυρο ; Διαβάζω πάλι κάτι καραγκιοζιλίκια και μου σηκώνεται η τρίχα στο σβέρκο (θέλω και haircut πριν φύγω, τώρα που το θυμήθηκα). Kάτι Λυσιστράτες μυστήριες, με κάτι μηχανάκια πάνω στη σκηνή, κάτι παλιά κρεβάτια, κάτι τύπους ντυμένους βραζιλιάνες καρναβαλιτζούδες , κάτι σουτιέν που μετά γίνονται γραβάτες, «με πνεύμα» λέει «Μάη ’68» και τέτοιες παπαριές. Μα καλά, υπάρχει στ’ αλήθεια κόσμος που πάει και πληρώνει λεφτά να δεί τέτοιες αηδίες ;

Και στο καπάκι βλέπω και κάτι άλλους τύπους, όχι εδώ όμως, πιο πέρα, εκεί κάτω, στις Συρακούσες. Όπου υπάρχει ένα Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος, από το 1914 μέχρι και σήμερα ακόμη και το παλεύουν οι άνθρωποι, ανεβάζοντας παραστάσεις κάθε χρόνο, έργα αρχαία ελληνικά. Teatro Greco λέγεται το θέατρο κι έχουν δουλέψει εκεί από Γκάσμαν και Ζαρέσκι, μέχρι Παζολίνι και Ειρήνη Παπά. Αυτοί πάλι έχουν άλλο σκεπτικό. Αντί να πιάσουν το έργο και να του αλλάξουν τον αδόξαστο, σαν κάτι άλλους δικούς μας μάγκες (όχι τζάμπα όμως, επιδοτούμενους), που έχουν μπερδέψει το κλασσικό κάλλος με τον κάλο που έχουν στον εγκέφαλο, αυτοί λοιπόν στις Συρακούσες εμμένουν στο κείμενο και στην παραδοσιακή φόρμα των παραστάσεων. Επειδή έχουν καταλάβει ότι τα συγκεκριμένα πρωτότυπα είναι αξεπέραστα, ήδη ολοκληρωμένα και κάθε προσπάθεια «μοντερνισμών» και «σκηνοθετισμών» δήθεν, αποτελούν προσβολή για το έργο και κατ’ επέκταση για τον θεατή. Έτσι την έχουν δει αυτοί οι τύποι.







Θέλω να πω, ο Αίας είναι κανονικός Αίας, δεν είναι αδελφή ξεφωνημένη. Η Αθηνά είναι Αθηνά με δόρυ και περικεφαλαία, όχι με ταγάρι και μπλουζάκι ¨Μake love not War". Δεν ανεβάζουν Harley Davidson επί σκηνής, καθόσον αντιλαμβάνονται ότι ο Ευριπίδης ουδεμία σχέση είχε με τους Blue Oyster Cult (καλά, εκείνος ο Μπάκ Ντάρμα, τί κιθαρισταράς είναι ο άτιμος ;). Επίσης, δεν ανεβάζουν στη σκηνή γκοτζαμάνικο τρίκυκλο, όπως ένας άλλος καραγκιόζης, πρόπερσι στην Επίδαυρο, ένας που του πετάξανε σάπια ζαρζαβατικά μου φαίνεται και ν’ αγιάσει το χεράκι τους, των εύστοχων. Δεν ντύνουν τους ηθοποιούς τραβεστί, με παλιά κουρέλια από το βεστιάριο του Δελφιναρίου, δεν επενδύουν μουσικά το έργο με Στραβίνσκι ή ξέρω γω με Ορνέτ Κόλμαν, δεν φωνάζουνε ξέμπαρκους ατάλαντους ηθοποιούς από χειμερινά σήριαλς, που την είδαν ξαφνικά έντεχνοι κι είπαν να χτίσουνε προφίλ στην πλάτη του Σοφοκλή.


Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι σέβονται. Ήρθαν κι εδώ, να δείξουν τη δουλειά τους, με τρείς παραστάσεις, από τις οποίες απομένει μου φαίνεται μία ακόμη, η «Φαίδρα», στις 22 και 23 τρέχοντος, θέατρο Ειρήνης Παπά. Τώρα θα μου πεις, «σιγά να μην τρέχω στους μαφιόζους. Επίδαυρο θα πάω, να δω Λυσιστράτη, να με δούνε κιόλας, άσε που έχει κι επώνυμους και μοντέλα στην εξέδρα». Ναι, ναι, ξέρω. Στην εξέδρα των επισήμων.

Τα λέμε για λίγες μέρες ακόμη από δω χάμω. Καλά να περάσετε όλοι. Όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι. Οι πάντες όλοι.

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Γκρίζες Ζώνες στον Μπερντέ

Mου ζητήθηκε να εκπονήσω μίαν εμπεριστατωμένη μελέτη πάνω στο φλέγον ζήτημα της υπηκοότητος του Καραγκιόζη, κατόπιν της πρόσφατης απόφασης της UNESCO,που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών. Ως γνωστόν, τουλάχιστον σε όσους παρακολουθούν συστηματικά τα διάφορα καραγκιοζιλίκια που καθημερινά μας σερβίρονται διά του τύπου, κάποιοι καραγκιόζηδες από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού της Τουρκίας είχαν προσφύγει στην UNESCO, ζητώντας από τους εκεί καραγκιόζηδες την αναγνώριση της τουρκικής ως της αυθεντικής υπηκοότητας του Καραγκιόζη.

Πριν απ’ όλα, θα ήθελα να συγχαρώ τους τουρκαλάδες καραγκιόζηδες δημοσίους υπαλλήλους του ανωτέρω υπουργείου, για τη φιλοπονία τους. Τουλάχιστον εκείνοι φροντίζουν να δικαιολογούν τον μισθό τους, έστω και ανακαλύπτοντας ορισμένο έργο εκεί που δεν υπάρχει. Να θυμίσω ότι ο Έλλην ομόλογος του Τούρκου ομολόγου καραγκιόζη υπουργού τουρισμού, κύριος Άρης, το μόνο που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της θητείας του ήταν να παραγγείλει τριάντα χιλιάδες μπαλάκια αντι-στρες, με το λογότυπο του ΕΟΤ απάνω, μπαλάκια που μας πήγανε δεν ξέρω και γω πόσες χιλιάδες ευρώ. Καραγκιοζιλίκια, θα πεί κάποιος. Λάθος : -Η συγκεκριμένη δαπάνη κρίνεται σήμερα ανελαστική, ιδίως εάν ληφθεί υπ’ όψιν το άγχος που θα τράβηξαν οι κακομοίρηδες οι –χιλιάδες, ανά την υφήλιο- υπάλληλοι του ΕΟΤ, μπροστά στο φάσμα της απολύσεως. Άρα τα μπαλάκια πιάσαν τόπο, στα ιδρωμένα χέρια των τσιτωμένων υπαλλήλων. Πάει αυτό.

Λέγαμε λοιπόν για τον Καραγκιόζη. Να σημειώσουμε μία λεπτομέρεια, ότι δηλαδή οι Τούρκοι ζήτησαν να ανακηρυχθούν ως μεμέτηδες μόνον ο Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης. Καμία άλλη φιγούρα. Μόνον αυτοί οι δύο, Καραγκιόζης και Χατζηαβάτης. Έχει σημασία αυτό και θα δούμε κατόπιν για ποιόν λόγο.

Δεν συνηθίζω να μασάω τα λόγια μου, ούτε και τώρα θα το κάνω. Ο Καραγκιόζης θα μπορούσε και να είναι όντως Τούρκος. Κάτι τέτοιο μαρτυράει τ’ όνομά του, όπως και το σουλούπι του. Το μαρτυράει ιδίως το γεγονός ότι προσκυνάει Αγά Τούρκο. Εκτός δηλαδή κι αν είναι ο Πήλιος Γούσης, δεν εξηγείται διαφορετικά να προσκυνάει Αγά Τούρκο. Και εδώ βρίσκεται το κλειδί της υπόθεσης : Προσκυνάει Τούρκο Αγά, διότι απλούστατα η πλοκή αναφέρεται στην ιστορική περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρά τους όποιους μοντερνισμούς και αυθαιρεσίες, που συχνά ενσωματώνουν στην υπόθεση οι συμπαθείς καραγκιοζοπαίκται. Από την άλλη, ο αντίλογος : -Εάν είναι Τούρκος, τότε πώς γίνεται να έχει ξωμείνει μ' αυτήν την καψερή την Αγλαϊα, ε ; -Πού είναι το χαρέμι του, ε ; Φυσικά, αυτό δεν το σκέφτηκε κανείς από τα δικά μας τα τζιμάνια. -Επίσης, γιατί δεν φοράει φέσι, ε ; Σας κόλλησα στον τοίχο, παραδεχτείτε το.

Δεν -επαναλαμβάνω, δεν- είναι Τούρκος ο Μπαρμπα-Γιώργος, ούτε ο Νιόνιος ο Ζακυνθινός, ούτε και ο Μορφονιός ο γίγαντας (αυτό δα μας έλειπε). Γι’ αυτό άλλωστε δεν τόλμησαν οι τουρκαλάδες δημόσιοι υπαλληλοι να προσβάλουν την εξόφθαλμη ελληνικότητα αυτών ειδικά των χαρακτήρων. Θα έλεγα μάλιστα ότι κατά κάποιο τρόπο πιάστηκαν και μαλάκες οι Τούρκοι, διότι θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν συμπεριλάβει στην προσφυγή τους και τα τρία κολλητήρια, που ως γνήσια τέκνα Τούρκου υπηκόου, θα έπρεπε να είναι και αυτά –de jure- τουρκόσποροι, είτε μας αρέσει είτε όχι. Αμφιβάλλω επίσης για την τουρκότητα του Χατζηαβάτη. –Από πού κι ως πού Τούρκος ο Χατζηαβάτης, που μέχρι τα Ιεροσόλυμα είχε πάει, να προσκυνήσει ; Ιεροσόλυμα λέμε, όχι Μέκκα.

Τώρα, η διευθύντρια του Νεότερου Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού, κάποια κυρία Τέτη Χατζηνικολάου, ισχυρίζεται ότι "ο Καραγκιόζης αποτελεί άυλη φιγούρα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας". Μα, κυρία μου, καρφώνεσαι από μόνη σου, χρησιμοποιώντας τον όρο «κληρονομιά». –Από πού τον κληρονόμησες δηλαδή τον Καραγκιόζη ; -Από τους Αζτέκους ή από τους Σουμέριους ; Από τους Τούρκους τον κληρονόμησες, όπως κληρονόμησες το ιμάμ μπαϊλντί, τον τζουρά τον τρίχορδο και τα σιχτίρια εν γένει. Δεν είναι δα και ντροπή.

Κυβερνητικοί παράγοντες αναφέρουν, λέει, ότι η μοναδική περίπτωση να συμπεριληφθούν και οι πολιτιστικές ενστάσεις της Ελλάδας όσον αφορά τον Καραγκιόζη είναι «να υπάρξει ένα είδος συμφωνίας με την Τουρκία». –Δηλαδή, τί είδους «συμφωνίας» ρε παιδιά ; Να καταλήξουμε, ας πούμε, ότι ο Καραγκιόζης είναι κάνας ομογενής από την Πόλιν; Δεν τον κόβω και πολύ για Κωνσταντινουπολίτη τον μαυρομάτη. Μάλλον για ανατολίτη, θα έλεγα. Άνκαραγκουτσού, Γκεντσλερμπιρλιγκί και βάλε.

Για να βοηθήσω κάπως την κατάσταση, θα πρότεινα να ενσωματωθεί στο σχετικό μνημόνιο ειδική διατύπωση, που να ξεκαθαρίζει ότι ναι μεν ο Καραγκιόζης τυγχάνει Τουρκικής υπηκοότητος, πλην όμως φρονήματος ελληνικού.

Εν πάση δε περιπτώσει, για να ολοκληρώσω τη γνωμοδότησή μου, θεωρώ ότι θα μπορούσαμε τελικά να αναγνωρίσουμε την απώτερη τουρκική προέλευση του Καραγκιόζη, υπό τον αναγκαίο όρο όμως της ταυτόχρονης ρητής παραδοχής ότι το ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΙΛΙΚΙ είναι αποκλειστικά ελληνικό προϊόν και γέννημα της σύγχρονης νεοελληνικής κουλτούρας. Έτσι μάλιστα.

Κι αν δεν μας πιστεύουν εκεί κάτω στο Άμπου Ντάμπι, τους πάμε καμιά κασέτα με τίποτα πρωϊνάδικα, Αυτιάδες, Παπαδάκηδες και λοιπούς, τίποτα Τσαλίκηδες, Βανδήδες, καμιά Τζούλια, καμιά Ρούλα, κάναν Ψινάκη, καμιά τζουτζούκα-Μανωλίδου, κάναν Τζοχατζόπουλο, τέτοια ακλόνητα στοιχεία, να τυλίξουμε τους τουρκαλάδες σε μια κόλλα χαρτί, να μην μας κουνιούνται και καλά για τον Καραγκιόζη τους. Εμείς διαθέτουμε πολύ περισσότερους και πολύ καραγκιοζέστερους.
Τέλος, υπενθυμίζω ότι θα πρέπει να πατήσουμε πόδι ειδικά στο θέμα του Χατζηαβάτη, που δεν είναι Τούρκος ούτε με σφαίρες. Ξυπνάτε επιτέλους, κόπροι του υπουργείου : -Αξιοποιήστε τις γκρίζες ζώνες του θεάτρου σκιών, προς όφελός μας.

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

"Δεν λειτουργεί"

O διαβόητος «Μεζούρας», ο γνωστός τερατόμορφος πρώην δικαστής Ντρεντ και ήδη τρόφιμος της μπουζουριέρας Κορυδαλλού, απέκτησε το προσωνύμιό του λόγω της ιδιαίτερης συνήθειας να ΑΠΟΓΡΑΦΕΙ σε ειδικό αρχείο το ύψος πανύψηλων αλλοδαπών καλλονών, των λεγομένων και «δίμετρων».

Κάνω εδώ μια παρένθεση, για να παρατηρήσω ότι ποτέ δεν κατάλαβα σε τί ακριβώς συνίσταται η γοητεία μιας γυναίκας ύψους διακοσίων –ή και περισσότερων- εκατοστών του μέτρου. Ακούω καμιά φορά κάτι λιγούρηδες που σχολιάζουν μεταξύ τους «-πωωωωπω, πάρε μάτι το δίμετρο που έρχεται». Γυρνάω προς την πλευρά που πλησιάζει το «δίμετρο» και σχεδόν πάντα βλέπω μια μπατάλω, πάντως όχι πάνω από 1,75 cm, σε κάθε περίπτωση και διερωτώμαι πόση στραβομάρα πρέπει να έχει κανείς για να μην μπορεί να διακρίνει μια διαφορά ύψους της τάξης των εικοσιπέντε ολόκληρων εκατοστών και βάλε. Αυτός εκεί, το χαβά του, «-πωωωωωπω, τί άπαιχτο δίμετρο είν’ αυτό ;». Ρίχνω μια ματιά και στον γκαβούλιακα : Κοντός, χοντρός, στραβοχυμένος και κατά τα λοιπά μου θέλει και «δίμετρο». –Να το κάνει τί το δίμετρο; Αγνοώ. Όπως το βλέπω εγώ, η μόνη χρησιμότητα ενός «δίμετρου» δίπλα σ’ έναν χάλια, που εντούτοις κατά τα λοιπά ίσως και να πέρναγε απαρατήρητος, είναι να τον κάνει εντελώς περίγελω. Αλλά φαίνεται ότι ορισμένοι τη βρίσκουν να γίνονται ρόμπα.

Τέλος πάντων, λέγαμε για τον Μεζούρα και τις ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ που έκανε με τη μεζούρα του, πάνω σε κάτι φουκαριάρες ξένες, που είχαν την ατυχία να πέσουν στο δρόμο του. Ο Μεζούρας δεν ήταν όπως αυτοί οι τύποι στις καφετέριες, που απλώς ονειρεύονται δίμετρες. Ο Μεζούρας ήταν μεθοδικός, ήθελε να ξέρει το ακριβές ύψος της καθεμιανής. Ο Μεζούρας ήθελε, όταν λέμε δύο μέτρα, να εννοούμε δύο μέτρα. Όπως όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια. Ή όπως όταν λέμε δεκαπέντε χρόνια ειρκτή, εννοούμε δεκαπέντε χρόνια ειρκτή. -Ή μήπως όχι ; Κάπου τόσα μου φαίνεται έχει φάει κι ο Μεζούρας. Δεκαπέντε εννοώ, όχι ισόβια.

Ο οποίος Μεζούρας βέβαια, με τη συμπεριφορά του έθεσε εαυτόν εκτός δικαστικού σώματος, διότι ως γνωστόν το δικαστικό σώμα αποτελείται από ακέραιους ανθρώπους, δίχως μεζούρες στην τσέπη και παρτίδες με αλλοδαπές φοράδες. Έτσι είναι. Για τον ίδιον ακριβώς λόγο, είχε παλαιότερα τεθεί εκτός σώματος και ένας άλλος, εάν θυμάστε, ένας περίεργος χλεμπονιάρης γυαλούμπας που του είχανε βγάλει και τραγούδι σκωπτικό, ο σατανάς ο Ρασούλης μου φαίνεται του το είχε βγάλει, που έλεγε «γειά σου κύριε εισαγγελέα, με τη Τζένη την ωραία». Τώρα, για να λέμε την αλήθεια, η «Τζένη» δεν ήτανε ωραία, τουλάχιστον όχι πριν το πρωϊνό κόντρα-ξούρισμα, με προσάρ-αφρότερο-αφρό. Και πολύ περισσότερο, δεν ήτανε καν «Τζένη», αλλά αυτά είναι τα βίτσια τα μυστήρια του καθενός κι εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Κι όπως φαίνεται, επειδή ακριβώς δεν μας πέφτει λόγος, μας πέφτει ράβδος. Έτσι εξηγούνται όλα.

Όπως και να ΄χει το πράγμα, σε όλες τις καταστάσεις υπάρχει και μια φωτεινή πλευρά. Ας πούμε, εν προκειμένω, ο Μεζούρας και ο χλεμπονιάρης, όπως κι η άλλη η Μπουρμπούλαινα, αλλά και μια άλλη που ήτανε σαν κομοδίνο -δεν θυμάμαι όνομα, αλλά τα έπιανε πολύ χοντρά- όλοι αυτοί λοιπόν, καθώς τους κλωτσήσανε όξω από το δικαστικοεισαγγελικοαπαυτό σώμα, τη γλιτώνουνε τώρα την απογραφή.


Οι υπόλοιποι όμως, οι εν ενεργεία (οι ενεργητικοί που λένε), δεν την γλιτώνουνε την απογραφή. Βεβαίως, είναι γεγονός ότι σηκώσανε μπαϊράκι και αρνούνται να πειθαρχήσουν, ισχυριζόμενοι ότι του λόγου τους δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά «δημόσιοι λειτουργοί». Άλλο υπάλληλος, άλλο λειτουργός, μην τα συγχέουμε. Κατ’ αρχήν, μια πρώτη διαφορά είναι ότι ο δημόσιος υπάλληλος είναι «υπό», όπως μαρτυρεί και τ’ όνομά του : ΥΠ-άλληλος. Ενώ ο δημόσιος λειτουργός είναι άλλο πράγμα. Είναι ΥΠΕΡ και για την ακρίβεια ΥΠΕΡΑΝΩ. Υπεράνω κοινών θνητών, υπεράνω λαού, υπεράνω νόμων, υπεράνω δημοσίου συμφέροντος, υπεράνω όλων. Γενικώς, αυτές οι κουφάλες είναι ούμπερ άλλες.

Επίσης, ο δημόσιος λειτουργός λειτουργεί, κατ’ αντιδιαστολήν προς τον δημόσιο υπάλληλο που δεν λειτουργεί, γι’ αυτό ακριβώς και λέμε συχνά το κλισέ, ότι ο δημόσιος τομέας δεν λειτουργεί. Φανταστείτε τώρα δύο θαλάμους ασανσέρ. Ο ένας γράφει απόξω «ΔΕΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ». Ε, αυτός είναι ο δημόσιος υπάλληλος. Ο άλλος θάλαμος, αυτός που λειτουργεί, είναι ο δημόσιος λειτουργός. Να μάνι-μάνι η διαφορά, με το παραστατικό μου παράδειγμα.

Υπό τη στενή έννοια, δημόσιος λειτουργός θα πρέπει να θεωρηθεί και ο παπάς. Του κερατά δηλαδή, εάν δεν θεωρηθεί λειτουργός και ο παπάς, που η δουλειά του ακριβώς είναι να λειτουργεί. Θεωρώ λοιπόν, ότι για λόγους ισότητας δεν θα πρέπει να απογραφούν ούτε και οι παπάδες. Αυτό είναι το σωστό και δεν σηκώνω κουβέντα. Για κάτσε να σταματήσουνε οι παπάδες να λειτουργάνε, να δω μετά ποιός θα κοινωνάει τις γριές. Θεωρώ επίσης ότι και οι ψαλτάδες εμπίπτουν στην κατηγορία των δημοσίων λειτουργών, διότι κανονικά, χωρίς ψαλτάδες, λειτουργία της προκοπής δεν γίνεται, εξόν πιά κι αν ο παπάς είναι ο Τιραμόλα και προλαβαίνει να πετάγεται από το ένα στασίδι στο απέναντι, να λέει μόνος του κανοναρχήματα κι αντιφωνήσεις.

Ή –ακόμη χειρότερα- κάτσε να σταματήσουν να λειτουργούν και οι δικαστάδες, να δω μετά ποιός διάβολος θα επιδικάζει αναδρομικά στους εαυτούς τους.

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

-Ώστε P.I.G.S., ε ;

Ο Μέγας Προδότης Ντούσκο ενώ δίνει οδηγίες στον Κάρλες Πουγιόλ,
λίγη ώρα πριν το παιχνίδι με τους Γερμανούς...


Aυτό πάλι με το χταπόδι δεν το ήξερα. Υπάρχει λέει ένα χταπόδι που προλέγει το μέλλον. –Καλό μου χταπόδι, πού είναι ο πυθμένας ; Mίλα, μη σε κάνω ξυδάτο.

Ο καλός μας φίλος από το φόρουμ, Κώτσος ο Ανάποδας, υποστήριξε Γερμανία αναφανδόν, γι’ αυτό κι εκείνη βγήκε όξω κλωτσηδόν. Αφού πρώτα την χτύπησαν χάμω, σαν το χταπόδι.

Κρίμα, διότι οι άνθρωποι την είχαν δεμένη την πρόκριση στον τελικό και μάλιστα είχαν παραγγείλει στον δημοφιλή συνθέτη Γιώργο Κατενάτσιο να τους γράψει επινίκιο ύμνο. Δεν πειράζει. Ως Άρειοι που είναι, ας πάρουν την κόρη του Πάγκαλου, τη φάλαινα, να τους τραγουδάει άριες.

Ώστε PIGS, ε ; Εγώ πάντως μια χαρά καρδαμωμένους τους έκοψα τους Ίβηρες PIGS, εν αντιθέσει με τα ψοφίμια, τους άμπαλους, αυτούς τους τσουρουκάδες, που διώχναν όπως-όπως, να γλιτώσουν τουλάχιστον τον διασυρμό, όπως και τον γλίτωσαν.

Και αντίο ζωή.


Ο ΟΠΑΠ ανοίγεται δυναμικά στην Ισπανική ποδοσφαιρική αγορά :

Ο Πουγιόλ, εδώ με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα, όπως αυτή θα δείχνει τη σεζόν που μας έρχεται .

.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Αγρογή της Επαγγελίας

Λοιπόν, μελέτησα τη λίστα των τύπων που είχαν διοριστεί στην Αγρογή. Πολύ ενδιαφέρουσα. Έχουμε και λέμε :

-Μία κόρη βουλευτού.

-Από κάτω, κι άλλη κόρη βουλευτού. Όχι του ίδιου βουλευτού, αλλουνού βουλευτού.

-Ένας γιός γραμματέα υπουργείου.

-Να ΄σου κι άλλη κόρη βουλευτού, άλλη κόρη, αλλουνού βουλευτού. -Καλά, αυτοί οι βουλευτάδες όλο κόρες κάνανε; Χάθηκε ο κόσμος να μασουλάγανε κάνα σερνικοβότανο ;

-Ένας ανηψιός, εκεινού εκεί του υπουργού πουυ φιλοξενούσε Ινδούς Σιχ στο αναψυκτήριό του. Ίσως να είναι και ο ανηψιός Σιχ, δεν διευκρινίζεται στη λίστα.

-Μια ανηψιά υπουργού, ονόματι Βαϊτσα. Βάϊ-βάϊ μάνα μου, ωραία περνάμε εδώ στην Αγρογή.

-Ένας γυμναστής, οδηγός και καφετζής, νταϊμένσιον τρία σε ένα. Αυτόν μάλιστα τον έκαναν αμέσως διευθυντή, μόλις τον προσέλαβαν. Ε, βέβαια, με τέτοια προσόντα σιγά να μην τον άφηναν να πάει αναξιοποίητος. Ειδικά το δίπλωμα οδήγησης, μέτρησε πολύ στο βιογραφικό του. Άσε πιά που ο άτιμος μπορούσε να ψήνει τον τούρκικο με σφιχτό προϋπολογισμό στις φουσκάλες.

-Μια κουμπάρα υπουργού. Ο υπουργός την κουμπάρα, μια φορά την εβδομάδα. Μπορεί και παραπάνω από μία, αναλόγως της κουμπάρας.

-Ένας μπάρμαν και ταυτοχρόνως κομματάρχης. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό, αλλά να που γίνεται. Αυτός, λέει, έχει αποσπαστεί στην Κρήτη, υποτίθεται, αλλά πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις πίσω από τη μπάρα κάθεται και σερβίρει τους πελάτες. Σημειωτέον ότι το μπαρ είναι στα Τρίκαλα, όπως και του Σαράφη. Σαράφης στα Τρίκαλα, τώρα και στο Παρίσι. Μπαρ-τέντερ στα Τρίκαλα, τώρα και στην Κρήτη.

-Ένα κομματικό στέλεχος. Καλά, αυτό δεν είναι και τόσο επιλήψιμο. –Τι σημαίνει δηλαδή «κομματικό στέλεχος» ; Ο κάθε άνθρωπος έχει την ιδεολογία του, δεν είναι κακό. Τώρα, εάν είναι και λίγο κομματόσκυλο, δεν βαριέσαι.

-Μια κόρη (άντε πάλι κόρη) της γραμματέως του υπουργού. Τελικά, όλες οι καλές οι τύχες στις κόρες πέφτανε. Όλο γκόμενες μπάζανε στην Αγρογή. Ανηψιός, καφετζής και μπάρμαν είχανε –λέει- γίνει ανάρπαχτοι από τις λυσσάρες εκεί μέσα.

-Ένα βαφτιστήρι, αλλουνού υπουργού. Εντάξει, πνευματικό τέκνο είν’ αυτό, δεν γίνεται να τ’ αφήσουμε έτσι. Το σταυρώσαμε, το λαδώσαμε, να μην το διορίσουμε κιόλας ;

-Μια αδελφή. Όχι κραγμένη ρε, αν και από την Αγρογή ουδείς βυσματούχος απεκλείετο και δεν υπήρχαν τέτοια ταμπού και προκαταλήψεις. Κουμάντο στον κώλο του αλλουνού θα κάνουμε ; Εν πάση περιπτώσει, εδώ μιλάμε για την αδελφή του διευθυντή του γραφείου ενός άλλου υπουργού. Τρέχα γύρευε τίνος διευθυντή, τίνος υπουργού.

-Κάποια Τίνα Σπάθη, εάν συγκράτησα καλώς το όνομα. Ελπίζω όχι η γνωστή, η οποία μου φαίνεται έχει γίνει καλόγρια πλέον. Βλέπω προσεχώς και τη Τζούλια σε μοναστήρι. Εάν όχι σε μοναστήρι, οπωσδήποτε στην Αγρογή.

Ορίστε λοιπόν, όπως ακριβώς τα έλεγα. Άλλο πάλι δημοσίευμα, σημερινό : Πληθαίνουν λέει τα εμπόδια στο δρόμο της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλων. Κάθε μέρα θα μας το παρουσιάζουν όλο και πιό δύσκολο, μέχρι να το χωνέψουμε ότι οι Δ/Υ είναι ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ. Το έγραφα από χτες, ότι το πάνε λάου-λάου, ώστε να μας πούνε στο τέλος ότι δεν βγαίνει άκρη.

Ψάχνουν λέει και για «εικονικούς» υπαλλήλους. «Εικονικοί υπάλληλοι», όπως λέμε εικονική πραγματικότητα. Ε ρε, τί πενταθεσίτες έχουν να βγούν στη φόρα. Αυτά δεν γίνονται πουθενά στον κόσμο. Άκου εκεί, εικονικοί υπάλληλοι.

Τους φοβούνται, δεν τολμούν να τους μετρήσουν. Θα βγει απίστευτη μπόχα έτσι και τους μετρήσουν, θα πρέπει μετά να πάνε φυλακή δεκάδες χιλιάδες κόσμος, από υπουργοί, μέχρι παρατρεχάμενοι γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές, υπαλλήλοι διάφοροι, μαϊμούδες, χιμπατζήδες, γίββωνες, γορίλλες, όλα τα πιθηκοειδή. Εδώ μιλάμε για φαγοπότι δεκαετιών, τρικούβερτο.

Γι’ αυτό και η Πηνελόπη προτιμάει να κάνει την κορόϊδα και να ξαναρχίζει από την αρχή το υφαντό της, την ίδια ώρα που οι μνηστήρες συνεχίζουν να τρώνε το βιός της, γλεντοκοπώντας.

Το κακό είναι ότι δεν πρόκειται να εμφανιστεί κανένας Οδυσσέας, να τους λιανίσει όλους αυτούς τους κοπρίτες, να τελειώνουμε με τις βδέλλες μια και καλή.

Κάθονται τώρα, λέει, τρείς τύποι και πίνουνε τη φραπεδιά τους. Ένας μπάρμαν, ένας καφετζής κι ένα βαφτιστήρι. «-Εγώ μάγκες», λέει ο μπάρμαν, «την έχω κάνει λαχείο. Το μπαράκι στα Τρίκαλα πάει σφαίρα και ταυτόχρονα πέφτει ντούκου κι ο μισθός από το δημόσιο».

«-Α, και πού να δεις εγώ !», λέει ο καφετζής. «-Βρε, εδώ με κάνανε κοτζάμ διευθυντή, το φαντάζεσαι ; Ωραία φτιάξη, δεν έχω παράπονο». Γυρίζει στον τρίτο της παρέας και τον ρωτάει : «-Εσύ τι δουλειά κάνεις, μεγάλε ;»

Απαντάει ο μεγάλος : «-Α, εγώ είμαι βαφτιστήρι ! Από κάπου κονομάω κι εγώ, μιλάμε για μισθό βαρβάτο, αλλά λεπτομέρειες μη με ρωτάτε, δεν έχω ιδέα για ποιό λόγο πληρώνομαι».

«-Ωραία, μπράβο παιδιά», λέει πάλι ο μπάρμαν. «-Βλέπω, είμαστε όλοι τακτοποιημένοι. Και πού ακριβώς δουλεύεις εσύ ;», ρωτάει τον καφετζή.

«-Στην Αγρογή δουλεύω, που λέει ο λόγος», απαντά ο καφετζής.

«-Ω, μα τί σύμπτωσις !», πετάγεται και το βαφτιστήρι. «-Κι εγώ στην Αγρογή δουλεύω, που λέει ο λόγος».

«-Άκου τώρα να δεις περίπτωση !», συμπληρώνει κατάπληκτος κι ο μπάρμαν. «-Κι εγώ στην Αγρογή δουλεύω, που λέει ο λόγος».

Μετά ξαφνική σιωπή και όλοι πέφτουν σε βαθιά περισυλλογή. Κάποτε, σε μια φάση, ρωτάει το βαφτιστήρι «-Καλά ρε παιδιά, αφού δουλεύουμε –που λέει ο λόγος- όλοι στο ίδιο μέρος, πώς γίνεται και δεν έχουμε τρακαριστεί ποτέ μεταξύ μας ;»

«-Καλή ερώτηση, που λέει ο λόγος», απαντά ο μπάρμαν.

«-Καλή ερώτηση, που λέει ο λόγος», συμφωνεί κι ο καφετζής.

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Ηλεκτρονικό φασκέλωμα και άλλες αρκουδιές

Τα λέγαμε από καιρό για τα προβλήματα της απογραφής των δημοσίων υπαλλήλοι, ότι δηλαδή δεν είναι παίξε-γέλασε η υπόθεση. Ομολογεί τώρα ο Πάγκαλος ότι «ίσως τελικά να μην πετύχει πλήρως η απογραφή». Μάλιστα. Πράγμα που σημαίνει πως ακόμη και μετά την απογραφή, και ΠΑΛΙ στο περίπου θα ξέρουμε τί διάολο συμβαίνει μέσα στο βόθρο του δημοσίου τομέα. Μας βλέπω να συμβιβαζόμαστε με ένα κατά προσέγγιση νουμεράκι, με περιθώριο σφάλματος κάνα δέκα τοις εκατό. Εντάξει, δεν θα τα χαλάσουμε τώρα για εκατό-διακόσιες χιλιάδες νοματαίους παραπάνω (παρακάτω αποκλείεται).

Όταν λέμε ότι στην Ελλάδα οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ, κυριολεκτούμε. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι παρότι δεν μπορούσες -και δεν μπορείς- να τους μετρήσεις, εντούτοις μπορούσες –και συνεχίζεις να μπορείς- μια χαρούλα να τους πληρώνεις. –Αυτό πάλι πώς γίνεται, μπορεί να μου εξηγήσει κανείς ;

Και εδώ ακριβώς είναι το κλειδί της υπόθεσης : -Δεν μπορείς κύριε να τους μετρήσεις ; Σου δημιουργούν εμπόδια, σου βάζουν προσκόμματα, τρικλοποδιές, εφευρίσκουν προφάσεις, σε σαμποτάρουν με κάθε τρόπο. Οκέϋ, κατανοητά όλ’ αυτά και αναμενόμενα. Ωστόσο, υπάρχει τρόπος να τους ξετρυπώσεις, έναν προς έναν. Ο μισθός. Ναι, ναι, ο μισθός. Από δω και στο εξής και μέχρι να ολοκληρώσεις την απογραφή, εφαρμόζεις νέο σύστημα μισθοδοσίας. Το σύστημα λέγεται «τα λεφτά στο χέρι». Με λίγα λόγια, όποιος θέλει να πληρωθεί, θα εμφανίζεται να δούμε τη μούρη του, θα δείχνει ταυτότητα, θα συμπληρώνει σωστά το ερωτηματολόγιο της απογραφής και ΤΟΤΕ ΜΟΝΟ θα πληρώνεται, ΕΑΝ βέβαια δικαιούται μισθού, ήτοι, ΕΑΝ είναι ζωντανός, ΕΑΝ τα στοιχεία του είναι αληθινά, ΕΑΝ πράγματι απασχολείται σε συγκεκριμένη υπηρεσία, εάν, εάν, εάν και εφόσον. Κανένας μισθός για τους πεθαμένους.

Όποιος δεν εμφανιστεί, δεν πληρώνεται, μέχρι να εμφανιστεί. Ή μέχρι να πεθάνει. –Πόσον καιρό θ’ αντέξει στην πείνα ; Δύο μήνες, τρείς ; Μιλάμε πάντα για ζωντανούς, διότι οι ήδη πεθαμένοι δεν πεινάνε. Ε, κάποια στιγμή, όταν θα ψωμολυσσάξει, θα σκάσει μύτη, τί θα κάνει ; Και τότε θα τον μαντρώσεις για τα καλά. Επαναφέρω επίσης προς συζήτηση, το επαναστατικό σύστημα που έχω ξαναπροτείνει, αλλά δεν εισακούστηκα. Το σύστημα με τον ραδιοεντοπιστή.

Είχαμε εξηγήσει ότι η καλύτερη λύση, μια κι έξω, είναι να τους φορέσουν από έναν ραδιοεντοπιστή. Το σύστημα έχει δοκιμαστεί στις αρκούδες της Πίνδου και έχει πετύχει. Ανά πάσα στιγμή γνωρίζεις όχι μόνον πόσες αρκούδες διαθέτεις, αλλά επιπλέον γνωρίζεις και που έχει αράξει το κάθε ζωντανό. Δεν χρειάζεται να το ψάχνεις μέσα στο δάσος. Λες, νάτο το αρκούδι, το βλέπω στην οθόνη, έχει χωθεί σε μια σπηλιά και την έχει πέσει για ύπνο. Και ξέρεις τί σου γίνεται.

Η πατέντα με τον ραδιοεντοπιστή δεν είναι αστείο πράγμα. Μπορούν να τους τον φορέσουν στο λαιμό, με λαιμαριά που να κλειδώνει με λουκέτο ή διαφορετικά (αλλά αυτό έχει μεγαλύτερο κόστος), να τους τον φορμάρουν σε μορφή εμφυτεύματος στα καπούλια. Υπάρχουν τρόποι, εφόσον υπάρχει η πολιτική βούληση. Ακολούθως, το μόνο που έχουν να κάνουν οι υπεύθυνοι είναι να μετράνε τα σήματα που εκπέμπονται στις οθόνες τους και να τσεκάρουν τις θέσεις τους. Το πιθανότερο βέβαια είναι ότι ο τάδε υπάλληλος της Νομαρχίας Αθηνών θα δίνει στίγμα κάπου στην Πίνδο, όπου θα έχει πάει με την παρέα του για παράνομο κυνήγι. Νίβα φτιαγμένο, σκύλοι στο ξύλινο κουτί από πίσω, καραμπίνες, δίκαννα στο πορτμπαγκάζ, σένια-καθαρά, τσοκαρισμένα δύο και τέσσερα άστρα, φυσίγγια μυριάδες, φραπεδιά στο κύπελο και φύγαμε.

Μοιραία ανακύπτει ο κίνδυνος να συγχέονται οι κυνηγοί δημόσιοι υπάλληλοι με τις αρκούδες που ζούν στον ίδιο βιότοπο. Δηλαδή, δεν το έχω απίθανο να βγάλει ξαφνικά ανακοίνωση ο Αρκτούρος (φουμάρουν μυστήριο stuff αυτοί) ότι ο πληθυσμός των αρκούδων, από σαράντα που ήταν μέχρι σήμερα, εκτινάχθηκε ανεξήγητα κατά το τριήμερο στις πέντε χιλιάδες διακόσες τριάντα δύο, για να υποχωρήσει τη Δευτέρα –και πάλι ανεξήγητα- στις εκατόν ογδόντα επτά (οι εκατόν σαράντα επτά θα είναι τίποτα κοπανατζήδες, που είπαν να κάτσουν καμιά βδομαδούλα ακόμη, να πάρουν τον αέρα τους, ν’ αλλάξουν αίμα). Τέλος πάντων, αυτές οι τεχνικές λεπτομέρειες λύνονται, δεν είναι θέμα. Στο φινάλε, ας πουλήσουν όλες τις αρκούδες στους γύφτους, ώστε να ξέρουμε ρε αδελφέ ότι όταν έχουμε στίγμα από Πίνδο, είναι εκατό τοις εκατό σκαστός δημόσιος υπάλληλος, που έχει πάει για ζαρκάδι. Δε γίνεται τώρα, για σαράντα ζωντανά, ν’ αναστατώνεται κοτζάμ υπερεσία και να χάνουμε τον μπούσουλα.Άμα τώρα τύχει και μας αφήσει χρόνους κάνας δημόσιος υπάλληλος, και πάλι θα το καταλάβουμε από το ραδιοσήμα, διότι δεν θα είναι φυσιολογικό να είναι εντελώς ακίνητος έναν ολόκληρο μήνα. Σημαίνει ότι εάν ψάξουμε, κάπου θα τον βρούμε τούμπανο. Οπότε, τον διαγράφουμε αμέσως από τις λίστες μισθοδοσίας, όχι όπως παλιά, που του κάνανε μεταφορά οστών στο οστεοφυλάκιο κι αυτός ακόμη έπαιρνε μηνιάτικο. Τον σβήνεις λοιπόν από τις λίστες, ελπίζοντας να μην έχει αφήσει ξοπίσω του καμιά γρηά, να μασάει σύνταξη και παραγγέλνεις και στον Αρκτούρο να του γράψει κάναν επικήδειο, απ’΄αυτούς τους ωραίους, τους φιλοζωϊκούς : «"Έφυγε" ο Βρασίδας : Απεβίωσε χθες βράδυ ο Βρασίδας, ο γλυκύτατος μεγαλόσωμος αρσενικός δημόσιος υπάλληλος, γνωστός σε όλους τους δασοφύλακες της Πίνδου για τη αγάπη του στο μέλι, τα παιχνίδια στη λίμνη και τις πολυήμερες κοπάνες από την υπηρεσία του. Αντίο Βρασίδα, θα μας λείψεις»

Αυτά γράφαμε πριν καιρό και γελούσαν τότε ορισμένοι, ότι δήθεν υπερβάλαμε. Κι έρχεται σήμερα ο Πάγκαλος και μιλάει ευθέως για «εργαζόμενους που πληρώνονται με ψεύτικα ονόματα». Ορίστε μας. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει ο πονηρός ο Πάγκαλος είναι να προλειάνει το έδαφος ώστε σταδιακά να περάσει στη συνείδηση του κόσμου η απογραφή ως τάχα «τεχνικώς ανέφικτη». Διότι μάγκες μου, αυτό που ΗΔΗ ΞΕΡΟΥΝ, βάσει των μέχρι τώρα δειγμάτων, είναι πως ο πραγματικός αριθμός ανέρχεται σε αστρονομικά νούμερα. Καμμία σχέση με οχτακόσιες χιλιάδες και τέτοια αστεία. Μιλάμε για υπερδιπλάσιους. Που στο κάτω-κάτω, αυτό δεν χρειάζεται ΚΑΜΙΑ απογραφή για να το διαπιστώσεις. Παίρνεις απλά τις λίστες μισθοδοσίας και κάνεις τη σούμα. Σου βγαίνει ένα νούμερο. ΑΥΤΟ είναι το νούμερο. Δεν θέλει μυαλό.

Αυτό λοιπόν το απλούστατο νουμεράκι, ενώ το ξέρουν, δεν τολμούν να το ξεστομίσουν. Εάν ακουστεί, όχι από το ευρώ θα μας πετάξουν, από τον πλανήτη θα μας πετάξουν. –Ποιόν πλανήτη; Από τον γαλαξία θα μας διώξουν. Θα μας βάλουν σε κάψουλες και θα μας ξαποστείλουν ΟΞΩ από το διάστημα. Το κόλπο, λοιπόν, της απογραφής αποσκοπεί στο να καθυστερήσει όσο είναι δυνατόν η ανακοίνωση του περιβόητου αριθμού-γρίφου των δημοσίων υπαλλήλων. Εν τω μεταξύ, μέχρι να γίνει αυτό, θα έχει κάπως ξεκαθαρίσει η κατάσταση, με τη διακοπή μισθοδοσίας σε πεθαμένους, ανύπαρκτους, πλαστοπρόσωπους και κάθε λογής λαμόγια, που τόσα χρόνια κονομάνε έναν και δύο και τρείς και πέντε μισθούς, δίχως να τους ενοχλεί κανείς. Κοντολογής, αυτό το πράγμα που λέγεται «απογραφή» δεν τελειώνει ποτέ. Σαν το υφαντό της Πηνελόπης. Δεν πρέπει να τελειώσει ποτέ, διότι εάν τελειώσει αυτό, θα τελειώσουμε κι εμείς.

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Σκοποβολή με Κορνέδες

Ασφαλώς και δεν πέθανα με φρικτούς πόνους, όπως διέδωσαν ορισμένοι κακοήθεις. Ούτε και σκοτώθηκα, κοπανώντας πάνω σε δέντρο, πίσω από το τιμόνι μιας Spyder 550 του ‘55, δίχως αερόσακο (δεν βγάνανε τότε τέτοιους). Είμαι μια χαρά και θα σας θάψω όλους, ακόμη και ζωντανούς, εάν χρειαστεί. Έχω, για ειδικούς γονιδιακούς λόγους, προσδόκιμο ζωής ετών ενενήντα-φεύγα και βάλε και δεν σκοπεύω να το απεμπολήσω, τουλάχιστον όχι πριν πατήσω τα εκατό. –Σάμπως κλέβω χρόνια από κάναν άλλον ; Τώρα, ξέρω ότι σας έλειψα ιδιαίτερα (δεν θα έλεγα το αυτόν και δι’ εμέ), όμως προέχουν οι υποχρεώσεις.

Έλεγα λοιπόν ότι, όπως τα υπολογίζω τα πράγματα, εκατό χρονών θα είμαι ακριβώς το έτος 2067. Προεκτείνοντας τη σκέψη μου, θα συμπλήρωνα ότι το 2067 θα είναι μια σημαδιακή χρονιά, αφού θα συμπίπτει με την έναρξη του αμέσως επόμενου παγκόσμιου bull market. Προεκτείνοντας κι άλλο τη σκέψη μου, είναι φανερό ότι έχω σχετική άνεση χρόνου, προκειμένου να εκμεταλλευτώ τη συσσώρευση περίπου μισού αιώνα, ώστε μέσα σ’ αυτό διάστημα να χτίσω θέσεις σε «επιλεγμένες μετοχές», που λένε. Προεκτείνοντας κι άλλο τη σκέψη μου –λάστιχο την έκανα πια τη σκέψη μου- πιστεύω ότι καθώς οι τιμές των μετοχών θα παίρνουν την ανιούσα –είπαμε, από το 2067 και κατόπιν- τα γηρατειά μου θα είναι απολύτως εξασφαλισμένα και δεν θα έχω ανάγκη κανέναν κερατά να μου πληρώνει σύνταξη, λες και θα είμαι κάνας γέρος ανήμπορος.

«Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών», σου έλεγε ο άλλος. Σώπα καλέ. –Τις «αξίες» πού ακριβώς τις βλέπεις ; Και επειδή πράγματι δεν τις έβλεπε πουθενά, πήγε ντροπιασμένος και το άλλαξε το όνομα και το ΄κανε «Χρηματιστήριο Αθηνώνε», σκέτο-νέτο, δίχως δηλαδή το «αξιών» μέσα, για να μη είμαστε ψευδεπίγραφοι και κοροϊδεύουμε και τον κοσμάκη, κατάμουτρα. Οπότε, αυτό που τελικά απέμεινε από την όλη ιστορία, είναι ένα Χρηματιστήριο χωρίς αξίες, εκτός βέβαια από τις λεγόμενες «κρυμμένες». Τόσο καλά κρυμμένες, που κανείς δεν τις βλέπει. Καμουφλαρισμένες, πες καλύτερα, σαν εκείνους τους φονιάδες, που ξαποστέλνει που και που η CIA, να καθαρίζουν κολομπιάνους καρτελίστες κοκέμπορες, στα μουλωχτά, από τα τετρακόσα μέτρα απόσταση, με διόπτρα νυκτός και σιγαστήρα σαν μπουρί, φορώντας στο κεφάλι κοτζάμ θάμνο για σκουφί, να μην τους παίρνουνε μυρωδιά οι λατίνοι λαδοπόντικες μπράβοι. Έτσι και οι κρυμμένες αξίες και υπεραξίες του ΧΑ. Κανείς δεν τις βλέπει τώρα, αλλά πού θα πάει, θα έρθει η ώρα (είπαμε, το 2067) που τα λασπωμένα διαμάντια θα ξαναβρούν τη χαμένη λάμψη τους, μπουρ-μπουρ-μπουρ και λοιπά. Άργειε να ’ρθει εκείνη η ώρα κι ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τα ’σκιαζε η χασούρα απ’ τη λάθος γκουρουδιά. Κι έλεες, α, πότε βγάνω το κεφάλι απ’ τις ερμιές κι αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές.

Κλάψες, άλυσες, φωνές, αυτό λέω και ΄γω. Ειδικά από κλάψες, άλλο τίποτα. Και όμως, στην πραγματικότητα είμαστε στην καλύτερη μοίρα όλων και θα εξηγήσω γιατί. Πρώτον επειδή χρωστάμε πολλά. Όπως είχε πεί κι ο Κέϋνς, εάν χρωστάς λίγα είσαι ο τίποτας, εάν όμως χρωστάς πολλά είσαι μούρη. Κάπως έτσι το είχε πεί και είχε δίκιο. Δεύτερον, επειδή τους έχουμε βάλει όλους στο λούκι να πιστεύουν πως εάν βαρέσουμε εμείς κανόνι, θα χάσει η Βενετιά βελόνι και έχουν βαλθεί να αποτρέψουν τη μοίρα μας, με κάθε τρόπο. Βρε, αφήστε μας στην ησυχία μας να πτωχεύσουμε, τίποτα αυτοί, όχι δεν θα πτωχεύσετε που να χτυπιέστε κάτω. Οκέϋ, αφού επιμένετε, δεν πτωχεύουμε σήμερα κι από βδομάδα το ξαναβλέπουμε το θέμα. Κι έτσι, τους έχουμε διαρκώς στην τσίτα. Κάθε μέρα που ξημερώνει, όλη η υφήλιος τρέμει ότι μπορεί να είναι η μέρα που θα τα τινάξουμε, αλλά μέρα μπαίνει-μέρα βγαίνει κι εμείς δεν τα τινάζουμε. –Πώς είναι κάτι υπεραιωνόβια ερείπια, κατάκοιτα, που κάθε τόσο τους φέρνουνε παπά να τα κοινωνήσει, καθώς όλοι αναμένουν το μοιραίο από στιγμή σε στιγμή ; Και όλο και περνάνε οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, πεθαίνουν ένας-ένας οι νεώτεροι και το κούρβουλο ψόφο δεν έχει, άσε πια που στο ενδιάμεσο έχει κοινωνήσει ίσαμε πεντακόσες φορές, όλες στο βρόντο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά στο τέλος, όταν πιά τους έχει θάψει σχεδόν όλους, μέχρι και τον παπά που τον κοινώναγε, τότε πιά ανασταίνεται τελείως και μάλιστα γυρεύει και γκόμενα, που λέει ο λόγος. Το ίδιο συμβαίνει και με μας. Είναι τόσο βέβαιον ότι στο τέλος όλοι θα πτωχεύσουμε, όσο είναι βέβαιον ότι στο τέλος όλοι θα πεθάνουμε. Το μόνο θέμα είναι πότε. Κάτσε λοιπόν να δούμε, ποιός θα πτωχεύσει πρώτος.

Ας φέρω ένα παράδειγμα, επίκαιρο. Να τί έγινε εκεί χάμω, στην Αφρική. Πήγαμε κι εμείς, αουτσάϊντερ του κερατά, παίξαμε τρία ματσάκια, πήραμε και τρείς πόντους, όμορφα, ήρεμα, αξιοπρεπώς, τέλος. Πάνε τώρα και κάτι γκραν φαβόρες, κάτι Αγγλίες, κάτι Γαλλίες, κάτι Ιταλίες, φανέλες βαρειές, όχι αστεία, και τρώνε σφαλιάρα ξεγυρισμένη. Κι αρχίζουν τα παρατράγουδα, τα λαϊκά δικαστήρια, το κράξιμο, οι λεμονόκουπες και όλο το σχετικό ρεπερτόριο. Ενώ εμείς, ωραίοι, την κάναμε στα μουλωχτά, με ελαφρά πηδηματάκια, δίχως να μας πάρει κανείς χαμπάρι κι άστους αυτούς τους βλάκες να κάνουν σκοποβολή με κορνέδες πάνω στους παίχτες τους. Είναι πολύ απλό. Εμείς πήγαμε ξεγραμμένοι, ούτως ή άλλως. Δεν υπήρχαμε στη λίστα των μεγάλων δυνάμεων του ποδοσφαιρικού στερεώματος. Οι άλλοι όμως, οι μεγάλοι δήθεν, πήγαν με τυμπανοκρουσίες και φανφάρες και την άρπαξαν άσχημα. Άντε τώρα,να τελειώνουμε και μ’ αυτούς τους γελοίους, τους Γερμανούς, να πάρουν κι αυτοί τ’ αεροπλανάκι για πίσω. Κάθε άμπαλος στον πάγκο του, όπως είναι το σωστό. Θελω να πω δηλαδή, πώς όταν πέφτεις από χαμηλά, χτυπάς αλλά δεν χτυπάς και τόσο. Όταν όμως πέφτεις από ψηλά, γίνεσαι μαρμελάδα.

Όπως καλή ώρα αυτή η Εθνική -η Τράπεζα λέμε, όχι η ομάδα- που με οχτάρι μπροστά πλέον, κοντοζυγώνει την τιμή-στόκο των δυόμισυ χιλιάδων μεταλλικών δραχμών, τιμή που δόθηκε για πρώτη φορά παγκοσμίως –πού αλλού ;

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Front Running

Λίγο πριν αρχίσει ο αγώνας της Εθνικής,

Προλαβαίνοντας τους μυστήριους, που κατά πάσα πιθανότητα (δίχως να προεξοφλώ αρνητικό αποτέλεσμα) θα εμφανιστούν ΜΕΤΑ τη λήξη,

Για να μας εκθέσουν τα αγωνιστικά πλάνα και τις τακτικές που εκείνοι ΘΑ εφάρμοζαν, ΕΑΝ ήσαν προπονητές,

Για να κρίνουν παίκτες και τεχνικό επιτελείο,

Για να αναλύσουν τις φάσεις του αγώνα, καρέ-καρέ,

Για να μας τα ζαλίσουν με τη μιζέρια τους,

Για να βγάλουν τα απωθημένα τους, που όταν ήσαντε μικροί δεν τους αφήνανε οι άλλοι να παίζουνε το τόπι, μόνο τους έστηναν να κάνουν το δοκάρι,

Πριν λοιπόν συμβούν αυτά,

Ευχές πολλές,

Κι από τώρα, τα συχαρίκια σ' αυτούς τους σοβαρούς επαγγελματίες, που (μαζί με τους ομολόγους τους, του μπάσκετ), μας υπενθυμίζουν κάθε τόσο ότι ο ελληνικός αθλητισμός μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από ντοπαρισμένες φοράδες, απατεώνες δρομείς που στα καλά καθούμενα πέφτουν από βέσπες, προπονητές της σύριγγας, γκαγκατσηδοκοκκαλαίους παραγκίτες και λοιπούς παρατρεχάμενους.

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Βελζεβούλες στο Καντούνα Στάντιουμ

Από το ανοικτό παράθυρο πίσω μου (τελικά δεν είναι να σβήνεις ούτε λεπτό το αιρκοντίσιον), ακούγεται μια φωνή τόσο τερατωδώς φάλτσα, που τα κόκκαλα του Cobain σκάβουν σαν μετροπόντικες, να χωθούν όσο πιό βαθειά γίνεται στο μνήμα. Προσβολή μνήμης τεθνεώτος. Κάτι πιτσιρικάδες, από αυτούς που αργότερα καταλήγουν στο ίδρυμα ανηκέστων «Ελλάς, στερείσαι ταλέντου», δίνουν συναυλία, σε ένα σχολείο, λίγο πιο κάτω, γαμώντας ανελέητα το “Smells like teen spirit”. Ήδη, στο πρώτο ρεφραίν, ο μετέφηβος με το μικρόφωνο αντιλαμβάνεται (;) με οδυνηρό τρόπο, ότι μία οκτάβα πάνω δεν είναι δα και ασήμαντο πράγμα, ειδικά εάν δεν την έχεις πρόχειρη, να σου βρίσκεται για μια ώρα ανάγκης. Smells like teen shit.

Την ίδια ώρα, στην τηλεόραση, διάφοροι γραφικοί επίδοξοι Τοπαλίδηδες του σήμερα (οι ίδιοι, οι μέχρι χθες τζάμπα Μουρίνιοι της εξέδρας και των πάνελς), εξυφαίνουν ωδές-πορδές εκ του προχείρου στο «μεγαλείο της ελληνικής ψυχής, που οδήγησε την Εθνική μας σε ιστορική νίκη, μπουρ, μπουρ, μπουρ κλπ». Κι αυτό είναι το παράδοξο της υπόθεσης : Άμα κερδίζουμε στη μπάλα, η νίκη πιστώνεται στην ελληνική ψυχή. Άμα χάνουμε, η ήττα χρεώνεται στον αχώνευτο γερμαναρά κι ούτε καν ένα μικρό μερίδιο ευθύνης δεν αναλογεί στην ελληνική ψυχή, του Τοπαλίδη έστω. Όπως δηλαδή η αγορά, που ανεβαίνει λόγω «υγιούς ανάπτυξης» (ελληνική ψυχή από πίσω, εννοείται) και πέφτει επειδή την ρίχνουν οι παλιανθρώποι οι ξένοι, που θένε να μας πάρουν τα χαρτιά μας και ιδίως τα ΜΟΝΤΑ του Ζάχμουρα. Κομμάτι ανεύθυνη μου κάνει αυτή η «ελληνική ψυχή» των πάνελς.

Τον αγώνα δεν τον είδα, ούτε καν στιγμιότυπα, άρα δεν έχω «άποψη», που λένε. Καλύτερα κιόλας, όχι που δεν είδα τον αγώνα, που δεν έχω «άποψη», εννοώ. Αρκεί που έχουν όλοι οι υπόλοιποι, ακόμη κι εκείνοι που είδαν το ματς όσο και του λόγου μου. Ειδικά εκείνοι. Οι ίδιοι, που έτσι και κάνουν οι διεθνείς το λάθος να χάσουν από την ομοιοπαθούσα Αργεντινή, μαύρο φίδι που τους έφαγε, που «κλώτσησαν την βεβαία –ε, βέβαια, αλίμονο- πρόκριση». Παλιά έλεγα ότι η προσφώνηση «ήρωες» για τους παίκτες της Εθνικάρας είναι υπερβολική. Πλέον έχω αλλάξει γνώμη και όχι για λόγους αγωνιστικούς. Αλλού έγκειται ο ηρωϊσμός των παικτώνε αυτών.

Τους συνοικιακούς Nirvana διαδέχεται η Ευρυδίκη, ναι, η γνωστή. Σε cd, εννοείται. Οι καψεροί οι Νιρβαναίοι πρέπει να κατέβηκαν από τη σκηνή βιαίως, αμέσως μετά το πρώτο –και τελευταίο- τραγούδι, απειληθέντες προφανώς με λυντσάρισμα. Τώρα που είπα «Ευρυδίκη», αυτοί οι ραμολιμέντοι οι Aerosmith γυρεύουνε στ’ αλήθεια και λεφτά για να πάει ο κόσμος να τους δει ; Είπαμε ρε παιδιά, σύνταξη στα 67, αλλά θα έπρεπε να υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις. Από τους Aerosmith, το μόνο που άξιζε κάποτε ήταν η Λιβ Τάϋλερ, που ούτε καν έπαιζε στο γκρουπάκι. Λοιπόν, λέω να πάω μεθαύριο απόξω από το Καραϊσκάκη, να μετράω κεφάλια αυτωνών που μπαίνουν μέσα, να δουν τους Γέροσμιθ. Έτσι και δω πολύ κόσμο, θ΄αρχίσω κι εγώ να πείθομαι ότι η κρίση είναι παραμυθένια, ειδάλλως δεν θα εξηγείται τόσος κόσμος να πετάει τόσα λεφτά για να δεί μια γρηά Ινδιάνα σε παράκρουση και κάτι μπαρμπάδες από πίσω της, με αρθριτικά, που σφίγγουν τα δόντια και παίζουν ηρωϊκά, με ένεση κορτιζόνης.

Όταν είχε φέρει τον Γεκινί ο Κόκκαλης, είχαν πράγματι πέσει τσιμέντα, κάτι σαθρά, που τα αμόλαγαν οι λυσσασμένοι επιστήμονες προς το τερραίν. «Φίλαθλοι, μην πετάτε μπάζα στον αγωνιστικό χώρο», ωρυόταν εκείνη η ορντινάντσα από τα μεγάφωνα. Μετά, φώναξε ο Ρόκκο τον Αλέ-Ολέ-Ολά, να του ζητήσει το λόγο, τί τρέχει δηλαδή και δεν παίζει μπάλα το τανκ.

«Ρε συ Πρόεδρε, εγώ σου ζήτησα φορ κι εσύ μου ΄φερες εδώ χάμω σκατοδοχείο με ποδαράκια», ξηγήθηκε ο Γίγας.

Αλήθεια λέω, έτσι ακριβώς το είχε πεί, εκτός ίσως από το «ρε σύ».

Bλέπω, μετά το Μουντιάλ, τον Καραγκούνη να καταλήγει στην Καντούνα Γιουνάϊτεντ, να του πετάνε οι μαύροι επιστήμονες τσιμέντα κατακέφαλα, υπό το πανδαιμόνιο από χιλιάδες βελζεβούλες ή όπως διάολο το λένε τέλος πάντων αυτό το καταραμένο πνευστό της κολάσεως.

Ζέστη, γαμώτο.

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Οι Mισές Δουλειές ενός Επίτιμου

Την αντίδραση, διαβάζω, ενός επίτιμου εισαγγελέα Εφετών, κάποιου Τσίχλα, προκάλεσαν οι φήμες περί επιστροφής της χώρας στη δραχμή, σύμφωνα με δημοσίευμα του Σκάι.

Αυτός ο Τσίχλας λοιπόν, συνταξιούχος ο άνθρωπος (-τον πιάνουν άραγε κι αυτόν εκείνα τα αναδρομικούλια που λέγαμε τις προάλλες;), εκεί που καθότανε κι όλο συλλογιότανε, ξαφνικά τα πήρε στην κεφάλα και μια και δυό τραβάει κατά την εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, στα γνωστά του τα λημέρια δηλαδή, και κοπανάει μια μήνυση «κατά παντός υπευθύνου».

Για το αδίκημα, λέει, της διασποράς ψευδών ειδήσεων, που διέπραξαν έντυπα και blogs, τα οποία διέδιδαν ότι στο παλιό νομισματοκοπείο η κυβέρνηση κόβει δραχμές σε μέταλλο και χαρτονομίσματα για την επαναφορά της δραχμής.

Ειδικώτερα, το έγκλημα συνίσταται, λέει, στο ότι αυτοί οι τύποι διέσπειραν ψευδείς ειδήσεις ή φήμες, ικανές να επιφέρουν ανησυχίες ή φόβους στους πολίτες ή να ταράξουν τη δημόσια πίστη και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στο εθνικό νόμισμα. Έτσι ακριβώς τα γράφει, έτσι ακριβώς τα λέω.

Εγώ νομίζω ότι ο εν λόγω αγανακισμένος πολίτης έκανε μισές δουλειές. Μιας και μπήκε στον κόπο να τρέχει για μηνύσεις, έπρεπε να κάνει κι άλλη μια μήνυση. Όχι όμως κατά παντός υπευθύνου. Κατά ΕΝΟΣ υπευθύνου.

Ενός υπευθύνου, που ομοίως διέσπειρε ψευδείς ειδήσεις ικανές, να ταράξουν τη δημόσια πίστη, όπως και την τάραξαν. Και μας τάραξαν.

Ενός υπευθύνου, που με τα παραμύθια που εν γνώσει διεκήρυσσε, ότι τάχα «λεφτά έχουμε», μας κατάντησε τους ξεφτίλες της οικουμένης. Ιδού η διασπορά. Διασπορά να δει το μάτι σου. Ανά την υφήλιο. Ιδού και οι ψευδείς ειδήσεις. Πιο ψευδείς δεν γίνεται.

Ενός υπευθύνου, που με τις πρωτοφανείς ανακολουθίες και τις απανωτές παλινωδίες του, έστειλε το σπρεντ στο Θεό, πιο ψηλά κι από της Ζουαζιλάνδης, της Γης του Πυρός και της Παπουασίας κι εμάς στο βιβλίο Γκίνες, ρέκορντμεν στο κεφάλαιο «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ».

Ενός υπευθύνου, που ισχυριζόταν ότι γυρεύει «απλώς και μόνον πολιτική στήριξη και όχι λεφτά» και έπειτα από ένα μήνα έκανε παγκόσμια τουρνέ με το χέρι ανοιχτό, μπας και βρεθεί κάνας τοκογλύφος να μας λυπηθεί.

Ενός υπευθύνου, που με την πολιτική του επιφέρει όχι απλώς «ανησυχίες και φόβους στους πολίτες», αλλά πραγματικό τρόμο για το αύριο, σε υπόβαθρο βαρειάς εθνικής κατάθλιψης.

Ενός υπευθύνου, που έχει οδηγήσει τον κόσμο σε σημείο να καταχωνιάζει το «εθνικό νόμισμα» σε όποια τρύπα βρεί πρόχειρη (με την καλή έννοια), επειδή ακριβώς φοβάται ότι, έτσι όπως πάμε, δεν θα συνεχίσει να υπάρχει για πολύ αυτό το «εθνικό νόμισμα».

Άειντε μπάρμπα, ιδέα σου έδωσα. Τυχερέ. Θα σε πεί ο Σκάης στις ειδήσεις, δύο μέρες στη σειρά.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

O Μουαμάρ ξαναχτυπά

Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς τόσο χάλια όσο τα περιγράφει ο Ζάχμουρ. Είναι πολύ πιο χάλια.

Οι πολιτικοί βλέπουν ότι η εποχή της μεγάλης ρεμούλας έχει περάσει, όχι βέβαια ανεπιστρεπτί, αλλά τουλάχιστον για όσο διαρκούν δύο, ίσως και περισσότερες, βουλευτικές θητείες. Σκέφτεται τώρα ο πολιτικός : «-Τι σκατά ήθελα και έμπλεξα εδώ μέσα ; Για να μου πετάνε αυγά και αύριο πέτρες ; Να διορίσω δεν μπορώ. Να κλέψω δεν μπορώ. Να ζητήσω προμήθεια δεν μπορώ. Όλοι με κοιτάνε με μισό μάτι. Οι δημοσιογράφοι έχουν βαλθεί να με ξεκάνουν. Κινδυνεύω ανά πάσα στιγμή να γίνω πρωτοσέλιδο ή να τρέχω στα ανακριτικά γραφεία. Γαμώ την ατυχία μου, γαμώ».

Και ερωτώ : -Με τι μυαλό και με τί κίνητρο θα δουλέψει τώρα ο κάθε υπουργός, τώρα που ο κόσμος του ήρθε τούμπα ; Το ίδιο ισχύει πάνω-κάτω για τον λαδιάρη εφοριακό, τον πολεοδόμο, τον υποθηκοφύλακα, τον κάθε λίγδη μανδαρίνο, που βλέπει τα πράγματα να σκουραίνουν επικίνδυνα και τα μέχρι τώρα τακτικά του έσοδα από κάθε λογής βρωμιές να περιορίζονται δραστικά. Γι’ αυτό τώρα πας στην εφορία και οι μισοί υπάλληλοι απουσιάζουν από τα πόστα τους, έχοντας δηλώσει ασθένεια.

Η άλλη η ανεκδιήγητη, η μαθητευόμενη μάγισσα, δεν φτάνει που (μαζί με τον προκάτοχό της, του ιδίου φυράματος) μας είχε φορτώσει στο κεφάλι ένα τάνκερ γεμάτο άχρηστα εμβόλια, τώρα θυμήθηκε να καταργήσει και το κάπνισμα από παντού, για να δώσει τη χαριστική βολή στις καφετέριες, στα μπαράκια και στα εστιατόρια Να πάω εγώ να πληρώσω, για να πιώ καφέ χωρίς τσιγάρο. Δε σφάξανε. Οι ευρωπαϊστές της συμφοράς. Του κόσμου τις παραβιάσεις των κοινοτικών οδηγιών έχουν κάνει, μας έχουν λυσσάξει στα πρόστιμα για κάθε πιθανή και απίθανη αιτία και τώρα τους έπιασε η πρεμούρα να συμμορφωθούν ειδικά με την απαγόρευση του καπνίσματος. Τώρα βρήκαν την ώρα. Λες και το κάπνισμα είναι αυτό που θα μας στείλει στον τάφο.

Πείτε καλύτερα στα ίσα ότι δεν γουστάρετε τις δημόσιες συναθροίσεις και πασκίζετε να βρείτε τρόπους να μας χώσετε στα καβούκια μας, να φουμάρουμε κατά μόνας στο μπαλκόνι, αγναντεύοντας την απλωμένη μπουγάδα της απέναντι μαντάμ. Πείτε καλύτερα ότι την τρέμετε τη νικοτίνη, όπως και την καφεϊνη, επειδή έτσι ξελαμπικάρει η κεφάλα μας και μπαίνουμε σε λογισμούς απρεπείς περί της νέας τάξης πραγμάτων. Αυτό είναι όλο το ζουμί. Γι’ αυτό δαιμονοποιούν λυσσαλέα τον Άγιο Καπνό, ενώ αντιθέτως αβαντάρουν κι επιτρέπουν την ελεύθερη χρήση του αλκοόλ οπουδήποτε. Επειδή μας προτιμούν ζαλισμένους, ζαβλακωμένους, να ρουφάμε, να μεθάμε, να πηγαίνουν τα φαρμάκια κάτω. Και με τον φερετζέ της δήθεν απαγόρευσης διάθεσης αλκοόλ στα ανήλικα (λες κι ένα παιδάκι δεκαοχτώ χρονών είναι άτρωτο από το οινόπνευμα), προμοτάρουν κανονικά το σπίρτο, ως τρόπο ζωής, την ίδια στιγμή που παρουσιάζουν με κάθε τρόπο τον μέσο καπνιστή ως άρρωστο πρεζάκια, που πρέπει επειγόντως να προσφύγει σε βοήθεια ώστε ν’ απεξαρτηθεί. Ναι, σπεύδουμε, να πάρουμε τσιχλίτσες νικοτίνης, να μασάμε σαν τις κατσίκες. Να γίνουμε άνθρωποι, επιτέλους.

Και σα να μην έφταναν αυτά, τελικά την πλήρωσαν τη νύφη οι καψεροί οι λιμενικοί, που στα νέα τους καθήκοντα θα εμπίπτει, λέει, ο έλεγχος της τήρησης του μέτρου της καπναπαγόρευσης. Βγήκε ναύτης στη στεριά, για περιπολία. –Δηλαδή, πόσο πιά γελοίοι μπορεί να είναι οι άνθρωποι ; -Ποιός βλάκας σκέφτηκε κάτι τέτοιο και ποιοί βλάκες το υιοθέτησαν ; Έστω, υπό την υποθετική εκδοχή ότι οι λιμενικοί κοπροσκυλάνε και θα πρέπει να τους βρούμε ορισμένη δουλειά να κάνουν, χάθηκε ο κόσμος να ήταν η δουλειά αυτή κάπως συναφής με το αντικείμενό τους ; Όχι μωρέ, να τους στείλουμε στις καφετέριες, να μπουζουριάζουν καπνιστές, να λασκάρουν κι αυτοί οι πολύπαθοι οι άνθρωποι, που δεν προλαβαίνουν να μαντρώσουν τον αιγιαλό, να φτιάξουν μια τόση δα ιδιωτική παραλιούλα κάτω από τη βιλάρα τους κι αμέσως να πέσουν όλοι να τους φάνε. Να χαλαρώσουν λίγο κι οι πρεζέμπορες με τα φουσκωτά, να κάνουν τη δουλειά τους οι άνθρωποι, όχι συνέχεια στην πίεση. Να μπορεί κι ο λαθρομετανάστης να αποβιβαστεί στην ακτή με την ησυχία του, όχι σαν κυνηγημένο ζώο.

Βλέπω τώρα συζήτηση για Καντάφι. Βεβαίως, διότι στο Μαξίμου διάβασαν επιτέλους το από 30 Απριλίου 2010 αφιέρωμα στη βρωμόφατσα (
http://kleftiko.blogspot.com/2010/04/blog-post_30.html) και τελικά ξύπνησαν. Διότι αυτό το μπλογκ ξέρει τί γράφει και πότε το γράφει.

Και μιας και αναφέρθηκα στο μπλογκ, έχω κάποια νέα. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Όταν στήθηκε to Kleftiko, στο πρώτο μόλις επεισόδιο, είχα γράψει :

«Το «Κλέφτικο» είναι για λίγα επεισόδια, πέντε, δέκα, δεκαπέντε, ενδιάμεσος σταθμός. Ίσα ίσα για να μην πάθουμε τίποτε αρθριτικά στα χέρια και δεν μπορούμε μετά ν’ ακουμπήσουμε το πληκτρολόγιο. Ούτως ή άλλως, το Blogspot είναι τρύπα, δεν μ’ αρέσει. Τρύπα πιο μαύρη κι από τον υπόκοσμο του Σικάγο και μάλιστα δίχως καν να διαθέτει το σκοτεινά ενδιαφέρον στοιχείο της γνήσιας παραβατικότητας. Είναι απλώς αχανές, δαιδαλώδες, ανήλιαγο και κρύο. Είναι από τις παραλίες που δεν στρώνεις καν πετσέτα για ν’ αράξεις. Κάθεσαι χάμω μόνο για λίγο, να καπνίσεις ένα τσιγάρο πριν ξεκινήσεις γι αλλού».

Βέβαια, από τότε πέρασαν κιόλας πέντε μήνες και το μπλογκ δυνάμωσε πολύ, φθάνοντας να έχει μακράν μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα από κάθε άλλο αυτοτελές εγχείρημα εκτός Capital,οποτεδήποτε. Αυταπάτες ότι όλος αυτός ο κόσμος μπαίνει καθημερινά για να διαβάσει τί γράφω εγώ, δεν τρέφω. Όλη η ουσία είναι τα σχόλια, από κάτω. Έτσι είναι το μοτίβο κι έτσι ακριβώς θα παραμείνει. Το «Κλέφτικο» είναι διαδραστικό, όχι one man show. Αυτό σημαίνει ότι η επιβίωση του blog σε νέο χώρο προϋποθέτει τη συμμετοχή των ίδιων συντελεστών.

Στήνεται λοιπόν, αυτόν τον καιρό, ένας νέος διαδικτυακός χώρος (έχω την αίσθηση ότι δεν είναι εισέτι έτοιμος) και παρασκηνιακά έχουν ήδη γίνει προσεγγίσεις γνωστών γκουρούδων, για την ενίσχυση του εγχειρήματος. Ορισμένοι έχουν ήδη συμφωνήσει, εξ όσων γνωρίζω. Ο ένας είναι σίγουρα ο Χάρος, που κάτι άφησε να εννοηθεί, πρόσφατα, ενώ υπάρχουν κι άλλοι, που δεν μου πέφτει λόγος να τους αναφέρω. Εννοείται ότι οι τύποι του site θέλουν και το «Κλέφτικο» εκεί, ίσως και περισσότερο απ’ ότι ήθελε η Ρεάλ τον Μουρίνιο.

Το θέμα –και το εξήγησα πώς ακριβώς έχει- είναι ότι για να πάμε, θα πρέπει να συμφωνήσουμε. Δηλαδή, εάν είναι ν’ αρχίσει η μουρμούρα, «πώς και γιατί, κι εδώ καλά είμαστε», τότε να μην πάμε καθόλου. Εγώ ψηφίζω υπέρ των Ηνωμένων Γκουρουδημοκρατιών κι ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του. Κι όποιος απομονωτιστής έχει αντίρρηση, ας μιλήσει τώρα, ειδάλλως ας κρατήσει για πάντα τη σιωπή του.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Τραγωδία, να δουλεύεις με παντόφλες

Είν’ επιλήσμων ο Έλλην, θα του λείπει από τον οργανισμό του το μαγνήσιο, όπως φαίνεται. Πιάνεις ας πούμε κουβέντα για τα παλιά, λες τα δικά σου, σε κοιτάει ο άλλος με το ύφος το βαριεστημένο, «-μωρέ τί μας τσαμπουνάς τώρα ;» κι έπειτα, στη δευτερολογία του, σου αμολάει και το κλασσικό : «-Εγώ δεν ξέρω τί μου λες, εγώ ξέρω ότι επί χούντας οικοδομήθηκε όλ’ η Ελλάδα, έτρωγε ψωμί ο κοσμάκης, ανοίξανε οι δουλειές, δεν χρωστάγαμε φράγκο πουθενά, το δημόσιο δούλευε, ο στρατός λειτουργούσε, στο σχολειό μαθαίναν γράμματα, μπουρ, μπουρ, μπουρ, μπουρ», ενώ συμπληρώνει, για να μην παρεξηγηθεί : «-και ξέρεις βέβαια ότι δεν είμαι νοσταλγός, αλλά η αλήθεια πρέπει κάποτε να λέγεται». -Να λέγεται, γιατί να μη λέγεται ;

Υπ’ αυτό το πρίσμα και εκεί όπου οδηγείται η κατάσταση, υπολογίζω ότι σε καμιά εικοσαριά χρονάκια από τώρα, ίσως και σε λιγότερα, όταν θ’ αναπολούμε τα παλιά, θα λέμε : «-Εγώ δεν ξέρω τί μου λες, εγώ ξέρω ότι επί Κωστάκη Καραμανλή η Ελλάδα έφτασε στο απώγειο, τα λεφτά τρέχαν απ’ τα μπατζάκια μας,πέρναγες έξω απ’ την τράπεζα και σε τραβάγαν μέσα να σου χαρίσουν τη σπιταρόνα με το ζόρι, αμάξι κάτω από δίλιτρο δεν έβλεπες στο δρόμο, τζάμπα κι αυτό, στόλοι ολόκληροι τα φουσκωτά -κι αυτά τζάμπα, όλα δώρο από την τράπεζα-, στα καλά τα μαγαζιά κάναμε ζημιές άνω των πέντε χιλιάδων τη βραδιά, σε άνθη-φυτά, διακοπές από Λονδίνο και πάνω, για να μη σου πω και Μύκονο, εργασία εβδομαδιαία τριήμερος, μετά πεμπτοπαρασκευοσαββατοκύριακου γουήκ-εντ, στρατοί ολόκληροι από Ινδούς μπάτλερς (που τότε τους αποκαλούσαμε «φιλοξενούμενους»), τί Σλάβες υπηρέτριες, τί υπηρετικό προσωπικό εν γένει, αρχόντοι ήμαστάνε, η παιδεία δούλευε ρολόϊ, φίσκα τα ιδιωτικά, ο πολιτισμός προήγετο, όλα τα μεγάλα ονόματα του πενταγράμμου τότε ξεπεπεταχτήκανε, από Μακρόπουλο ίσαμε Μπάστα, μπουρ, μπουρ, μπουρ, μπουρ». Για να συμπληρώσουμε στο τέλος, μην τυχόν και παρεξηγηθούμε : «-και ξέρεις βέβαια ότι δεν είμαι δεξιός, αλλά η αλήθεια πρέπει κάποτε να λέγεται». -Να λέγεται, γιατί να μη λέγεται ;

Πάμε παρακάτω. Μετά την αποκάλυψη του σατανικού σχεδίου, με την εσπευσμένη κατάργηση της προσωποκράτησης για χρέη προς το δημόσιο, ώστε να μην αναγκαστούν να μπαγλαρώνουν τα παιδάκια του συστήματος, σήμερα θα βγάλουμε στη φόρα μια δεύτερη μάκινα που έχουν σκαρφιστεί οι πονηροί καρεκλοκένταυροι του «ευρύτερου δημοσίου τομέως». Πας ας πούμε και κλείνεις μια δουλειά με το δημόσιο, οποιαδήποτε δουλειά, δεν έχει σημασία. Αναλαμβάνεις ένα έργο, υπογράφεις τα χαρτιά, όλα κανονικά, βγαίνει η απόφαση ανάθεσης, προχωράς εσύ, το εκτελείς καθώς πρέπει, παίρνεις και τη βεβαίωση καλής εκτέλεσης, κόβεις και το τιμολόγιο κι είσαι τώρα έτοιμος να πας να εισπράξεις τα συμφωνηθέντα. Και σιγά να μην τα πάρεις. Διότι σ’ αυτό το σημείο, δηλαδή πάνω στο καλύτερο, σκάει μύτη το Ελεγκτικό Συνέδριο και βγάζει τη σύμβαση σκάρτη. Προσοχή, όχι το έργο (αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει), αλλά τη σύμβαση, στην οποίαν ψάχνει να εντοπίσει κάθε λογής τυπικές παραλείψεις στη διαδικασία ανάθεσης, ώστε να βγάλει «μη νόμιμη» τη δαπάνη. Με λίγα λόγια, σου λένε, εντάξει, εσύ είσαι σωστός και την έκανες τη δουλειά που είπαμε, αλλά εμείς τώρα δεν σε πληρώνουμε, επειδή εκ των υστέρων ανακαλύφθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο το συγκλονιστικό γεγονός ότι τη μέρα που σου είχε ανατεθεί το έργο, ο Πρόεδρος του αναθέτοντος ΝΠΔΔ δεν φορούσε κράνος. Ή ότι υπέγραψε τη σύμβαση με πέννα, αντί να την υπογράψει με στυλό, όπως λέει ο κανονισμός. Ή ότι στη σελίδα υπ’ αριθμόν τρία της συμβάσεως, παράγραφος οχτώ, εδάφιο τρία, ακριβώς πάνω στη λέξη «πιστοποίηση» έχει χέσει μια μύγα, που είναι πολύ κακό σημάδι.

Τέτοιες δικαιολογίες. Δηλαδή, πράγματα γελοία, που σε τελική ανάλυση δεν σε αφορούν, όταν έχεις πασκίσει και ξοδευτεί για να φέρεις σε πέρας το έργο που σου ανατέθηκε. Προφάσεις που αφορούν το δικό τους το μπουρδέλο, όχι το δικό σου το μαγαζί. Να πάω δηλαδή κι εγώ αύριο σε κάνα εστιατόριο κυριλέ με την παρέα μου, ίσαμε είκοσι νοματαίους, και καλά να τους κάνω το τραπέζι, να παραγγείλω όλον τον κατάλογο εις πενταπλούν, τί οκρόσκες, τί μπόρς, τί σάσλυκ, φέρε πράμα, συν όλον τον Βόλγα σε αλκοόλ, συν την ορχήστρα από πάνω μας, να μας βαράνε οι μπαλαλάϊκες και τα βιολιά ότσι τσόρνια, κατιούσες, καλίνκες-μαλίνκες, καμαρίνσκαγιες και τα τοιαύτα σουξέ, να έχω τα γκαρσόνια και τις γαλανομάτες να τρέχουν πάνω-κάτω σαν διαβόλοι και τους μαγείρους στην κουζίνα να γίνονται φλαμπέ κι όταν πιά κατά τα ξημερώματα μου έρθει ο λογαριασμός, να τον κοιτάξω καλά-καλά και να δηλώσω του μαίτρ «-μάστορα, δεν πληρώνω». –Γιατί ; Θα πεί τότε ο χριστιανός ορθόδοξος, με τα μάτια γουρλωμένα. Θα σου εξηγήσω το γιατί. Διότι, όταν κάναμε την παραγγελία, ο φιλαράκος μου από δω, είχε πάει στην τουαλέτα, προς νερού του και δεν ενέκρινε ολόκληρη την παραγγελία. Οπότε, ωραίο το μαγαζάκι σας, κύριε Ιγκόρ μου, καλό και το φαϊ σας, αλλά εγώ δεν πληρώνω. Άκυρη η παραγγελία, κατάλαβες κύριε μαίτρ ; Του αμολάω κι ένα ρέψιμο μες στη μούρη και σηκώνομαι και φεύγω. Κύριος ήρθα, κύριος φεύγω.

Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Πες μου καλύτερα ότι είσαι άφραγκος. Πες μου ότι είσαι μπαταχτσής, αφερέγγυος, ανυπόληπτος και λαμόγιος. Όχι εκ των υστέρων να μου βάζεις μπροστινό το Ελεγκτικό Συνέδριο, για «κακό μπάτσο» της υπόθεσης. Άσε πιά που κανείς δεν καταλαβαίνει, τόσα χρόνια τούρκικα, τί διάολο ήλεγχε το Ελεγκτικό Συνέδριο και πέσαμε έτσι όξω.

Από δίπλα έχουμε και τους άλλους, τους «ισόβιους λειτουργούς». Τους δικαστάδες λέω. Ξεσηκωθήκαν κι οι κατήδες και θυμήθηκαν να γυρεύουν κάτι αναδρομικά, που έχουν επιδικάσει οι ίδιοι στον εαυτό τους. -Πάλι αναδρομικά ; -Πάλι αναδρομικά. Αυτοί μόλις ξεμένουνε, τότε θυμούνται ότι έχουνε λαμβάνειν, οπότε βαράει ένας από δαύτους μια προσφυγούλα και πάνε τσούρμο στο δικαστήριο. Γιάννης κερνάει-Γιάννης πίνει. Εδώ δεν έχει ούτε αναβολές, ούτε παρελκύσεις ούτε τίποτα από τα γνωστά, που τραβάει η πλέμπα. Συνοπτικές διαδικασίες. «-Τί θέλετε πάλι κύριε Πρόεδρε ;», ρωτάει από έδρας ο ένας πρόεδρος τον άλλον πρόεδρο, τον μάρτυρα. «-Να μωρέ κύριε Πρόεδρε, εκείνα τα ρημάδια τα αναδρομικά θέλουμε, τί να θέλουμε δηλαδή ;», απαντάει ο άλλος Πρόεδρος. Ό,τι πει ο Πρόεδρος. Οπότε, ο άλλος Πρόεδρος, ο αμερόληπτος , βγάζει γρήγορα-γρήγορα την απόφαση και, ως εκ θαύματος, γίνεται πάντα δεκτή η προσφυγή. –Τυχαίο ; -Δε νομίζω.

Και απειλούν, λέει, ότι εάν δεν τους δώσουν τα αναδρομικά εδώ και τώρα, εκτός του ότι θα κρατήσουν την αναπνοή τους, θα απεργήσουν, λέει, ενώ σε δεύτερο στάδιο θα μπλοκάρουν τη λειτουργία των δικαστηρίων, λέει, ζητώντας χώρους, λέει, ώστε να εργάζονται εντός των δικαστικών μεγάρων και όχι στα σπίτια τους, όπως γίνεται τώρα. Λέει. Δηλαδή, τους κακοπέφτει που δουλεύουν στα σπίτια τους, με τις παντόφλες και τη ρομπ ντε σαμπρ. Εγώ, εάν ήμουν υπουργός δικαιοσύνης (το κλασσικό, το ελληναράδικο «άμα ήμουν υπουργός»), θα τους έλεγα «-ωραία κύριοι, κανένα πρόβλημα, να δουλεύετε εδώ χάμω. Θα σας βάλω εγώ γραφειάκια, το ένα δίπλα στ’ άλλο, να κάθεστε να μελετάτε. Και ράντζα εκστρατείας να σας βάλω, άμα γουστάρετε, να πέφτετε να σαπίζετε, όταν σας πλακώνει η νύστα. Μέχρι ντουσιέρες θα σας βάλω, ό,τι θέλουν οι ισόβιοι λειτουργοί. Αλλά αναδρομικά από μένα δεν παίρνετε, που να χτυπάτε τους κώλους σας χάμω. Ορίστε, στις δουλειές σας τώρα. Όξω απ’ το γραφείο μου, μανδαρίνοι, κράτος εν κράτει».

Όχι, δηλαδή, τί θα υπολόγιζα ; -Ποιούς και γιατί ; Είναι κάτι σπέσιαλ οι δικαστάδες και δεν το ήξερα ; Να καίγεται ο κόσμος, να πετσοκόβονται αποδοχές, να πεινάνε άνθρωποι κι αυτοί να βαράνε το βιολί τους, όπως οι Αυστραλοί λιμενεργάτες εν καιρώ πολέμου, που λέγαμε τις προάλλες ; Σώπα μωρέ. Σιγά τους πεφωτισμένους. Σιγά τα μυαλά. Σιγά τους στυλοβάτες της κοινωνίας. Σιγά τα ωά. Αλλά είναι βλέπεις αυτή η «ισοβιότητα». Όχι απλώς μονιμότητα, ισοβιότητα. Οι μονιμότητες και οι ισοβιότητες μας φάγανε κι η ελιτίστικη αντίληψη που διατηρούν ορισμένοι για την πάρτη τους, ότι είναι υπεράνω καταστάσεων και τα δικά τους τα «κεκτημένα» είναι ιερά και όσια.

Να δω τώρα, ποιός είναι μάγκας απ’ αυτούς, να βγάλει απόφαση εργατική, σαν εκείνου του Λετονού του δικαστή, που έγραψε το ΔΝΤ εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Αλλά, θα μου πεις, και ένας τέτοιος να υπάρξει, μετά θα τη δεί κάπως, ότι δηλαδή έκανε καμιά σπουδαία δουλειά και θα μου ονειρεύεται ίσαμε και προεδριλίκι της δημοκρατίας. Διότι, σ’ αυτόν τον τόπο, έτσι και απλώς κάνεις τη δουλειά σου στοιχειωδώς σωστά, φτάνεις ν’ ανακηρύσσεσαι σε εθνικό ήρωα, γίνεσαι λαϊκός θρύλος, μέχρι και βιβλίο και ταινία, ώσπου στο τέλος σε αναδείχνουν και Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να πηγαίνεις στην Κίνα μετά της συμβίας σου, να γεμίζεις με πραμάτειες τα κοντέϊνερς της Cosco ίσαμε πάνω κι έτσι και βρεθεί κάνας βλάκας τελωνειακός να σου πει να τ’ ανοίξεις, να του κάνεις και τσαμπουκά. «-Ξέρεις ποιός είμ’ εγώ, ρε ;»

-Αμ, δεν ξέρω ;

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Ευρώπη, δεν έχεις ταλέντο

Nέα δεδομένα, διαβάζω, στο σκάνδαλο Siemens, καθώς η Εξεταστική Επιτροπή φέρεται να έχει στα χέρια της, ιδιόχειρο σημείωμα του Μιχάλη Χριστοφοράκου, με το οποίο αυτός έδινε εντολή να καταβληθεί σε υπουργό το 50% "των συμφωνηθέντων". Το σημείωμα, το οποίο αποκάλυψε το Σάββατο η εφημερίδα "Τα Νέα", φέρεται να γράφτηκε το 2008 και να αφορά υπουργό της κυβέρνησης Καραμανλή.

Σώπα καλέ. Αστειότητες. Το σημείωμα δεν είναι μόνον ένα. Υπάρχουν πολύ περισσότερα παρόμοια σημειώματα, ίσως και χιλιάδες, όπως ξεκάθαρα φαίνεται στην φωτογραφία-ντοκουμέντο, που σήμερα δημοσιεύουμε, πρώτοι παγκοσμίως : Πάνω στο γραφείο του Μάϊκ, διακρίνονται στοίβες ολόκληρες τέτοιων σημειωμάτων, με τα οποία ο Μάϊκ δίνει απανωτές εντολές καταβολών «των συμφωνηθέντων», σε πλείστα λαμόγια, από υπουργούς και κάτω (ενδεχομένως δε και πάνω).

Όμως, το ρεπορτάζ δεν σταματά εδώ, καθώς υπάρχουν και άλλα σημαντικά ερωτήματα, με κυριώτερο αυτό που αφορά στη σχέση μεταξύ Μιχάλη Χριστοφοράκου και Βασίλη Τσάρτα. -Ποιος όπλισε το χέρι του συμπαθέστατου (;) πρώην διεθνούς ; -Και ιδίως, ποιός ήταν άραγε ο στόχος ; Ίσως να μην μάθουμε ποτέ. Πάντως, το ότι ο Χριστοφοράκος γνώριζε –εάν δηλαδή δεν ήταν ο ίδιος ο ηθικός αυτουργός- αποδεικνύεται από το ντοκουμέντο, αριστερά. Όπως βέβαια γνώριζε και η Κατερίνα Μπατζελή, που διακρίνεται στο κέντρο, αγκαλιά με τον φάκελο των σχετικών οδηγιών προς τον Τσάρτα. Το θέμα είναι με τι είδους κριτήρια επελέγη ως hitman ένας τύπος που μονίμως σερνόταν στο χορτάρι, ακόμη και στην πρώτη νεότητά του. Τώρα θα μου πεις, εδώ έγινε κοτζάμ δήμαρχος Πειραιώς ο τεμπέλης ο Φασούλας, που βαριόταν να προπονηθεί ακόμη και στις βολές.

Βάσιμες πληροφορίες της στήλης, αναφέρουν ότι ο Χριστοφοράκος είναι, εκτός των άλλων που του φόρτωσαν, και ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε και εισηγήθηκε στη γερμανική κυβέρνηση το ανηλεές σορτάρισμα της Ελλάδος, στον χθεσινό διαγωνισμό της Eurovision. Με τη σατανική αυτή τακτική (που βεβαίως ουδείς αντελήφθη, καθώς όλοι οι χαζοχαρούμενοι πίστεψαν πως πρόκειται για μια αθώα εκδήλωση συμπάθειας εκ μέρους του γερμανικού λαού), οι αδίστακτοι Γερμανοί επεδίωξαν ευθέως να καταβυθίσουν στα τάρταρα την ήδη ασθενή ελληνική οικονομία. Σκοπός τους, η κατάταξη του Αλκαίου στην πρώτη θέση, ώστε να υποχρεωθούμε να αναλάβουμε τη διοργάνωση της επόμενης Eurovision και να φαλιρίσουμε τελείως. Δύο πράγματα δεν είχαν υπολογίσει οι μισητοί φρίτσηδες : Πρώτον, ότι είμαστε ήδη τελείως φαλιρισμένοι. Δεύτερον, ότι το ίδιο τους το τέχνασμα θα γύριζε τελικά μπούμερανγκ, καθώς το συσσωρευμένο εναντίον τους μίσος των λαών της Ευρώπης ξέσπασε με τη μορφή απανωτών δωδεκαριών, ώστε να αναδειχθεί νικήτρια η Αλεμάνια. Με αποτέλεσμα, να επωμιστούν οι Γερμανοί τα δυσβάσταχτα έξοδα του επόμενου διαγωνισμού «Ευρώπη, δεν έχεις ταλέντο», παρότι αυτοί είχαν φροντίσει να κάνουν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να αποφύγουν ακόμη και την πρόκρισή τους στον μεγάλο τελικό, επιλέγοντας για την εκπροσώπησή τους ένα μαστουρωμένο άφωνο τσουλί, που υπάκουε μηχανικά στο όνομα "Λένα", εάν συγκράτησα καλώς.

Το ίδιο βέβαια είχαν φροντίσει να κάνουν και οι υπόλοιποι, στέλνοντας εκεί πάνω ο,τι πιό σκάρτο διέθετε το πεντάγραμμό τους. Ειδικά οι παμπόνηροι Γιούγκοι, είχαν μοχθήσει πολύ μέχρι να καταφέρουν να ανακαλύψουν τον πρώτο εξάδελφο του Βασιλείου Κωστέτσου και να τον ψήσουν να συμμετάσχει στον θεσμό-καρμανιόλα. Ο ξάδελφος Κωστέτσος τσίνησε, είναι η αλήθεια, μέχρις ότου τον απείλησαν ότι εάν δεν δεχόταν την τιμή, σύντομα θα έβλεπε στο κατώφλι του τον Τσάρτα, παρέα με το αγαπημένο του εννιάρι CZ 88 Ζastava, χωρίς σιγαστήρα. Χώρια πιά που θα έβρισκε και τον σκύλο-κωλόμπο φέτες.

Να επισημάνουμε ότι οι έτεροι πονηροί, οι Γάλλοι, προσπάθησαν αρχικά να προσεγγίσουν ως εκπρόσωπό τους τον Πατρίκ Ογκουνσότο, αλλά τον πέτυχαν εκτός εαυτού για κάποιο πέναλτυ που δόθηκε ή δεν δόθηκε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι χάσαμε την ευκαιρία να δούμε τον Πατρίκ στη Eurovision.


Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Πολύ down, πολύ under

Να συμφωνήσουν τώρα αμέσως όλοι οι ανθρωπολόγοι, βιολόγοι και τέτοιοι μυστήριοι που καταπιάνονται με το ντιενέη, ότι η σκληρότερη φύτρα του ανθρωπίνου γένους είναι εκείνοι οι Γιάπωνες. Μάλιστα, βεβαίως, ο Γιάπων είναι ο πιο κακός πούστης που έχει να επιδείξει το ζωϊκό μας βασίλειο, στ' αλήθεια κακός, μοχθηρός και μουλωχτός, ανθεκτικός πιο πολύ κι από ξανθιά κατσαρίδα, αδίστακτος, ατρόμητος, ακάματος, ανελέητος, επίμονος, πεισματάρης, ανυποχώρητος, πονηρός, πολυμήχανος, εφευρετικός, τα πάντα. Εκτός δηλαδή από το μπόϊ που όσο να ‘ναι του λείπει –κι εκεί έχει ένα άλφα κόμπλεξ, είν’ η αλήθεια- κατά τα λοιπά τα έχει όλα, από τη μάνα του. Στην πραγματικότητα, ο Γιάπων δεν παραδόθηκε ποτέ, ούτε καν τον δεκαπενταύγουστο του ΄45, που βγήκε ο Showa στο ράδιο, να μιλήσει στον κόσμο, με την τσιριχτή φωνούλα του. Δεν υπάρχει η λέξη «παράδοση» στο διάγγελμα. Τους λέει μόνο «δουλεύτε ρε,να λαμπρύνετε κι άλλο τη δόξα του αυτοκρατορικού κράτους», και μάλιστα στ’ αρχαία γιαπωνέζικα, ώστε να το πιάσουν το υπονοούμενο ειδικά οι απόγονοι των Ιπποτών του Μπουσίντο και να κανονίσουν την πορεία τους. Παρά πόδα, που λένε. Έκτοτε, ο Ιάπων περιμένει ή μάλλον καραδοκεί. Έχει αφήσει τους δυτικούς να φοβούνται κατά βάθος μόνο την Κίνα, που είναι τεράστια, που είναι έτσι, που είναι αλλιώς, αλλά στην ουσία, σε παιχνίδι για μεγάλα παιδιά δεν πιάνει μπάζα. Ο Κινέζος, σε τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, δεν έχει κάνει ποτέ του ούτε έναν επεκτατικό πόλεμο. –Κάτι λέει αυτό, έτσι ; Λέει ότι Κινέζος δεν το έχει. Κι επειδή το ξέρει ότι δεν το έχει, το 'χει ρίξει στο φασόν, στο εμπόριο και στην τοκογλυφία. Ενώ ο παραδίπλα ο σχιστομάτης, το ΄χει μέσα του και κάποτε θα του βγει το ζοριλίκι, δεν ξέρω πότε, αλλά κάποτε, που μπορεί και να μην ζούμε τότε.

Βέβαια, οι ύαινες το ξέρουν αυτό το μυστικό και γι’ αυτό κοιτάνε με κάθε τρόπο, δεκαετίες τώρα, να σπάσουν τον γιαπωνέζικο τσαμπουκά. Βάλαν ας πούμε τον αυτοκράτορα ν’ απαρνηθεί τη θεϊκή του ιδιότητα, λες κι ήταν βλάκες τα τζαπώνια και δεν ξέραν τόσα χρόνια ότι η θεϊκή ιδιότητα είναι μια σκέτη μούφα ή -το κυριώτερο- βομβαρδίζουνε συστηματικά το νησί με όλα τα σκατολόϊδια της δυτικής υποκουλτούρας, ώστε ν’ αποβλακώσουν το γιαπωνεζάκι και να το περισπάσουν από τα παραδοσιακά ιδεώδη του, να γίνει κι αυτό μαλθακό, μαλακισμένο πες καλύτερα, σαν τα υπόλοιπα του πολιτισμένου –μη χέσω- κόσμου. Αλλά ο Γιάπων ανθίσταται. Πρώτη γραμμή άμυνας, τα λεφτά. –Πώς είμαστε εμείς κι οι περισσότεροι δηλαδή, που έχουμε ξεπουληθεί χίλιες φορές στους διεθνείς τοκογλύφους ; -Ε, ακριβώς το αντίθετο. Πετάει ο γάϊδαρος-πετάει και χρωστάει ο Γιάπωνας-χρωστάει και μάλιστα τα κέρατά του, 200% του ΑΕΠ. Ο Χριστός κι ο Απόστολος. -Ναι, αλλά πού τα χρωστάει ; Μήπως στα λαμόγια των χρηματαγορών ; -Όχι δα. -Σάμπως στο Νομισματικό Ταμείο ; -Βρε ούστ στο διάολο από δω χάμω. –Σε κάναν Κινέζο ενεχυροδανειστή, σε κάναν Ευρωπαίο μαυραγορίτη ; -Σιγά να μην. Ο Ιάπων χρωστάει στον Ιάπωνα. Όλο το γιαπωνέζικο δημόσιο χρέος είναι στα χέρια των ντόπιων σχιστομάτηδων, πράγμα που σημαίνει ότι κανένας ξένος νταβατζής δεν μπορεί να τους κάτσει στο κεφάλι. Αυτό είναι όλο. Κι εδώ μιλάμε για έναν λαό εν δυνάμει καμικάζε, που μπορεί τώρα να τον βλέπεις να σου κάνει τον κλώνο του Έλβις και να γελάς μαζί του, αλλά αύριο, όταν θα βρεί την ευκαιρία -και η ιστορία δίνει πάντα δεύτερες και τρίτες ακόμη- θα πετάξει τη γελοία περούκα και θα δέσει στο κούτελο ασπροκόκκινη μπαντάνα "χατσιμάκι" με ανατέλλοντα και συναφή ιδεογράμματα. Και τότε, κλάφτε κόσμε. Διότι τότε κανείς δεν θα έχει τ' άντερα να ξαναρίξει "αγοράκια" και "χοντρούς", καθώς θα ξέρει πως θα του επιστραφούν αντίστοιχα δωράκια στο έδαφός του και μάλιστα με πανωτόκια. Άρα το έργο θα παιχτεί στα ίσα και στα ίσα ο Ιάπων απλώς δεν παίζεται.

Ότι ο Γιάπωνας είναι σατανάς, το ΄χουν καταλάβει αυτοί που πρέπει, όχι τώρα, από παλιά. Βαυκαλιζόμαστε οι δυτικοί να λέμε πως ο Δεύτερος Παγκόσμιος ξεκίνησε από τους Γερμανούς κι από την Πολωνία. Επειδή μας αρέσει να ΄μαστε εμείς το κέντρο του κόσμου, γι’ αυτό. Καλά, καλημέρα γι’ αύριο. Τον βήτα τον ξεκίνησε η Ιαπωνία και τον ξεκίνησε το ΄31 στη Μαντζουρία, αυτή είναι η μόνη αλήθεια. Κι επειδή οι περισσότεροι δεν το έπιασαν τότε το υπονοούμενο, οι Γιάπωνες έκαναν και μια επανεκκίνηση, το ’37, μπουκάροντας και στην υπόλοιπη Κίνα και τότε ακριβώς είναι που αρχίζει το γαϊτανάκι. Επειδή δε, και πάλι, μερικοί εξακολουθούσαν να κάνουν το κορόϊδο, δώστου στο καπάκι κι ένα Περλ Χάρμπορ, ώστε να σηκωθούν για χορό κι οι τελευταίοι. Ίσως, εκεί κάπου να το παράχεσαν οι κίτρινοι, διότι ξέχασα να πω πως το μόνο τους χοντρό κουσούρι –πέρ’ από το μπόϊ δηλαδή- είναι αυτή η υπεροψία, που δηλαδή αυτή τους έφαγε στο τέλος. Η ουσία είναι όμως ότι πρώτοι ξεκίνησαν τον πόλεμο, τελευταίοι τον σταμάτησαν, έπειτα από δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια διεξαγωγής ανηλεών επιχειρήσεων, χωρίς ανάσα. Ένα το κρατούμενο.

Τελειώνει όπως τελειώνει ο πόλεμος, βάζουν το κεφάλι κάτω τα τζαπώνια και δεν ακούγονται πιά, ησύχασε ο κόσμος από δαύτους, καθώς μάλιστα όλοι ασχολούνταν με το κακομαθημένο και εν πολλοίς αβανταρισμένο -ναι, αβανταρισμένο- παιδί της Ευρώπης, τη Γερμανία. Και τότε, στα καλά του καθουμένου, εκεί που κανείς δεν το περίμενε, ακριβώς το 1969, βγάζει ο Σοϊχίρο και ρίχνει στην παραγωγή το πρώτο CB 750K και τους τελειώνει όλους. Μέχρι να πάρουν οι υπόλοιποι μυρωδιά, πώς έγινε αυτό το κακό κι από κει δηλαδή που η Honda παρήγαγε βασικά κάτι κακάσχημα πενηντάρια, να τους τονε φορμάρει ξαφνικά με την πρώτη και σπουδαιότερη –όλων των εποχών, ακόμη και σήμερα- superbike παραγωγής, η μηχανή έκανε παρέλαση όξω απ' όλες τις καφετέριες της Ευρώπης, παίρνοντας παραμάζωμα στο διάβα της τα πάντα, από τις τρισάθλιες, αιωνίως προβληματικές BMW, τα δήθεν «σκυλιά» που ξαναθέλανε ρύθμιση βαλβίδων μόλις έστριβες από το συνεργείο, μέχρι όλες τις εγγλέζικες καρούτες, Triumph, Norton, Bsa, έως και τη θρυλική Αgusta ακόμη, τη μόνη σοβαρή ευρωπαϊκή μοτοσικλέτα, ναι μέχρι κι αυτήν. Και αντίο ζωή. Και στο καπάκι παίρνουνε θάρρος κι οι υπόλοιποι γιάπωνες και πλακώνονται να στήνουν μηχανήματα σοβαρά, όχι σαράβαλα, μηχανές, αμάξια,βαπόρια, τραίνα και ο,τιδήποτε σε υψηλή τεχνολογία, την υψηλότερη της υφηλίου, δείχνοντας ποιος είναι τ’ αφεντικό στην έρευνα και βελτίωση. Κι όλ’ αυτά μέσα σε χρόνο ρεκόρ.

Γι’ αυτό λέμε ότι το πρώτο Σέβεν Φίφτυ του ’69 είναι ένα σπουδαίο ορόσημο, αφού μπάζει θεαματικά τους Γιάπωνες στην αρένα της πρωτοποριακής τεχνολογίας, καβάλα σε τέσσερις κυλίνδρους στη σειρά, επικεφαλής εκκεντροφόρο –φράση άγνωστη τότε στην μαζική παραγωγή -αλόγατα και ροπή να ξεχειλίζουν, σχεδίαση να σου κόβεται η ανάσα και –πάνω απ’ όλα- μνημειώδη αξιοπιστία. Ο Ιάπων έρχεται με φόρα, κρυφτείτε οι υπόλοιποι.

Αλλά για βάστα τώρα, διότι εγώ άλλο ήθελα να γράψω στην αρχή, μα παρεσύρθην ο απερίσκεπτος νεανίας σε άλλες ατραπούς και τα ΄κανα και πάλι αχταρμά. Για τους Αυστραλούς ήθελα να γράψω, νομίζω δηλαδή. Που, εδώ που τα λέμε, οι Αυστραλοί κολλάνε μια χαρά πάνω στο θέμα με τους Γιάπωνες, καθότι οι Γιάπωνες ήταν εκείνοι που τους έβαλαν στο μάτι, μια φορά κι έναν καιρό και βρέθηκαν σχεδόν στο κατώφλι τους. Εάν πάρει κανείς τη γιαπωνέζικη σημαία και την απλώσει πάνω στο σύμπλεγμα της Νιππόν, θα δεί ότι οι ακτίνες κοιτάνε προς πάσα κατεύθυνση, όπερ υποκρύπτει ένα υπονοούμενο, ευκόλως εννοούμενο. Τώρα, η κάτω κεντρική ακτίνα συμβαίνει να κοιτάει νότια κι αυτό το καταλάβανε οι από κάτω, οι down under που λέμε, μόλις οι κίτρινοι πήρανε τας νήσους αμπαριζα, από πάνω, Οκινάουα, ίσαμε κάτω, Παπούα και Σόλωμον, στη σειρά.

Βρέθηκε λοιπόν το έθνος το αυστραλιανό σε τεράστιο κίνδυνο και έπρεπε κάτι να κάνει για να σώσει το ίδιο το τομάρι του πλέον. Οι Αυστραλέζοι είχαν πιο πριν αποδειχτεί γενικά σκληρά τομάρια και μαχητές δυνατοί. Εκεί στα ξένα, από Κρήτη μέχρι Τομπρούκ, είχαν χτίσει το δικό τους όνομα, ως αξιόπιστοι σύμμαχοι και σκυλιά πολεμιστές, όχι βέβαια δίχως βαρύτατες απώλειες. Τέλη ’42,αρχές ’43 πλέον, τσακισμένοι όπως γυρνούσαν από την Αφρική οι φαντάροι, την άλλη μέρα τους φόρτωναν στα οπλιταγωγά και τους άδειαζαν στα πέριξ νησιά, να χτυπιούνται με τα τζαπώνια. Εδώ όμως τα πράγματα ήταν στ’ αλήθεια σκούρα. Εδώ δηλαδή, δεν ήταν τίποτα Ρόμμελ, αλεπούδες και τα τοιαύτα, κυριλέ ζώα. Εδώ ήταν αρούρια μοχθηρά, χωμένα σε ταμπούρια, που έτσι και σε πιάνανε, σε ψήναν ζωντανό, στην κυριολεξία. Εδώ ήταν τύποι που είχαν πάρει ήδη ελευθέρας για την κόλαση και παίζανε μπάλα χωρίς το άγχος του θανάτου. Και τότε βελάξανε οι Αυστραλοί. –Και ποιος δεν βέλαξε, δηλαδή, εδώ που τα λέμε;

Οι Αυστραλοί όμως είχαν πίσω στην πατρίδα τους μια ανοιχτή πληγή : Ένα σύστημα στρατεύσεως εντελώς κρίμα κι άδικο, που έλεγε κοντολογής ότι ναι μεν η θητεία ήταν υποχρεωτική, αλλά μόνο για υπηρεσία μέσα στη χώρα. Έξω από τη χώρα εάν πήγαινες, θα πήγαινες εθελοντικά. Άρα, καταλαβαίνει κανείς τί κουράγιο είχαν όλοι αυτοί που βρέθηκαν ξαφνικά στην Αφρική να σκοτώνονται με τους Γερμανούς. Πού στη συνέχεια ήταν και πάλι οι ίδιοι, άντε με κάποιες προσθήκες νέων, που στάλθηκαν στη Γουϊνέα, να τραβήξουν ξανά το ίδιο λούκι και πολύ χειρότερο, όλο απ’ την αρχή. Ξοπίσω είχαν μείνει οι πολλοί, κοπροσκυλιάζοντας μέσα στην ασφάλεια της εθνοφρουράς. Του κώλου εθνοφρουρά για ν’ ακριβολογούμε, αφού ο εχθρός ήταν εκεί απόξω, έτοιμος να μπουκάρει. Παράλληλα, σα να μη έφτανε αυτό, είχανε και τα σωματεία από πάνω. Όταν λέμε σωματεία, μιλάμε για ελληνικού τύπου και βάλε, πολύ σκληρά καρύδια που δεν χαμπαριάζανε Χριστό, ούτε από πόλεμο, ούτε από γιάπωνες, ούτε από τίποτα. Αυτοί λοιπόν, να τους λέμε Κανγκουρώ-Αδεδύδες και Γεσεέδες, τους είχανε λιανίσει τους από πάνω στην απεργία. Ωρέ πλακώνουνε τα τζαπώνια, τραβάτε τώρα στις δουλειές σας και μετά τα βρίσκουμε, τίποτα αυτοί, όλα στ’ αρχίδια τους, απεργία και κόντρα απεργία και ξανά απεργία, να δεις εσύ τί θα πεί Αδεδύ. Ο καθένας το βιολί του, άλλος στο σωματείο, άλλος στην εθνοφρουρά, και ο μαλάκας μόνος του, στην αρένα με τους Ιάπωνες, να τον πετσοκόβουνε φέτες. Βιομηχανία παραλυμένη από τις απεργίες. Μόλις έκανε να ψιχαλίσει λίγο, πετάγανε κάτω τις αξίνες οι εργάτες και φεύγανε, άλλο που δεν θέλανε. Στα λιμάνια, καλά, εκεί πιά γινόταν το έλα να δεις. Οι λιμενεργάτες είτε απεργούσαν, είτε την κοπάναγαν τελείως από τη δουλειά και έσκαγαν μύτη μόνο σαββατοκύριακα, οπότε κονομούσαν τριπλά μεροκάματα ή περίμεναν να βρέξει για να βρούν πρόφαση ή αρνούνταν να εκφορτώσουν πχ κατεψυγμένα, μην και κρύωνε ο κώλος τους. Για τέτοια πράγματα μιλάμε τώρα. -Μωρέ τι μου θυμίζει αυτό ; Τέλος πάντων, στο τέλος μπαϊλντισαν πιά τα αμερικανάκια, τους λένε άει σιχτίρ, θα ξεφορτώνουμε μόνοι μας, οι φαντάροι. Και βγαίνει τότε στατιστικό, ότι τελικά ένας γιάνκης εκφόρτωνε στη βάρδιά του τέσσερις (4) φορές περισσότερο πράμα, σε σχέση με τον συνάδελφο Αυστραλό, που είχε πάρει πόδι. Σα να λέμε ένας Κινέζος μ΄έναν Μανιάτη, κάτω στον ΟΛΠ. Καλά, εγώ λέω ότι ο Κινέζος θα ξεφορτώνει ίσαμε και είκοσι φορές παραπάνω φορτίο από έναν Μανιάτη Ταμπουρίων και σαράντα φορές παραπάνω από έναν Μανιάτη Αγιάς Σοφιάς (άλλη ράτσα καθαρόαιμων, ο καθένας τους). Ταυτόχρονα, η μαύρη αγορά, ειδικά σε αλκοόλ και καπνά, αλλά και σε άλλα σπανίζοντα είδη, κλεμμένα συνήθως από τους εφοδιασμούς, γνώριζε μοναδική άνθιση, με τους κερδοσκόπους να κονομάνε τ’ άντερά τους, καθώς οι κανγκουραίοι είναι παραδοσιακά γερά ποτήρια, γονιδιακό χαρακτηριστικό των κατεργαραίων προγόνων τους.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, γεννήθηκε τότε εκεί κάτω ο όρος “bladger”. Όπου μπλάτζερ, για να μη σκαλίζει κανείς τα λεξικά, σημαίνει ακριβώς «αυστραλαράς», όπως δηλαδή λέμε σήμερα «ελληναράς». Αυτός ήταν ο bladger, ο ανεπρόκοπος, ο ρεμπεσκές, ο λουφαδόρος, το παράσιτο, ο κοπανατζής, ο τρακαδόρος, ο λεχρίτης, ένα μίασμα σκέτο. Σαφής είμαι νομίζω. Η Αυστραλία λοιπόν, είχε καταντήσει το βασίλειο των μπλάτζερς, με τους αμέτρητους χαρακτηριστικούς τύπους να χαζεύουν αδιάφοροι, σα να μην τρέχει κάστανο. Εδώ υπήρχε μια τρομερή κοινωνική ανισότητα, κάποιοι να τραβάνε όλο το κουπί, πληρώνοντας με τη ζωή τους και οι υπόλοιποι να σφυράνε αδιάφορα. Ώσπου μια μέρα, όταν πιά το πράγμα είχε φτάσει στο απροχώρητο, ξεσηκώθηκαν και οι άλλοι, οι λίγοι δηλαδή που την είχαν δει πατριωτικά και βγάζαν μοναχοί τους τη μόνη δουλειά που μπορεί να κάνει νέος άντρας στον πόλεμο, δηλαδή να πολεμάει. Ξεσηκώθηκαν και σου λέει «έως εδώ ήταν κύριοι, ο μαλάκας πέθανε». –Δηλαδή, τί ακριβώς εννοείτε, ρωτάνε τώρα οι γαλονάδες. Δηλαδή εννοούμε ότι δεν πολεμάμε άλλο. Ή φέρνετε εδώ χάμω και όλους τους υπόλοιπους , τους λουφαδόρους ή σε τελική ανάλυση πολεμήστε μόνοι σας, ποσώς μας ενδιαφέρει.

Κι από κει και πέρα, ξεκινάει ο χαμός : Τα φαντάρια την είδανε γενικά «make love not war» (είναι και λίγο πισωγλέντηδες οι Αυστραλοί), και εν πάση περιπτώσει «not war» και τα κρούσματα απειθαρχίας ήταν τόσα πολλά και τόσο μαζικά, που θα χρειάζονταν πιο πολλούς στρατοδίκες και καρακώλια από φαντάρους για να τους μαντρώσουν όλους αυτούς τους περίεργους προπάτορες των χίπππηδων. Τα όπλα κάτω και δεν πάμε πουθενά, εδώ θα μείνουμε. Πίσω στην πατρίδα, η κοινωνική αποχαύνωση είχε φτάσει πλέον σε τέτοιο βαθμό, που ούτε καν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα δεν στέλνανε οι Αυστραλοί στους Αμερικάνους για τις νίκες τους, σα να μην υπήρχε πόλεμος ή σαν να μην τους αφορούσε. Κρίση εθνικού σκοπού και ταυτότητος. Τα είχανε γράψει όλα, τα είχανε παρατήσει όλα κι εξαρτιόνταν πιά παθητικά από τους συμμάχους, να καθαρίσουν τη βρώμικη μπουγάδα για πάρτη τους, όπως κι έγινε, αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Μέχρι τα τέλη του ΄44, η Αυστραλία είχε πλέον καταντήσει ένα σκέτο μπουρδέλο, υπό διάλυση, όπου κυριαρχούσε η γκρίνια του ενός εναντίον του άλλου κι όλων μαζί κατά του κράτους, η μιζέρια, η αμφισβήτηση, ο μηδενισμός και η ηττοπάθεια. Κάπου εκεί, οι υπόλοιποι σύμμαχοι ξεγράφουν την Αυστραλία από την ατζέντα τους, μην υπολογίζοντας πλέον σε δαύτην. Μέσα σ’ ελάχιστο χρόνο, οι ήρωες από τον Ειρηνικό μετατράπηκαν σε γραψαρχίδες ριψάσπιδες. Και τελικά, οι δεκάδες χιλιάδες απώλειες που μέτρησαν στον πόλεμο, πήγαν στράφι, αφού εκείνο που μένει είναι η τελική γεύση, γεύση πικρή που δεν θέλουν πια να θυμούνται εκεί κάτω, στην Αυστραλία.

Ιστορία μικρή, για το πώς ένα σύστημα που εκτρέφει και υποθάλπει κηφήνες, φτάνει τελικά να αυτοδιαλύεται, παραδομένο στη μοίρα του, βυθισμένο στη μουρμούρα και στη γκρίνια, απεμπολώντας εύκολα όσα είχε με κόπο κερδίσει, για να καταντήσει στο τέλος απλός σωματοφύλακας και μαντρόσκυλο μιας υπερδύναμης, αιωνίως εξαρτημένο απ’ αυτήν. Η ιστορία των απανταχού bladgers.