Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Ψυχή Ρηχιά

Ταινιοκριτικές σήμερα, κουλτούρα, να πούμε και κάτι άλλο, όχι όλο τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα πιά, όλο συσσώρευση και συσσώρευση, γύρω-γύρω η μπαλίτσα, αλλά από γκολ μηδέν.

Μην δείτε την τελευταία ταινία του Τζάρμους, «The Limits of Control», διότι θα χάσετε το κοντρόλ των νεύρων σας. Είναι λέει ένας αράπης, που του αναθέτει μία αποστολή ένας άλλος αράπης. Δεν κατάλαβα σε τί συνίστατο η αποστολή. Πάει λοιπόν ο αράπης στη Μαδρίτη -δεν ξέρω για ποιό λόγο-, κάθεται σε μια καφετέρια και παραγγέλνει δύο εσπρέσσους, χώρια, δηλαδή σε δύο χωριστά φλυτζάνια. Μυστήρια πράγματα. Εκεί που τους πίνει, έρχεται ένας τρελλός μ’ ένα βιολί και του λέει κάτι για τη μουσική μνήμη των ξύλινων εγχόρδων και κάτι άλλα ακατάληπτα, τύπου Discount. Έπειτα ο αράπης βγάζει ένα κόκκινο σπιρτόκουτο, ο τρελλός βγάζει ένα μπλε σπιρτόκουτο και τ’ ανταλλάσσουν μεταξύ τους. Φεύγει ο αράπης και γυρίζει στο ξενοδοχείο του, όπου βρίσκει στο δωμάτιο μιαν άσχετη γυμνή, στο ξεκάρφωτο. Όχι τη γυμνή με τα χέρια στις τσέπες, αλλά μια γυμνή μ’ ένα τριανταοκτάρι στα χέρια. Το βράδυ κοιμάνται μαζί, αλλά όχι στο πονηρό.

Την άλλη μέρα ξαναπάει ο αράπης στην ίδια καφετέρια, ξαναπαραγγέλνει δύο χώρια εσπρέσσους κι έρχεται ένας άλλος παλαβός, που του λέει κι αυτός τα δικά του. Φανταστείτε τώρα έναν διάλογο μεταξύ του Discount, του Premium, του Φτηνιάρη και του Μετανοιωμένου (που είναι όλοι το ίδιο πρόσωπο) και του χορδιστή συναισθημάτων, που είναι άλλο πρόσωπο. Βαβυλωνία. Απελπισία. Ο καθένας τα δικά του κι ό,τι θυμούνται χαίρονται. Έπειτα ο αράπης βγάζει ένα μπλέ σπιρτόκουτο, ο παλαβιάρης βγάζει ένα κόκκινο σπιρτόκουτο και τ’ ανταλλάσσουν. Φεύγει πάλι ο αράπης και γυρίζει στο ξενοδοχείο του, όπου ξαναβρίσκει στο δωμάτιο την ίδια γυμνή, που ακόμη ν’ αξιωθεί να βάλει βρακί πάνω της. Ξανακοιμάνται μαζί, αλλά και πάλι όχι στο πονηρό. Τζούφιος ο αράπης.

Την άλλη μέρα, το ίδιο βιολί, ξαναπάει ο αράπης στην ίδια καφετέρια, ξαναπαραγγέλνει δύο χώρια εσπρέσσους κι αυτή τη φορά έρχεται μια ξανθιά σιτεμένη, που τον ταράζει στην αρλούμπα, για παλιό σινεμά κι έτσι. Εννοείται ότι επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό με τα σπιρτόκουτα, μπλέ και κόκκινα. Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι. Άειντε πάλι ο αράπης στο ξενοδοχείο, άειντε πάλι η ίδια αργόσχολη τσίτσιδη, που την έκοψα και για μαστούρα. Στο σημείο αυτό διακόπτω την προβολή, βλαστημώντας τον Τζάρμους,που παλιά έβγαζε καλές ταινιούλες, αλλά φαίνεται ότι από κυριλέ το ‘χει γυρίζει στο ναργιλέ και δεν βλέπεται αυτό το αίσχος. Βαθμολογία : Πέμπτο κύμα, το μακρύτερο.

Πάμε παρακάτω. Ελληνικός κινηματογράφος. Ωχ μάνα μου. «Ψυχή βαθιά», του Παντελή Βούλγαρη. Κι εδώ εφιστώ την προσοχή, μην κάνετε το λάθος. Εγώ το έκανα. Λοιπόν, αυτή είναι ταινία με εμφύλιο κι έτσι (λίαν πρωτότυπο θέμα), που απέσπασε διθυράμβους, χώρια το άγριο κράξιμο που έφαγε από το Ριζοσπάστη, δικαίως θα έλεγα. Τώρα λοιπόν θα πέσει κι άλλο θάψιμο. Ξεκινώ με το θέμα του ήχου, την πληγή του νέου ελληνικού σινεμά. Δέκα κουβέντες λένε, τη μία καταλαβαίνεις. Απαιτούνται υπότιτλοι, για να βγάλεις άκρη, τί μιλάνε μεταξύ τους. Η φωνοληψία φταίει, ο ορθοφωνία των ηθοποιώνε φταίει, κάτι φταίει πάντως. Έπειτα, φτιάχνεις ταινία με εμφύλιο και αντί να βάλεις για καπετάνιο έναν κανονικό, με άγρια γένια, τύπου Άρη, μου βάζεις έναν που είναι σαν θεωρητικός του Μπακούνιν, από καφετέρια στα Εξάρχεια. Έλεος, δηλαδή.

Μετά σκάει μύτη και δεύτερος καπεταναίος, ο «καπετάν-Αητός», λέει. Όπου καπετάν-Αητός, ίσον ένας -πάλι από τα Εξάρχεια- με λευκή υπερμεγέθη και φουντωτή κώμη, λίαν περιποιημένη, κάπως σαν ρήγας στην τράπουλα ή ακόμη καλύτερα, σαν κάτι κουλτουριαραίους ποιητές της δεκάρας, που σκάνε συνήθως μύτη σε πάνελ Τριανταφυλλόπουλου. Ονόματα δεν γνωρίζω, μόνο φάτσες κόβω. -Πώς τον λένε μωρέ, έναν από τη "Ζούγκλα", έναν με μαλλί και φαβορίτα, όλο θεωρίες, που φοράει και μανδύα ; Όχι Μόγλη πάντως. Κάπως αλλιώς τον λένε, ποιητής είναι λέει ή συγγραφέας, ξέρω γω; Ο μανδύας του έλειπε. Κανονικά έπρεπε να φοράει ζουρλομανδύα, όπως όλοι αυτοί οι μαϊντανοί, στα πάνελς του κυρίου Μάκη. Λέγαμε λοιπόν για τον καπετάν-Αητό, στην πένα ο άνθρωπος, πιστολάκι το μαλλί, φρεσκοξουρισμένος κόντρα, άφτερ-σέηβ και δεν συμμαζεύεται. Ώπα ρε Βούλγαρη, στον Γράμμο ήσαντε οι ανθρώποι, τελευταία φάση επιχειρήσεων, Τέρμνινους λέμε τώρα, λές να ‘χανε όρεξη και χρόνο για ξουρίσματα ;

Καλά, από κλισεδάκια άλλο τίποτα. Είναι λέει τώρα το επιτελείο του εθνικού στρατού και τους πιέζει ο αμερικάνος ο τοποτηρητής, του Βαν Φλητ η ορντινάντσα ας πούμε, ν’ αμολήσουνε ναπάλμ στο βουνό, να το κάνουν κάρβουνο. Και οι δικοί μας έχουνε ηθική αναστολή –και καλά- αλλά ένεκα η ανάγκη βλέπεις και το σχέδιο Μάρσαλ και τα δέκα χιλιάδες τα μουλάρια, τ’ αμερικάνικα, χώρια τ’ αεροπλάνα και λοιπά βοηθήματα. Οπότε, τί να κάνουν κι οι δικοί μας, ενδίδουν, με βαριά καρδιά, που λέει ο λόγος. Περνάει πάλι και η κλασσική ανιστορισιά, ότι τάχα μου τις ναπάλμ τις πρωτοδοκιμάσανε στου Γράμμου την οροσειρά. Λάθος, μέγα. Με τις ναπάλμ είχανε κατακάψει τον κόσμο και πριν, το ’44 στο Σεν Λώ και μετά Λα Ροσέλ στη Γαλλία, έπειτα Δρέσδη, που την κάνανε μπουρλότο κι ίσωμα, στον Ειρηνικό ρίξανε επίσης, να πυρπολήσουν τους Γιαπωνέζους. Δοκιμασμένο το χαρμάνι, έννοια σου. Μέχρι και τα βατραχοφάγια είχανε ρίξει, στην Ινδοκίνα, το ’46, να λαμπαδιάσουνε τους σχιστομάτηδες. Άρα μπαρούφες μας λέει η ταινία και με το συμπάθειο δηλαδή. Ανοίγουμε και κάνα βιβλίο, όχι ό,τι μας κατεβάσει η κούτρα μας.

Γενικώς, πολύ «οικουμενική» μας προέκυψε η ταινία, στο ξενέρωτο το στυλ, περασμένα-ξεχασμένα, να προχωρήσουμε μαζί. Που δεν λέω να μην προχωρήσουμε μαζί, αλλά λέω πως όταν κάνεις ταινία που να πραγματεύεται τέτοια θέματα, κοιτάς να μείνεις εντός ιστορικού πλαισίου, ειδάλλως μην την κάνεις καθόλου, διότι κινδυνεύεις να γίνεις Τζέημς Πάρις, δίχως να το καταλάβεις. Τουλάχιστον βγάλε κάνα-δυό δυνατές σκηνές, όπως εκεί, που ανοίγει η μπουκαπόρτα του αποβατικού, στον «Ράϋαν» και σφυράνε οι σφαίρες σαν δαιμονισμένες και σκύβεις το κεφάλι, μη φας κι εσύ καμιά αδέσποτη.Την είδανε αυτή τη σκηνή κάτι βετεράνοι της Νορμανδίας και μετά τους τρέχανε τους γερόντους στον γιατρό για ψυχοφάρμακα, τέτοια κατάθλιψη πάθανε από την πειστικότητα της αναπαράστασης. Εδώ σκάγανε οι μπόμπες δήθεν και νόμιζες ότι κάνας μπόμπιρας πετάει στρακαστρούκες, στον περίβολο του Ιερού Ναού Αναλήψεως, βοήθειά μας. Βαθμολογία : Μηδέν υπό το μηδέν.

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Μια ώρα μπρος, μια ώρα πίσω

Γίνεται προχτές τη νύχτα ένα άγριο φονικό και μπαγλαρώνουν μιάν ύποπτη. Ας πούμε μια ζόρικη ξανθιά, φαμ φατάλ, που λένε. Την πάνε στον όροφο, στο ανθρωποκτονιών, όπου τη ζορίζουν οι ασφαλίτες με διάφορες ερωτήσεις, μέχρι που φτάνουν στην κρίσιμη. «-Προσδιορίστε μας πού ακριβώς βρισκόσασταν σήμερα τη νύχτα, μεταξύ δώδεκα και μία». Τώρα, η μαντάμ δεν είναι από τις συνηθισμένες ξανθές, είναι γάτα. Τους κόβει καλά-καλά, ανάβει ένα τσιγάρο, αλλάζει και σταυροπόδι –κρυφοκοιτάνε με τρόπο οι μπάτσοι να δουν αν φοράει βρακί –κρίμα, φοράει- τους ξεφυσάει τον καπνό μέσα στη μάπα και στο τέλος τους αποκρίνεται :

«-Δώδεκα με μία ; Λοιπόν, η ερώτησή σας είναι βλακώδης και ως εκ τούτου αρνούμαι ν’ απαντήσω. Το χρονικό διάστημα περί του οποίου καλούμαι να προσδιορίσω τις κινήσεις μου, στην πραγματικότητα δεν υφίσταται καν, από ιστορικής απόψεως. Δώδεκα με μία, δεν υπήρξε ποτέ. Διότι, όπως άπαντες θα θυμάστε, στις δώδεκα ακριβώς γυρίσαμε τα ρολόγια μας στη μία ακριβώς, άρα η ώρα δώδεκα έγινε ώρα μία, αίφνης και με τη μία. Συνεπώς, σε μια στιγμή μέσα, πηδήξαμε μιαν ολόκληρη ώρα. Μίαν ώρα, ανύπαρκτη, εάν το καλοσκεφτείτε. Άρα, δεν έχετε χρόνο θανάτου. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν συνέβη καν θάνατος, αφού εντός ανύπαρκτου ιστορικού χρόνου μόνον φανταστικά γεγονότα θα μπορούσαν να έχουν λάβει χώρα. Η υπόθεση του φασματικού χρόνου, εάν έχετε ακουστά. Τώρα θα μου πείτε, σας περισσεύει ένα πτώμα. Αυτό όμως είναι δικό σας πρόβλημα. Στο κάτω-κάτω, ξέρετε εσείς : Κεφάλι στο κράσπεδο. Όπως στο ανέκδοτο. Μεταχρονολογήστε το θάνατο. Ή προχρονολογήστε τον. Ή απλώς εξαφανίστε το πτώμα και κλείστε το φάκελο. Ή εξαφανιστείτε εσείς. Και τώρα, εάν δεν έχετε κάτι άλλο να με ρωτήσετε, θα μου επιτρέψετε να πηγαίνω».

Και τους αφήνει σύξυλους και σηκώνεται και φεύγει. Κι έχουν μείνει τώρα οι μπάτσοι, να βρίζουν τον ιατροδικαστή που τους μπέρδεψε προσδιορίζοντας τέτοιο μυστήριο χρόνο θανάτου. Χρόνο ανύπαρκτο. –Μα τί βλακείες είν’ αυτές ; Είναι δυνατόν να χάνεται ο χρόνος ; Ναι, αμέ, πώς δεν είναι ; Δεν έχετε ακούσει που λέμε για την «χαμένη πενταετία της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας» ; Εδώ χαθήκαν πέντε ολόκληρα χρόνια και ψάχνουμε να τα βρούμε και πουθενά τα χρόνια. Ή πιό παλιά ακόμη. «Χαμένη εικοσαετία της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ». Αυτό κι αν ήταν μαγικό. Έμπαινε Κόππερφιλντ. Είκοσι ολόκληρα χρόνια, τρέχα γύρευέ τα. Σαν τον Τσάκωνα, που μετρούσε τα χρόνια που πέρασε στα θρανία και στο τέλος πάντα -μα πάντα- του έλειπαν έξι ολόκληρα χρόνια, που ‘ψαχνε κι αυτός εις μάτην να τα βρεί.

Ο Heribert Illig λέει ότι έχουνε μαϊμουδέψει την ιστορία, κατασκευάζοντας ανύπαρκτο χρόνο. –Ποιος είναι πάλι ο Heribert Illig ; Ένας Γερμανός είναι, που ‘χει δουλέψει πάνω στη χρονολόγηση, στηριγμένος στην εργασία του αριστερά εικονιζόμενου Immanuel Velikovsky (1895-1979), εμπνευστή της "θεωρίας του καταστροφισμού". Τώρα, η θεωρία του καταστροφισμού, ουδεμία σχέση έχει με τις ακατάσχετες παπαρολογίες των κατακαημένων του ελλιοττισμού. Ο Velikovsky, με δυό λόγια, ισχυρίζεται ότι σε συγεκριμένες ιστορικές περιόδους, ορισμένα καταστροφικά γεγονότα, εξαιτίας του αφόρητου πόνου που προξένησαν, αποκλείστηκαν, ουσιαστικά διαγράφηκαν, από τη συλλογική μνήμη. Που εμένα μου ακούγεται πολύ λογικό.

Πάνω σ’ αυτή τη λογική, έρχεται τώρα ο Illig -για να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτόν- και διατυπώνει την «Υπόθεση του Φασματικού Χρόνου» (Phantom Time Hypothesis), δηλαδή του χρόνου-φάντασμα, που δεν υπήρξε ποτέ, στην πραγματικότητα. Ο Illig δεν μιλάει απλώς για σιωπηρά συμφωνημένη συλλογική λήθη, αλλά προχωράει κάμποσο και ισχυρίζεται ευθέως σκόπιμη παραχάραξη της ιστορίας από τα ισχυρά συμφέροντα. Και για να το κάνει λιανά, λέει ότι η χρονική περίοδος από το 614 μΧ έως και το 911 μΧ, τρείς ολόκληροι αιώνες, η περίοδος δηλαδή που αποκαλούμε «πρώϊμος Μεσαίωνας», δεν υπήρξε ποτέ στ΄αλήθεια. Δεν είναι παρά μια περίοδος που υπάρχει απλώς στα ιστορικά βιβλία, δίχως ν’ ανταποκρίνεται σε πραγματικό χρόνο. Όπως δηλαδή γυρίζουμε το ρολόϊ μία ώρα μπροστά, έτσι κι εδώ –λέει ο Illig- το παραξηλώσανε και γυρίσαν το ρολόϊ τρείς αιώνες μπροστά.

Όλα τα γεγονότα, πρόσωπα, κοινωνικές διεργασίες, ανακαλύψεις, κείμενα, κτίρια, ο,τιδήποτε τέλος πάντων που εμείς πιστεύουμε πως ανήκει σ’ αυτήν την περίοδο, είναι χρονολογημένα εκ των υστέρων και «φυτεμένα» μέσα σ’ αυτήν την ανύπαρκτη περίοδο. Ακόμη και ο ίδιος ο Καρλομάγνος, που ο Illig λέει ότι δεν υπήρξε ποτέ. Και ότι τη βρωμοδουλειά την έκανε ο βυζαντινός χρονικογράφος του 10ου αιώνα Θεοφάνης, κατά παραγγελία του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (906-959 μΧ).

ιατί όμως να κάτσει κάποιος να «ξεχειλώσει» την ιστορία κατά τρείς ολόκληρους αιώνες ; Δεν είναι αστεία αυτά. Κάτι ήθελε να πετύχει. –Τι όμως ; Ο Illig μνημονεύει μια σειρά από κίνητρα. Για παράδειγμα, ίσως ήθελε να ανάγει τη λαφυραγώγηση του Τιμίου Ξύλου από τους Πέρσες (614 μΧ) στο απώτερο παρελθόν. –Ξέρω γω ; Και άλλα, πιο σύνθετα κίνητρα, ανακατεμένα με εικονομάχους, εικονολάτρες, παλατιανές ραδιουργίες, αχταρμάς, όλα μαζί. Όποιος ενδιαφέρεται, να πάει να διαβάσει.

Για να τελειώνουμε μ’ αυτόν τον μυστήριο τον Illig, βάσει της θεωρίας του δεν ζούμε στο 2010, αλλά στο 1713 μΧ. Σώπα ! Σωπαίνω. Απλώς το αναφέρω, ώστε να λάβουν τα μέτρα τους οι προφήτες των μεγάκυκλων, υπέρκυκλων και λοιπών τετραγωνισμένων κύκλων, μήπως δηλαδή έχουν πέσει καμμιά τριακοσαριά χρόνια όξω στους υπολογισμούς τους, όπερ και το πιθανότερο, εάν κρίνω από την (αν)ακρίβεια των προβλέψεων.

Να, καλή ώρα, διάβαζα προχτές αυτόν τον ezmarket, στον ΚτΕ. To γυρίζει τώρα το έργο κι από κει που μας έλεγε ότι “η μεγάλη περιπέτεια έχει ξεκινήσει” και ότι έτσι και σπάσουμε τη γραμμούλα Σ1000, την κάτσαμε τη βάρκα (όλη η Ελλάδα κρεμόταν από αυτή τη γραμμούλα Σ1000 του ezmarket), τώρα ξαφνικά μας δίνει μια τελευταία ευκαιρία για μια τελευταία προσπάθεια. Να ‘ σαι καλά αδελφέ Ήζυ, μεγαλόψυχε. Εάν λοιπόν αδράξουμε την ευκαιρία που μας δίνει ο Ήζης, πάμε για 1250 μονάδες. Όχι 1250 Γενικού Δείκτη (οι 1250 ΓΔ ήταν το σενάριο της περασμένης βδομάδας), αλλά 1250 μονάδες Ftse20. Δηλαδή, παραμένει ο ίδιος ακριβώς στόχος σε μονάδες, απλώς αλλάζουμε δείκτη και πηδάμε από ΓΔ σε Ftse. Δεν βλέπω τίποτε επιλήψιμο σ’ αυτό. Εδώ προχτές πηδήξαμε μια ολόκληρη ώρα και δεν μίλησε κανείς.

Εδώ ο άλλος, ο Αυτοκράτωρ, μας φόρτωσε στη ράχη τρεις αιώνες χωρίς να το καταλάβουμε, στα άλματα του κάθε αναλυτή θα κολλήσουμε ;

Στο κάτω-κάτω της γραφής, εάν αποτύχει ο στόχος των 1250 μονάδων Ftse, επανερχόμαστε στον στόχο των 1250 μονάδων ΓΔ. Όπως όταν το φθινόπωρο ξαναγυρίζουμε τα ρολόγια μια ώρα πίσω και δεν τρέχει κάστανο. Το ίδιο πράγμα.

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

«-Εδώ Δούρος, με ζήτησε κανείς ;»

Δηλαδή, απ’ ότι κατάλαβα –και σίγουρα θα κατάλαβα λάθος- εμείς δεν είχαμε ανάγκη από λεφτά, γιατί λεφτά είχαμε να φαν κι οι κότες, μόνο από ηθική στήριξη είχαμε ανάγκη, ήτοι μια καλή κουβέντα, ένα ενθαρρυντικό χτύπημα στον ώμο, ένα χαμόγελο αδελφέ, όμως αυτοί μας δίνανε μονάχα λεφτά που εμείς δεν τα θέλαμε επειδή, όπως είπαμε και ξανάπαμε, δεν τα είχαμε ανάγκη, αλλά αυτοί επιμένανε να ρίξουμε τα μούτρα μας και να τους ζητήσουμε λεφτά με το ζόρι κι ας μην τα παίρναμε τελικά κι εμείς πάλι επιμέναμε να μας χαμογελάσουν, αλλά αυτοί οι αγέλαστοι σκέτα λεφτά μας πρόσφεραν και πάλι λεφτά, άειντε και λίγο τσάϊ, χωρίς συμπάθεια όμως.
Κι έπειτα έγινε μια κουβέντα κι ανοίξαμε το πορτοφόλι και τους δείξαμε τα λεφτά τα δικά μας κι αυτοί κατάλαβαν το λάθος τους και σκύψαν το κεφάλι και παραδεχτήκανε πως δεν ήμασταν και τόσο μπατίρηδες όσο δείχναμε κι ίσως τέλος πάντων να μην είναι και τόσο κακή η ιδέα να μείνουμε όλοι μια παρέα, παρά να τρέχουμε στα ξένα, να βολοδέρνουμε. Ώσπου στο τέλος, μέχρι που μας χαμογελάσανε λιγάκι και μας είπαν ότι κατά βάθος μας συμπαθούν, γιατί ‘μαστε καλά παιδιά, μα κακομαθημένα. Τέλος καλό, όλα καλά, κι αν είπαμε και καμιά βαριά κουβέντα πάνω στα νεύρα μας, νερό κι αλάτι.

Όπως ας πούμε, ένας εκεί στη «μπλογκογειτονιά» (βρέχει στη μπλογκογειτονιά, βρέχει και στην καρδιά μου), ο Απόστολος Παύλος ντε, εκείνος που στέλνει συνέχεια επιστολές στον εκάστοτε Πρωθυπουργό κι ο εκάστοτε τις κάνει μπάλες χάρτινες, να προπονείται στα τριποντάκια, από τη γραμμή των 6,25, με στόχο τον κάλαθο αχρήστων. Αυτός τώρα, ο Απόστολος δηλαδή, είχε περιλάβει προχτές την Μερκέλαινα και τηνε βλαστήμαγε, σκουπίδι την έκανε. Έβγαλε μάλιστα σκάρτα όλα τα γερμανικά προϊόντα συλλήβδην, επειδή λέει μια κουζίνα Πίτσος που ‘χε πάρει παλιά (αυτός, όχι η Μερκέλαινα), βαστάει ακόμη και την έχει τώρα στο εξοχικό, ενώ μια μοντέρνα κεραμική Ζήμενς που πήρε, του ‘καιγε όλα τα ψητά και αναγκαζόταν να τρώει κονσέρβες, μέχρι που τον χτύπησε το σκορβούτο. Ώσπου, αφού πρώτα του έκαψε από ψητά κι ασφάλειες μέχρι και τον ηλεχτρικό πίνακα ολόκληρον, τα ΄φτυσε μια μέρα η παλιοκουζίνα και πήγε και πήρε ο άνθρωπος μια Ιζόλα, που τα έχει όλα. Κι από τότε έχει φχαριστηθεί φαϊ ο χριστιανός, διακόσια κιλά κοντεύει από τη μάσα, σε λίγο θα ζυγίζεται στην πλάστιγγα.

Τεκμήριον πρώτον, Πίτσος εμπιστοσύνη. Επί την ευκαιρία, να καταθέσω κι εγώ την εμπειρία μου, λέγοντας ότι μια κουζίνα-πετρογκάζι της θειάς μου της απέθαντης (μόνος κληρονόμος εγώ), δουλεύει ακόμη μια χαρά έπειτα από πενήντα χρόνια λειτουργίας (παρεξόν κι αν τελειώσει το γκάζι), ενώ ένα μπουρδέλο κεραμική Neff, που την είχα πληρώσει ένα σκασμό λεφτά, τα ‘κλασε μια μέρα, εκεί που έψηνα καφέ τούρκικο και τελικά αναγκάστηκα να φτιάξω φραπεδάκι απαίσιο, με το χτυπητήρι για το αυγολέμονο.

Επιπλέον, σα να μην έφτανε το κάζο με την κουζίνα τη Ζήμενς, κι ένα Μπεεμβέ κωλοκίνητο 316 που ‘χε πάρει ο Απόστολος, του πέταγε κώλους στις στροφές και δεν μπορούσε να το κουμαντάρει, παρά μόνο με ανάποδα τιμόνια, λέει τώρα, ο Βατάνεν. Και τελικά, πήγε και το στούκαρε πάνω στις μπάρες το κωλάμαξο και το ‘κανε σώβρακο. –Ποιός ; Αυτός που δεν είχε τρακάρει ποτέ του. -Ακούς κύριε ; -Ακούω, να λες. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα, πιλότε μου. Τον θυμάσαι τον Άϋρτον πώς κοκορευότανε για τις τιμονιές του, ώσπου επήλθε το μοιραίον, ως κεραυνός εν αιθρία. Χτύπα ξύλο δηλαδή. Για τέτοια σαπάκια μιλάμε, να τρακάρουνε μόνα τους στις μπάρες και να τσαλακώνονται σαν χαρτόνια γκοφρέ. Κι ευτυχώς που βρέθηκε κι ένας ρουμάνος κλέφτρονας και του το βούτηξε το Μπεεμβέ και το ξεφορτώθηκε το σαπάκι ο Απόστολος. Καλά να πάθει ο ρουμάνος. Τα ‘θελε ο κώλος του, να πάρει αμάξι που να πετάει κώλο. Διότι, όπως έχω ξαναπεί, ρουμάνος ίσον επάγγελμα, όχι εθνικότητα. Τεκμήριον δεύτερον, εάν έχεις γερμανικό αμάξι, άφηνέ το ξεκλείδωτο, μέχρι να βρεθεί κάνας μαλάκας αλλοδαπός –ρουμάνος κατά προτίμηση- να σε γλιτώσει. Και προσοχή στις στροφές, τουλάχιστον μέχρι να στο κλέψουν. Εάν τώρα τύχει και τρακάρεις, να ξέρεις ότι τ’ αμάξι φταίει, όχι εσύ. Το αμάξι, καθώς κι αυτοί οι κερατάδες που το φτιάξανε, οι χιτλερικοί. Διότι, ως γνωστόν, για να προσληφθείς εργάτης σε γερμανικό εργοστάσιο, πρέπει να είσαι της Οντέσσα μέλος.

Εν τω μεταξύ, πήγα εχθές τη θυγατέρα μου την πρωτότοκη να δεί την παρέλαση των χαχόλων. Αίσχος οι σχολικές παρελάσεις, οικτρό θέαμα. Κατ’ αρχήν, εγώ θυμάμαι που όπως περνάγαμε μπροστά από την εξέδρα των βλαχοδημαρχαίων, πολιτευτάδων, παρατρεχάμενων και λοιπών γλυφταράδων, κλίναμε την κεφαλή προς το μέρος τους, ανά ζυγό, και μετά πάλι εμπρός η κεφάλα. Κοφτά, συγχρονισμένα, τύφλα να ‘χανε οι λοκατζήδες κι οι βατραχανθρώποι. Και αυτό δεν το κάναμε για τους γλυφταράδες, το κάναμε για την πάρτη μας, να δείχνουμε σωστοί και δεμένοι. Αυτά εδώ τα ζά πάνε σαν τους λύκους, δεν στρίβουνε κεφάλα, μόνο μπροστά κοιτάνε και σέρνουνε τα πόδια τους, με τα πουκάμισα απόξω, οι ασουλούπωτοι. Έπειτα, έχω την απορία, κουφά είναι σήμερα τα παιδιά ; Τα ρημάδια τα τούμπανα, κάσες και ταμπούρα, που βροντάνε από πίσω, δεν τ’ ακούνε ; -Πώς γίνεται να βηματίζουνε πάνω στην άρση ; Αδύνατον μου φαίνεται, θέλει προσπάθεια για το πετύχεις αυτό. Εμείς βαδίζαμε μηχανάκια, η αριστερή φτέρνα έσκαγε ακριβώς με την κάσα, κομ ιλ φώ, δηλαδή. Διάβολε, στραταίος έπρεπε να ‘χα γίνει, χαραμίστηκα μου φαίνεται. Θα είχα και σπάθα και στολή τελετών. Ή ίσως γυμνασιάρχης με σφυρίχτρα, τώρα που το σκέφτομαι.

Πάμε παρακάτω. Φιλαρμονική του δήμου. Μάγκες, διαλύστε το. Δεν είστε εσείς για μουσική. Μαζεύτηκαν λοιπόν τα χάλκινα, να παίξουν εμβατήρια, να περάσει η παρέλαση. Τους βάλαν εκεί σε στοιχειώδη παράταξη, ήρθε κι ένας του δήμου, Νικοπολίδης στάϊλ, κι έπιασε να στήσει ένα μικρόφωνο μπροστά τους, να βγαίνουν από τη μικροφωνική. -Καλά, βάλανε τον τύπο που κουρεύει τα γκαζά να κάνει τον ηχολήπτη ; Έλεος. Πιάνει λοιπόν ο επιστήμων και βάζει το μικρόφωνο έτσι που ν’ ακούγεται μόνο η τούμπα. Δηλαδή, εκεί ακριβώς που δεν έπρεπε. Ο μαέστρος, άλλο κουφάλογο αυτός, μυρωδιά δεν πήρε, ότι δηλαδή η τούμπα θάβει όλα τα όργανα. Τέλος πάντων, ξεκινάνε, με «μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά». Πραγματικά μαύρη. Κατά τραγική δε ειρωνία, το μοναδικό όργανο που ακουγόταν, δηλαδή η τούμπα, ήταν και το πλέον φάλτσο. Η τούμπα ξεσπαθώνει-ξεσπαθώνει. Ο τύπος, εκτός του ότι ήταν άσχετος, ήταν και τεμπέλης, διότι δεν είχε μελετήσει τα κομμάτια και για να καταφέρει να κρατιέται στο μέτρο, έβαζε δικές του νότες, εμπνεύσεις της στιγμής, ατονάλ. Ο Ορνέτ Κόλμαν της τοπικής αυτοδιοίκησης. Άρχισε ο κόσμος να μουρμουράει ότι «το τρομπόνι φαλτσάρει». Η τούμπα λέμε, άλλο πράγμα το τρομπόνι, άλλο η τούμπα.

Και μετά την φάλτσα τούμπα την πνευστή, να ‘σου μέχρι το βράδυ κι η δεύτερη η τούμπα, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που θυμήθηκε στο 94΄+ να σφυρίξει το πεναλτάκι το πέτσινο, να πάει τουλάχιστον η ομάς στα μπαράζ της σωτηρίας, μπας και τη γλιτώσει. Πωλείται ελπίς. –Γιατί καλέ κύριε ρέφερη δεν το σφυράγατε πιο πριν ;

-Και γιατί τόσον καιρό δεν έβγαινε στο τηλέφωνο ο Δούρος ; -Ε ;

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Δυό Μηχανές αρκετά χρήσιμες

Μιά απ' τις πρώτες δουλειές του Καποδίστρια, μόλις παρέλαβε το χάος, ήταν να προμηθευτεί μηχανή κοπής νομισμάτων. Αφού έκανε έρευνα αγοράς και διαπίστωσε ότι οι τιμές σύγχρονων τέτοιων ήταν στα ύψη, κατέληξε να στείλει τον Κοντόσταυλο ν' αγοράσει ένα απαρχαιωμένο σαράβαλο, ηλικίας τριακοσίων ετών και βάλε, ένα ρημάδι που το χρησιμοποιούσαν τα παλιά τα χρόνια οι Ιωαννίτες Ιππότες στη Ρόδο, απ’ όπου όταν ξεκουμπίστηκαν –μόλις τους διέλυσε ο Σουλεϊμάν- το πήραν μαζί τους στη Μάλτα και εκεί ξώμεινε σε μια γωνιά, να σκουριάζει από την αλμύρα και την αχρησία.

Με τα λεφτά που διέθετε ο Καποδίστριας, ίσαμε εκατό γκινέες –κι αυτές από δάνειο-, μόνον τέτοια σακαράκα μπορούσε ν’ αγοράσει και πολύ του ήταν. Κουβάλησαν τη μηχανή απ’ τη Μάλτα στην Αίγινα μ’ ένα ρώσσικο καράβι και πήγαν να την στήσουν σ’ ένα κτίριο, νομισματοκοπείο και καλά. «-Επ !» τους λέει ο Καποδίστριας, «-για πού το βάλατε ; Η μηχανή θα στηθεί εδώ, στην αυλή μου, να βλέπω τί διάολο γίνεται». Φοβόταν βέβαια τη ρεμούλα ο άνθρωπος, σου λέει «εάν τους αφήσω δίχως επιτήρηση, όλο το νόμισμα θα καταλήγει στην τσέπη τους». Τη βάλανε λοιπόν τη μηχανή στην αυλή του Κυβερνείου, ίσως και δίπλα στις γνωστές φρουρούμενες πατάτες, αυτές που πήγαιναν τη νύχτα και τις ξάφριζαν. Σκέφτηκε ο Καποδίστριας, «αφού την έχουν που την έχουν την κλεψιά στο αίμα τους , καλύτερα να μου σουφρώνουν τις πατάτες, παρά τα νομίσματα». Κι έτσι έκανε τα στραβά μάτια, όσον αφορούσε τις πατάτες, ώστε να μη φεύγει και μ' άδεια χέρια ο κάθε ξελιγωμένος ποντικός που τρύπωνε τις νύχτες στο Κυβερνείον.

Τώρα, τα νομίσματα που έκοβε η μηχανή, χάλκινα λεπτά και φοίνικας ασημένιος, ήταν της πυρκαϊας, μεσαιωνικής τεχνοτροπίας. Το μηχάνημα ήταν ρημάδι, οι μήτρες άλλαζαν συνέχεια, λόγω φθοράς, ενώ κι οι «τεχνικοί» ήταν κάτι αλμπάνηδες φτωχοδιάβολοι, που μάθαιναν την τέχνη στου κασίδη το κεφάλι. Γι αυτό και τα νομίσματα βγαίναν χοντροκομμένα, σε ποικιλίες και όχι ομοιόμορφα. Μερικοί λένε ότι κάθε νόμισμα ήταν διαφορετικό απ’ όλα τ’ άλλα, σαν δακτυλικό αποτύπωμα. Όπως και να ΄χει, μετά έφαγε τις πιστολιές του από τα μανιαούρια ο δόλιος ο Καποδίστριας και στον αγώνα πέρασε αλλαγή ο χαζούλης ο Όττο, μπαβαρέζικη μεταγραφή-παλτό. Αυτός έκοψε και την πρώτη δραχμή, όχι όμως εδώ, αλλά στα Παρίσια και στα Μόναχα. Μεγαλεία. Έως και χρυσό εικοσάδραχμο βγήκε μια φορά, το ’33, σπανιότατο, σε μόλις χίλια κομμάτια. Όποιος έχει τέτοιο, να μου το φέρει να το εχτιμήσω κι άμα το ξαναδεί να μου σφυρίξει κλέφτικα.

Είπαμε λοιπόν –και πολλά είπαμε- για τη μηχανή του Καποδίστρια, αυτή που έκοβε νομίσματα. Κι ο Όθωνας όμως δεν υστέρησε, έφερε κι αυτός μια μηχανή, εισαγωγή από τη Μασσαλία. Στο ταξίδι τη συνόδευε και ο ειδήμων, ένας Γάλλος μοβόρος, που θα επεδείκνυε τη λειτουργία της στους εδώ μαθητευόμενους. Ήταν ένα ογκώδες μηχάνημα, κατασκευασμένο από δρύ και σίδερο, ίσαμε τρία μέτρα ύψος και ασήκωτο, περί τα οκτακόσια κιλά βάρος. Τέσσερις άνθρωποι χρειάζονταν για να στηθεί στη θέση του. Αυτή όμως τη μηχανή δεν την ήθελε ο Όθωνας μέσα στην αυλή του. Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, κανείς δεν θα ήθελε τέτοια μηχανή μες στην αυλή του, πόσο μάλλον ένας βασιλιάς, έστω και καθυστερημένος. Ούτε καν όξω απ’ την αυλή του. Γι αυτό και την ξαπέστειλαν μακρυά, προς Ναύπλιο μεριά . Επίσης, εν αντιθέσει προς τη μηχανή του Καποδίστρια, που ήταν όλο προβλήματα, αυτή εδώ δούλευε ρολόϊ. Ούτε μια αστοχία δεν υπήρξε, καθ’ όλο το χρόνο λειτουργίας της, δεκαετίες ολόκληρες.

Κοινό γνώρισμα των δύο μηχανών, ήταν το γεγονός ότι αμφότερες έκοβαν. Του μεν Καποδίστρια έκοβε νόμισμα, του δε Όθωνα σβέρκους. «Τζελατίνα» την έλεγε ο Μακρυγιάννης, γκιλοτίνα την ξέρουμε εμείς. Και καρμανιόλα τη λέμε. Απαίσιο πράγμα, χρήσιμο ωστόσο, όπως και να το κάνουμε.

Αυτά όλα τα θυμήθηκα, καθώς ακούω τώρα κάτι ιστορίες για οργασμό στο νομισματοκοπείο και μηχανές που κόβουν οβολούς, δραχμές και φραγκοδίφραγκα. Δηλαδή, για να κόψουμε νόμισμα είμαστε σ’ ετοιμότητα πενταλέπτου. Για γκιλοτίνες όμως δεν ακούω τίποτα. Ή μάλλον, μαθαίνω ότι οι Γάλλοι πήγαν τη δικιά τους, μια τελευταία που τους είχε απομείνει, σε μουσείο, να τη δείχνουνε στους μπέμπηδες, για να τρώνε όλο το φαϊ τους. Έχουμε και μεις τη δικιά μας, την παλιά, εκεί στο εγκληματολογικό μουσείο, στου Ζωγράφου. Σε αρίστη κατάσταση το εργαλείο. Ξουρίζει λέμε. Λίγο λάδωμα μόνο θέλει κι είναι μιά χαρά.

Λέω λοιπόν τώρα, μιάς και γράφουμε την ιστορία από την αρχή και ξαναγυρίζουμε σιγά-σιγά στου Όθωνα τα χρόνια, μιας και στης Ακρόπολης τα μέρη άπονοι ληστές κάναν τις πέτρες τις ζεστές λημέρι, μήπως παράλληλα να εισάγαμε κι εμείς καμιά μηχανή, που να κόβει κώλους. Θα υπάρχουν τέτοιες μηχανές, δεν μπορεί. Όχι δηλαδή πως θα με χάλαγε να ξαναλαδώναμε την παλιά τη γκιλοτίνα. Είναι βέβαια κι αυτή η ασυλία στη μέση, αλλά κι αυτή κόβεται εάν υπάρχει διάθεση. Εδώ κόπηκαν επιδόματα και μισθοί σε μισή ώρα μέσα, η ασυλία δεν κόβεται ; Όλα κόβονται τη σήμερον ημέρα.

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Σουπερνόβα

Τη μέρα που μπήκαμε στο ευρωπαϊκό το νόμισμα, κάποιος μπάρμπας πήρε ένα καινούργιο κέρμα του ενός ευρώ, το ‘βαλε στη μέγγενη και στο ‘σφιξε γερά. Το κέρμα βέβαια στράβωσε. «-Παραμύθια μας λένε», αποφάνθηκε ο μπάρμπας, «ότι τάχα το ευρώ είναι σκληρό νόμισμα. Τσίγκος σκέτος είναι, της πλάκας. Το παλιό το δίφραγκο πιο δύσκολα στράβωνε».

Όμως, αυτό το τεστ σκληρότητας του μπάρμπα δεν ήταν τίποτα μπροστά στις τρισχειρότερες δοκιμασίες στρέβλωσης που περίμεναν το νέο νόμισμα. Μεγάλο ζόρι. Για να λέμε την αλήθεια, στην αρχή-αρχή όλοι το πρόσεχαν. Μέχρι και ειδικά πέτσινα πορτοφολάκια πήγαν κι αγόρασαν, για να βάζουνε μέσα τα ψιλά, να μην αρπάξουν κάνα συνάχι, χειμωνιάτικα. Μετά τα πετάξανε τα πορτοφολάκια, αφού δεν χρειαζόταν πια να χρησιμοποιούν ψιλά. Κινούνταν μόνο με τα χοντρά, από εικοσάευρω και πάνω και λίγα λέω. Τα ψιλά τα παράταγαν στ’ αμάξι για τίποτα διόδια στην Αττική οδό ή για κάναν σκούρο υαλοκαθαριστή, ανθρώπινο μάκτρο, στα φανάρια. Ή για κάναν ζήτουλα με χαρτομάντηλα, να έχουν, να φυσάνε τη μύξα τους.

Η δουλειά όλη γινότανε με τα χοντρά. Τα πάνδεινα υπέστη το ευρώ, στη χώρα του Δύοντος Ηλίου. Μέχρι και χαρτούρα το κάνανε το δύστυχο, να το πετάνε στα πόδια της τραγουδιάρας, στο «καλό το μαγαζί». Χίλια ευρώ λουλούδια, όχι, εγώ είμαι πιο μάγκας, πέντε χιλιάρικα λουλούδια, γειά σου Έλληνα κιμπάρη και γλεντζέ. Έ, ρε να επιτρεπόσαντε και τίποτα πιάτα γύψινα να σπάγαμε, να καίγαμε και καμιά γραβάτα. Ήτανε κι αυτές οι πλαστικές οι κάρτες, το κέρας της Αμάλθειας, που άμα στέγνωνες από λεφτά, τράβαγες όξω την εξάσφαιρη πιστωτική, χραπ στη σχισμή η κάρτα, χρουπ, να ‘σου τα λεφτά, πακτωλός. Ή πήγαινες στην τράπεζα και σου χαρίζαν ένα τσουβαλάκι λεφτά, να πας κι εσύ σαν άνθρωπος να κάνεις τα μπανάκια σου, διακοποδάνειο κι έτσι.

Διακοποδάνειο, δηλαδή άκοπο δάνειο. Ή εορτοδάνειο, που σημαίνει γιορτινό δάνειο. Κυριακή γιορτή και σχόλη, να ‘ταν η ζωή μου όλη. Την Κυριακή χαρά και τη Δευτέρα λύπη. -Τί μέρα έχουμε σήμερα, αλήθεια ; Ή θαλασσοδάνειο, ήτοι θαλασσινό δάνειο. Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το δάνειο. Με κρεμεζί πουκάμισο, παιδί απ' την Ανάβυσσο. Πατέρα είχα στο γιαπί και αδερφό στα τρένα, το τί περνά ο άνθρωπος μου το 'πανε και μένα. -Τι περνάει δηλαδή ο άνθρωπος ; Στον ΟΣΕ μηχανοδηγός, εκατό χιλιάρικα το χρόνο αποδοχές. Εκατό χιλιάρικα ευρώ. Στην υγειά μας, βρε παιδιά. Όχι, αυτός είναι άλλος. Τριακόσια χιλιάρικα ευρώ, ο Σπύρος, ο άνθρωπός μας, στην ΕΡΤ. Άλλα τριακόσια χιλιάρικα ευρώ ο άλλος. Ο άλλος με το μούσι και τ’ αχτένιστα μαλλιά. Λυριτζής κι Ανοικονόμου, εξακόσα τόσα το ντουέτο. Κι η Παρθένα με το ντέφι, να γελάει και να σου γνέφει. Και μας πετάν γιαούρτια, γιαούρτια και αυγά.

Πιάσανε τότε οι ξένοι επιστημόνοι, Οπενχάϊμερ και λοιποί πυρηνικοί, κεφάλια όχι αστεία, πυρηνικές κεφαλές που λένε, βάλανε το ευρώ στο φασματοσκόπιο μάζας και τι να δούνε ; Οι Ελληναράδες, του λόγου μας δηλαδή, του είχαμε αλλάξει τον αδόξαστο. Δηλαδή, του είχαμε αλλάξει τη μοριακή δομή, του δόλιου του νομισμάτου. «-Πρωτοφανές !», αναφώνησε ο Ρόμπερτ. «-Ωρε, αυτοί εδώ διέσπασαν μέχρι και το φωτόνιο ! Να τους προτείνουμε για Νόμπελ Φυσικής !». Ε, καλά τώρα. Μα δεν είναι η πρώτη φορά. -Σάμπως και παλιά, δεν είχαμε μετατρέψει τα πεντοχίλιαρα σε πετσετάκια ; Τσιφτετέλια στην Αθήνα, με κλαρίνα και ρυθμούς, λίγα χρόνια κι είναι κρίμα να τα ζούμε με καημούς.

Φοβεροί φυσικοί οι Έλληνες. Ειδική θεωρία της σχετικότητας. Ή πώς ανοίγεις μια μέλανα οπή, μια μαύρη τρύπα που λένε, στην παγκόσμια οικονομία. Τρέμε Νεύτωνα. Βαρυτική κατάρρευση σκληρού νομίσματος, κατόπιν εξάντλησης των πυρηνικών του καυσίμων. Κόκκινοι γίγαντες, άσπροι νάνοι. Οι νάνοι είμαστ’ εμείς. Ο αστερισμός του Μπατιριστάν. Υπέρπυκνοι αστέρες νετρονίων, υπολείμματα εκρήξεων άστρων υπερκαινοφανών. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα. Ούτε καν ο Οπενχάϊμερ. Σουπερνόβα. Στη χώρα του Αθανασιάδη-Νόβα. Γαργάλατα, γαργάλατα, έχουν καρτέλ τα γάλατα.

Κάποιος τράβηξε κατά μέρος τον Οπενχάϊμερ, που με τα χρόνια τον είχε χτυπήσει κατακούτελα το αλτσχάϊμερ. «-Κύριε καθηγητά», του εξηγεί, «δεν είναι για να τους δώσουμε το Νόμπελ. Αυτοί είναι για να τους δώσουμε τον πούλο. Πήρανε το νόμισμα και το ξεφτιλίσανε. Μπερδέψανε το εκατόευρω με το παλιό κατοστάρικο. Κατάλαβες τώρα, γέρο παραλυμένε ;». «-Κατάλαβα», αποκρίθηκε ο καθηγητής, απογοητευμένος. «-Ε, αφού έχουν έτσι τα πράγματα, ας τους ρίξουμε τουλάχιστον μια ατομική βόμβα. Νομίζω ότι κάποτε είχα επινοήσει μια ατομική βόμβα. Κάτσε να δεις, που έχω βάλει τα σχέδια. Θα το θυμηθώ, πού θα πάει».

Δεν θα μας ρίξεις καμιά βόμβα, γέρο. Σου χρωστάμε λεφτά, μας χρωστάς ευγνωμοσύνη. Χάρη σ’ εμάς, θ’ ανακτήσεις την εθνική σου ταυτότητα. Διότι τώρα, δεν είστε τόσο Γερμανοί, όσο Ευρωπαίοι. Σκέτο ευρωπαίοι. Δηλαδή τίποτα. Ο Αμερικάνος είναι Αμερικάνος. Ένας, μόνος του, ξεχωριστός. Ο Κινέζος, το ίδιο, ο Ιάπων, το ίδιο. Δεν λες «οι ανατολίτες», γενικώς. Λες οι Κινέζοι ή οι Ιάπωνες ή οι Κορεάτες, διαζευκτικά. Ή οι Ρώσσοι, πάλι σκέτο. Όμως για τους Γερμανούς, λες συνήθως «οι Ευρωπαίοι». Η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέρος του όλου, ίσα κι όμοια με τους άλλους.

Αυτό δεν το σηκώνει πιά ο Γερμανός. Δεν χωράει ο καρχαρίας στο ίδιο μικρό ενυδρείο, με τους νωθρούς κυπρίνους. Τον στενεύουν πλέον τα ευρωπαϊκά υποδήματα. Άλλωστε, δεν έχει πιά και τί να κερδίσει από στυμμένες λεμονόκουπες, σαν και του λόγου μας. Έχει πλέον απομυζήσει όλους μας τους χυμούς. Τόσα χρόνια τώρα, μας πούλησε από υποβρύχια μέχρι κατσαβίδια, μας πήρε όλο το χρήμα στη Γερμανία, όχι όπως παλιά, που του στέλναμε γκασταρμπάϊτερς και του τραβάγαμε εδώ πέρα το μάρκο. Μας στέγνωσε. Και κυρίως, μας βαρέθηκε. Όχι δηλαδή εμάς ειδικά, αλλά και όλα τα λοιπά συνεταιράκια. Ιδίως τους λοιπούς. Αλλά από κάπου πρέπει να ξεκινήσει.

Όμως, κάτσε να το δούμε κι αλλιώς το πράγμα. Υπάρχει ένα λεπτό σημείο στην όλη ιστορία της «διάσωσης» από τους Γερμανούς. Μια ιστορική «λεπτομέρεια», που έχει περάσει εντελώς στο ντούκου. Όταν λοιπόν οι Ανατολικογερμανοί βρέθηκαν πνιγμένοι μέχρι το λαιμό, αμέσως μετά την κατάρρευση του τείχους, ζήτησαν οικονομική βοήθεια από τον Κολ. «-Αδέλφια, βοηθάτε, χανόμαστε», του κλάφτηκαν. Ο Χέλμουτ το καλοζύγισε το πράγμα και είδε αμέσως την ευκαιρία. «-Αδέλφια», τους απαντάει, «αδέλφια-ξεαδέλφια, με την κυβέρνηση που έχετε, δεν γίνεται δουλειά. Στείλτε τους από κεί που ήρθαν και το ξαναβλέπουμε το θέμα». Θέλοντας και μη, οι Ανατολικογερμανοί προχώρησαν αμέσως σε εκλογές, κανονικές, όχι της πλάκας, τύπου «έλαβον 98% Χόνεκερ, 2% άκυρα-λευκά».

Εν συνεχεία, ακολουθεί βέβαια η επανένωση των δύο κρατών και η Γερμανία ξαναγίνεται μία. Αυτό όμως δεν έγινε τζάμπα. Το ΑΕΠ της Ανατολικής Γερμανίας δεν ξεπερνούσε το έν δέκατον εκείνου της Δυτικής. Οι Δυτικογερμανοί έβαλαν πολύ βαθειά το χέρι στην τσέπη, αναλαμβάνοντας το κόστος ανόρθωσης του επιπέδου και της παραγωγής στο ανατολικό κομμάτι της χώρας. Με λίγα λόγια, οι Γερμανοί πλήρωσαν αδρότατατα για να ξαναγίνουν ενιαίοι. Φοβερό. Να σ’ έχουν κόψει σε δυο κομμάτια –και καλά σου κάνανε- και ν’ αναγκάζεσαι να χρυσοπληρώσεις την επανένωσή σου, αναλαμβάνοντας να αποκαταστήσεις τρομερές ζημιές δεκαετιών, που κάνανε άλλοι πάνω στη δική σου τη χώρα, ερήμην σου.

Από τα παραπάνω βλέπουμε δυό πράγματα. Το πρώτο είναι ότι κανείς δεν βάζει το χέρι στην τσέπη δίχως αντάλλαγμα, ακόμη κι όταν πρόκειται για τη σωτηρία του αδελφού έθνους, του αίματός του, του ίδιου. Δεύτερον, οι Γερμανοί έχουν πρόσφατα πληρώσει –και ακόμη πληρώνουν- τα μαλλιοκέφαλά τους, προκειμένου να πάρουν ένα κράτος-φάντασμα και να το ανορθώσουν. Και θα έλεγα εγώ τώρα, εάν ήμουν Γερμαναράς. «–Για βάστα, αδελφέ. –Τι θα γίνει δηλαδή τώρα ; Κάθε φορά που ο κάθε πικραμένος θα καίγεται, στη δική μου τη ράχη θα φορτώνεται ; Και στο κάτω-κάτω, να τα σώσω τ’ αδέλφια μου, άειντε και τα ξαδέλφια μου, τους Αυστριακούς, εάν χρειαστεί. Τους υπόλοιπους, γιατί να τους σώσω ; -Τι παίρνω εγώ, για να τους σώσω ; -Τι έχουν να μου δώσουν πλέον, για να τους σώσω, που δεν μπορώ να το βρω αλλού ; Πλήρωσα χρυσή την επανένωση, να πληρώνω τώρα και την Ένωση, σαν πολύ δεν πάει ;».

-Και πού να ξέρουμε εμείς, βρε Γερμαναράδες, πόσο πάει ; Να είχαμε δραχμές, να σας λέγαμε. Σε ευρώ δεν μπορούμε να το υπολογίσουμε. Ποτέ δεν μπορούσαμε.

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Scar-Facebook

Όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες, αυτού του ιστορικού πλέον blog (και λέω «ιστορικού», διότι σε λίγο καιρό θα έχει περάσει στην αιωνιότητα, ως πρόδρομος-βαπτιστής-προάγγελος και οιωνός άριστος κάποιου άλλου εγχειρήματος, γι’ αυτό έχετε το νού σας οι πονηροί και υποψιασμένοι γάτοι των αγορών), στα τέλη Γενάρη τρέχοντος έτους, με το ιστορικό μου άρθρο «Δεν έχει σχολείο σήμερα», είχα προεξοφλήσει το τέλος της ολέθριας σχέσης μεταξύ του Γίγαντα Σαρκοζή κι αυτηνής της ξεπλυμένης, της Κάρλας της Μπρούνης. Έγραφα λοιπόν τότε, ότι η ανόητη την έχει δει τραγουδιάρα, αλά Μπεζαντάκου και Αλεξανδράτου, τέτοιο στυλ, και πάει και κάνει πρόβες δίπλα στ΄αυτί του καψερού του Σαρκοζή, μες στα μαύρα τα μεσάνυχτα. Πήγαινε λέει και ξύπναγε κοτζάμ Πρόεδρα με τις γαϊδουροφωνάρες της και τα φρικτά γρατζουνίσματα της κιθάρας της, του πιο κακορίζικου εγχόρδου στην υφήλιο, αφού του έλαχε να πέσει σε τέτοια αδέξια (στη μουσική εννοώ) χέρια.

Είδε και απόειδε ο Σαρκοζής, δεν την άντεξε άλλο. Και πολύ την άντεξε, εδώ που τα λέμε. Προσέξτε τώρα τη συνέχεια : Ο κοντός βρήκε παρηγοριά στην αγκαλιά μιας άλλης γκόμενας, του πολιτικού χώρου αυτή τη φορά, κάποιας Σαντάλ Ζουανό, υπουργού Εθνικής Οικολογίας και Θρησκευμάτων ή κάτι τέτοιο, να ΄χει ο άνθρωπος να πει και καμιά σοβαρή κουβέντα, ανάμεσα στις «προσωπικές στιγμές», που λένε. Όσο για τη Μπρούναινα, αυτή πιά έπεσε στον έρωτα ενός τραγουδιστή της συμφοράς, που ακούει στ’ όνομα Μπέντζαμιν Μπιολάης. Άλλο Βιολάρης, άλλο Μπιολάης. Εγώ τώρα, χάριν του ρεπορτάζ (Ζαχμουραίε, καλό ύπνο), υπεβλήθην στο μαρτύριο να τον ακούσω αυτόν τον Μπιολάη και έχω να σας πω ότι τα ψάρια στο ενυδρείο του Χάροντα έχουν περισσότερο μέταλλο στη φωνή. Όσο για τα δικά μου τα ψάρια, σκέτα παβαρότια. Δια του λόγου το αληθές, ιδού και βίντεοκλιπ του άφωνου.


Κύλησε λοιπόν η άφωνη και βρήκε το καπάκι της, στο πρόσωπο αυτής της ποντικομαμής, του Μπιολάη, του φλώρου. Καλά, οι Γάλλοι έχουν το γονίδιο του Κακοφωνίξ. Φαντάσου πως ό,τι καλύτερο έχουν να επιδείξουν στο πεντάγραμμό τους είναι ο Αρμένης ο Αζναβούρ (έλεος, δηλαδή) κι εκείνη η δικιά μας, η μουτσούνα με το γυαλί, η Μούσχουρη, η κολλητή του Sakis. Ξένοι και οι δύο. Άχρηστα κορμιά οι Γάλλοι, Άλλους βάζουνε να τραγουδάνε, άλλους βάζουνε να πολεμάνε -βλ. Λεγεώνα των Ξένων- και οι ίδιοι δεν κάνουν τίποτε, τελικά. Ήτανε κι εκείνος ο Χαλινταίης, πιο παλιά, χάλι όνομα και πράμα. Τέλος πάντων, ξεφύγαμε από το θέμα. Το θέμα είναι ότι η σαύρα η Μπρούναινα ξεκουμπίστηκε από το Προεδρικό Μέγαρο και ζει κι αυτή τις δικές της «προσωπικές στιγμές» με τον χλεμπονιάρη, τον Μπιολάη. Παράλληλα, η δημοτικότητα του ζουμπά του Σαρκοζή κατέρρευσε στο 36% και στις επκείμενες περιφερειακές εκλογές θα τον πάνε οι αριστεροί κωλοφεράτζα. Παντού, σ' όλον το κόσμο προκόβουνε οι αριστεροί, μόνο εμείς ξωμείναμε με τους Συριζαίους.

Ας τους αφήσουμε αυτούς, έχουμε τα δικά μας προβλήματα. Ας πούμε, ας υποθέσουμε, ότι μετά από μερικούς μήνες την κάνουμε από το ευρώ. Τα βάζουν κάτω οι εγκέφαλοι και αποφασίζουν ότι δεν είναι ευγενικό να καθόμαστε με το ζόρι μέσα σ’ ένα νόμισμα που με τον τρόπο του μας διώχνει, άσε πιά που η παραμονή στο ευρώ εξανεμίζει και την τελευταία ελπίδα μελλοντικής ανάπτυξης. Λέω εγώ τώρα. Φεύγουμε λοιπόν από το ευρώ. Ξαναλέω εγώ τώρα. Το σενάριο είναι γνωστό. Μια Παρασκευή απόγευμα, μας λένε «από Δευτέρα, δραχμούλα». Ωραία, λέμε εμείς, καλύτερα, να φαίνονται τα λεφτά μας πολλά. Πάμε λοιπόν στην τράπεζα κι από κει που είχαμε χίλια ευρώ καταθέσεις, τώρα έχουμε τριακόσια σαράντα ολόκληρα χιλιάρικα, από τα παλιά, με τον ορειχάλκινο Ποσειδώνα πάνω. Σοβαρό χαρτονόμισμα, όχι αηδίες ευρωπαϊκές.

Για βάστα όμως. Όπως στην είσοδο, έτσι και στην έξοδο, το θέμα θα είναι και πάλι η ισοτιμία. Με τριακόσια σαράντα μπήκαμε, με πόσα θα βγούμε ; Εδώ είναι το θέμα. Υποτίμηση με το «καλημέρα» ή σε δόσεις ; Ή μήπως μία υποτίμηση με το «καλημέρα» και κάμποσες στη συνέχεια, σε δόσεις ; Έπειτα, είναι και το άλλο : Οι καταθέσεις μας θα γίνουν χαρτοπόλεμος, εντάξει. Εμάς βέβαια, τους χαρτωμένους, δεν μας πολυνοιάζει, όσο καθόμαστε πάνω στις μετοχές μας, τις βαρβάτες, που από τη μέρα της εξόδου από το ευρώ θα γίνουν πύραυλοι Απόλλων 13. Παρασκευή βράδυ βγαίνουμε από το Ευρώ, Δευτέρα έντεκα η ώρα το πρωϊ έχει κλειδώσει πάνω όλο το ταμπλώ και ψάχνει μετά ο άλλος να βρεί πως εξαϋλώθηκε η ρευστότητά του, που με τόσο κόπο την φύλαγε, για να πάρει Μότορ Όϊλ στα δύο ευρώ και ΟΠΑΠ στα τρία. Και τελικά, παίρνει τα τρία. Όχι μόνο το μακρύτερο, αλλά και τα τρία πακέτο, dimension, τρία σε ένα. Αυτό θα πει «προσωπικές στιγμές». Πάνε οι μετοχές, χαίρεται. Θα τρέξει τότε, να προλάβει τουλάχιστον να πάρει ακίνητο. -Ναι, αμέ, πώς ; Εσένα περιμένανε τόσον καιρό τα ακίνητα, που μου ήθελες μεζονέτα στην Κηφισιά με ένα πεντακοσάρικο το τετραγωνικό. Πάνε και τ’ ακίνητα, χαίρεται κι αυτά. Τρία εκατομμύρια δραχμές το τετραγωνικό. Στο Μπραχάμι. Όχι στη Βούλα.

Το μεγάλο μπάχαλο όμως, έχει να γίνει με τα παλιά δάνεια. Τις καταθέσεις σε ευρώ τις κάνουνε δραχμές. Τα δάνεια σε ευρώ, τί θα τα κάνουνε δηλαδή ; Διότι έτσι και τα δραχμοποιήσουν κι αυτά, καταλαβαίνει κανείς τι έχει να γίνει, έτσι ; Κόλαση θα γίνει. –Τι θα σου πει δηλαδή η τράπεζα ; -Εγώ σε δάνεισα σε ευρώ, σε ευρώ θέλω να με πληρώσεις ; Μάλιστα, θα πεις εσύ. Μα κι εγώ σε ευρώ τις είχα κάνει τις καταθέσεις μου και τώρα μου τις επιστρέφεις σε δραχμούλες. Γιά σύνελθε, εάν θες να τα πάμε καλά. Ευρώ έδωκες, δραχμές θα πάρεις. Δεν δέχομαι, θα σου πει η Τράπεζα. Δεν γίνεται να αποπληρώνεις δανειακό κεφάλαιο σε ευρώ με υποτιμημένη δραχμή. Καλά, θα της πεις εσύ, μην δέχεσαι. Προχώρα σε πλειστηριασμό. Να δούμε τι τιμή θα πιάσεις. Εκεί όμως, σε δραχμές, θέλεις και δεν θέλεις. Άειντε ντε, τί κάθεσαι ;

Ξαναλέω λοιπόν. Τα δραχμικά δάνεια το 2001 τα ευρωποίησαν. Τα ευρικά δάνεια, τι θα τα κάνουν ; Μιλάμε τουλάχιστον για δανειακές συμβάσεις συναφθείσες εν Ελλάδι, μεταξύ ημεδαπού τραπεζικού ιδρύματος και Έλληνα δανειολήπτη. Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα. Υποθετικά περπατώντας, πάντα.

Ακούστε τώρα, εσείς, τα τυπάκια του facebook. Σας είχα προειδοποιήσει εγκαίρως, ότι αυτό το καραγκιοζιλίκι με το facebook είναι φακέλωμα κανονικό. Εκτός από αδελφίστικο. Να ‘σου τώρα, βγήκε στη φόρα ότι πραχτόροι του FBI έχουν παρεισφρύσει, λέει, στο Facebook και κόβουν φάτσες. Εμ, facebook το λένε, τι θα έκοβαν δηλαδή εκτός από φάτσες ; -Aμ ο άλλος ο πανηλίθιος, ο μαφιόζος, που τον κάνανε τσακωτό στην Ιταλία, μέσω facebook ; Πασκουάλε Μανφρέντι, 33 χρονώ μαλάκας, μέλος της Ντρανγκέτα και ένας από τους 100 πιο επικίνδυνους φυγάδες στην Ιταλία. Είχε, λέει, προφίλ στο Facebook με το όνομα «Scarface». Την είχε δει και Αλ Πατσίνο, ο μάπας.

ιερωτώμαι τώρα, ποιός άραγε απ’ όλους εσάς εδώ μέσα συνεργάζεται με το FBI; -Ή μήπως όλοι ;

Και για να μη λέτε πως διαρκώς ψεύδομαι, ιδού και το ντοκουμέντο : Τα ψάρια του Χάρου,σε υποδειγματική εκτέλεση του Μποήμιαν Ράψοντυ, ενώ τα έχει βγάλει βόλτα, για να κατουρήσουν. Μην ακούσω τίποτα αστεία, ότι ο Μπιολάης έχει καλύτερη φωνή, διότι θα τραγουδήσω κι εγώ.

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

Goin' back to my Roots

Κι αφού ρίξαμε τις ταπεινές μας τις δραχμούλες στο χυτήριο, εκείνη την βεγγαλική νύχτα της τριανταμία του Δεκέμβρη του σωτηρίου έτους δυό χιλιάδες –που να μην έσωνε να 'ρχόταν το επόμενο-, τότε που περιμέναμε πώς και πώς το νέο μας το νόμισμα, στρίψαμε κι ένα κέρμα του ενός ευρώ στον αέρα, έτσι, για το γούρι, αλλά και για να δούμε το ριζικό μας. Κορώνα, σε δέκα χρόνια θα ‘μασταν αρχόντοι. Γράμματα, σε δέκα χρόνια γάματα, με μεγάλα γράμματα. Δεν ξέρω τί έγινε εκείνη τη βραδιά. -Πού να θυμάμαι πιά ; Γερνάω κιόλας. Τώρα βέβαια που το καλοσκέφτομαι, κορώνα μια φορά αποκλείεται να ήρθε το κέρμα.

–Μα τι ανόητοι που ήμασταν ; Αφού δεν υπάρχει κορώνα, πώς να ερχόταν η κορώνα ; Καλά-καλά γράμματα δεν υπάρχουν. –Τι απαίσιο κέρμα είναι τούτο ; Από τη μια έχει την κουκουβάγια του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων ή ο Δάσκαλος Είναι Βλάκας, που λέγαμε παλιά. Ο Δάσκαλος όμως δεν ήταν καθόλου βλάκας. Οι μόνοι βλάκες ήμασταν εμείς, που περάσαμε το ευρώ για πενηνταράκι. Καφές, τέσσερα ευρώ, ένα ευρώ στο τραπέζι, για φιλοδώρημα. Πλύσιμο τζαμιών στα φανάρια, κάτσε να δω τι ψιλά έχω στην τσέπη μου, πάρε παιδί μου ένα ευρώ, δεν κρατάω χοντρά πάνω μου, εκτός εάν θες επιταγή, διότι είμεθα και κιμπάρηδες εμείς. Εμείς οι Έλληνες. Ρέστα στο περίπτερο, "δεν έχω ρέστα" λέει ο περιπτεράς, "πάρε ένα ευρώ τσίχλες μπιγκ μπαμπλ, να κάνεις φούσκες, σαν Καλιφορνέζα μπίμπο, με φουσκωτά βυζιά".

Το ίδιο και με το κέρμα των δύο ευρώ. Διάολε, δύο ευρώ είναι πιο πολύ κι από παλιό πράσινο πεντακοσάρικο, σωστά ; Τότε, πώς σκατά το ξοδεύουμε έτσι ; Καλά, για τα τα πιο ψιλά δε μιλάω καν. Κλείσ’ τα μάτια σου και πές μου τώρα δα, τί παριστάνει το πενηντάλεπτο από τη μια πλευρά του. Δεν ξέρεις. Σιγά να μην ήξερες. –Τί παριστάνει το εικοσάλεπτο ; -Και πάλι δεν ξέρεις. Πέρνα αύριο με τον κηδεμόνα σου, να του πω δυό λόγια.

Μη νομίζεις, ούτε εγώ ξέρω. Δέκα ολόκληρα χρόνια περνάνε από τα χέρια μου τα ίδια και τα ίδια κέρματα και ποτέ, μα ποτέ, δεν μπήκα στον κόπο να τα προσέξω. Είναι φρικτά νομίσματα. Η ντροπή της νομισματικής. Μοιάζουν μ’ εκείνα τα χάλκινα κέρματα με τη χαρακιά στη μέση, που ρίχναμε παλιά στους θαλάμους του ΟΤΕ, όποιος θυμάται. Και πιο απαίσια ακόμη. Επίτηδες τα έχουν φτιάξει απωθητικά, για να τ’ απαξιώνει ο κόσμος και να μην τα υπολογίζει. Το αρχαίο σπαρτιάτικο κόλπο. Οι Δωριείς είχαν επίτηδες σιδερένιες μπάρες για νόμισμα. Για να πας στη λαϊκή των Λακεδαιμονίων, ήθελες όχι ένα, αλλά δύο καροτσάκια : Ένα που θα το χρησιμοποιούσες για τα ψώνια, κι άλλο ένα για να κουβαλάς μαζί τα λεφτά σου. Όταν έβγαζες στο καφενείο να πληρώσεις το μέλανα ζωμό σου, ας πούμε, σε εμψύχωναν οι λοιποί θαμώνες : "-Κάτσε κάτω απ' τη μπάρα!". Εάν οι Σπαρτιάτες έφτιαχναν πορτοφολάκια για τα ψιλά, αυτά θα είχαν μέγεθος βαλίτσας. Γι αυτό και δεν φτούρησαν ποτέ στην αρχαία Σπάρτη τα μαγαζιά με δερμάτινα αξεσουάρ. Επίτηδες το έκαναν, για να περιφρονεί ο πολεμιστής το χρήμα. Κι αυτοί εδώ όμως, επίτηδες το έκαναν, πάλι για να περιφρονείς το κέρμα, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο από τους Σπαρτιάτες : Για να το ξοδεύεις ασύστολα. Παλιά έβλεπες κάτω δίφραγκο, έσκυβες και το ‘παιρνες. Τώρα, κανείς δεν τσακίζει τη μέση του για πέντε σέντσια. Πολύς κόπος για το τίποτα. Θερμίδες αδελφέ μου και δεν λέει να πάθεις κάνα λουμπάγκο για δεκαεφτά κωλοδραχμές. Άστες στο πεζοδρόμιο, να τις κατουράνε οι σκύλοι, που μήτε κι αυτοί τις καταδέχονται.

Μαλάκες είναι νομίζεις οι Αμερικάνοι κι έχουν ακόμη το χαρτονόμισμα του ενός δολλαρίου ; Αυτό με τα δεκαπέντε μυστικιστικά σύμβολα απάνω. –Όχι βέβαια. Ένα δολλάριο είναι ένα δολλάριο. Ένα ευρώ είναι ένα τίποτα. Γι αυτό, το δολλάριο θα είναι πάντα ο βασιλιάς. Αυτό που λέω εγώ, αυτό είναι το σωστό. Το δολλάριο είναι και θα είναι ο Βασιλιάς, όπως ακριβώς και ο Έλβις. Το αλάνθαστο κριτήριο της επίκυψης : Εάν δεις ένα δολλάριο στο δρόμο, θα σκύψεις να το μαζέψεις, αυτό είναι βέβαιον. -Εάν όμως δεις ένα ευρώ, θα σκύψεις ;

Κάνανε λέει τώρα μια δημοσκόπηση και ρωτήσανε τους Έλληνες τη γνώμη τους για την κρίση. Ο ένας στους δύο του δείγματος, απάντησε ότι «η κρίση είναι τεχνητή». Αυτό κατάλαβε μέχρι τώρα ο κοιμισμένος, ότι η κρίση είναι τεχνητή. Δεν με εκπλήσσει το αποτέλεσμα. Μετά τους 900.000 αρχιμαλάκες που κατέβασαν το βίντεο της Αλεξανδράτου και τα 200.000 γνήσια τέκνα του Αυνάν, που αγόρασαν την τσόντα από το περίπτερο, όλα τα θεωρώ πιθανά σ’ αυτόν τον δύσμοιρο τόπο. Εντάξει, κατά κυριολεξίαν μαλάκα. Περίμενε λίγο ακόμη και θα δεις μετά τί είδους ερωτήσεις θα σου κάνουν στις δημοσκοπήσεις. Θα σε ρωτάνε : «-Μήπως τώρα αλλάξατε γνώμη για την κρίση ;». Να δω τότε τι θ’ απαντάς. Και να δεις τότε, για πότε θα σκύβεις να μαζεύεις από κάτω το κέρμα. Με πλονζόν θα ορμάς στο κέρμα, μην προλάβει και στο πάρει κάνας άλλος αίλουρος πορτιέρο. -Αλήθεια, αυτός ο Νικοπολίδης, πόσο χρονώ είναι μωρέ ; Γιατί τον τυραγνάνε έτσι τον γέροντα ; Έλεγα λοιπόν, κάτσε να βγει στη φόρα το αληθινό το χρέος, όχι τα τριακόσα ψωρο-δις που λένε τώρα, το αληθινό λέμε. Κάτσε, ντε.

Το χρέος θα σταματήσει να μεγαλώνει. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Και θα σταματήσει, επειδή θα σταματήσει ο εξωτερικός δανεισμός. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει, παρά μόνον να κλείσουν οι στρόφιγγες απ’ έξω. Και αυτό θα γίνει. Εμείς ξαναγυρνάμε στη δεκαετία του εξήντα. Όπως έλεγε κι ο καρεκλάς ο Lamont Dozier, «zippin' up my boots, goin' back to my roots». Ροκάδες-ξεροκάδες, να ξέρουμε να εχτιμάμε το ρυθμικό του πράγματος
.

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Σάτυρος, ο Πατέρας των Θεών

Ερώτηση : -Πώς ποντάρει ένας ελλιοτικός-ηλεκτρολόγος στο ποδοσφαιρικό στοίχημα ;
Απάντηση : -Και στα τρία σημεία. Ένα-δύο-χι. Έτσι το κλειδώνει το παιχνιδάκι. Και φυσικά, κερδίζει πάντα. –Πώς ; -Δεν γίνεται να κερδίσει έτσι ; Κούνια που σας κούναγε, άσχετοι. Αμ, εδώ δεν ξέρετε ποιος είναι ο Φίμπος, τί να περιμένει κανείς από σας ;

Μου γράφει τώρα ό Ζάχμουρ, ο αρχισυντάκτης μου, ότι 900.000 άτομα «κατέβασαν» -λέει- το γνωστό βίντεο αυτηνής της πατσαβούρας, της Αλεξανδράτου. Καλά, ήξερα ότι ο κόσμος ήταν γεμάτος ΜΑΛΑΚΕΣ, αλλά τόσο υψηλό ποσοστό δεν το περίμενα με τίποτα. Προφανώς όμως το περίμενε η Αλεξανδράτου, και γι αυτό γύρισε την τσόντα. Τεράστιο target group, σου λέει η γυναίκα. Εύγε μαντάμ, έχεις μάτι για τις αγορές, θα πας μπροστά εσύ.

Φίλοι, δεν πάει καλά η κοινωνία, έχουμε μεγάλο πρόβλημα. Η κατάρα του Αυνάν χτύπησε αυτή τη δόλια χώρα και ευτυχώς που δεν ισχύουν επιστημονικά εκείνα που μας λέγανε στο γυμνάσιο, ότι δηλαδή το πολύ το τράβηγμα στο τέλος τυφλώνει, διότι θα ήμασταν τώρα σχεδόν όλοι τυφλοί, σαν τους Βούργαρους που τους στράβωσε ο Μέγας Βασίλειος, για τιμωρία και τους έστειλε, κοπάδια ολόκληρα θεόστραβων, πίσω στη χώρα τους. 900.000 άτομα κατέβασαν το βίντεο μιας ανύπαρκτης, που όμως κατέφερε με μιας ώρας δουλειά (που λέει ο λόγος) να παίζει ολόκληρη την Ελλάδα στα δάχτυλα. Αυτή παίζει την Ελλάδα κι η Ελλάδα παίζει το πουλί της.

Κάποτε ήμουνα πουλί και με παίζανε πολλοί. Καλά είχανε βάλει οι συνταγματαρχαίοι για έμβλημα της επανάστασης το πουλί. Διορατικοί οι καραβανάδες. Τί άλλο να έβαζαν δηλαδή για έμβλημα, στη χώρα της μαλακίας ;


Κάτι σάπιο υπάρχει στο Βασίλειο της Μαλακίας.

900.000 άτομα. Δηλαδή, σχεδόν όλοι όσοι έχουν πρόσβαση στο internet. Σβήσαν του Δία οι κεραυνοί, η Αθηνά ξεκούτιανε, ο Ήφαιστος παράτησε το σφυρί και κοπροσκυλιάζει, ο Άρης έγινε μειωμένης θητείας, έξι μήνες στο Πεντάγωνο, η Εστία γυρίζει μπουρδελότσαρκες, ο Ποσειδώνας πουλήθηκε στους Κινέζους, η Δήμητρα περιμένει νέο πακέτο στήριξης από την ΕΕ και πετάει τα πορτοκάλια της στη χωματερή, ο Απόλλων μεθοκοπάει με μπόμπες, πρώτο τραπέζι στα πόδια του Ρέμου, ο Ερμής έγινε τραβεστί στην πάροδο Συγγρού, η Ήρα βρήκε γκόμενο, η Αφροδίτη το γύρισε στις τσόντες κι η Άρτεμις εκτρέφει πια κοτόπουλα με ορμόνες, ενταγμένη σε καρτέλ τροφίμων.

Στο θρόνο του Ολύμπου, έστρωσε για τα καλά τον τριχωτό του κώλο ένας κακομούτσουνος Σάτυρος, με τη Τζούλια από δίπλα του, θεοί κι οι δυό της μαλακίας.

Σκατά, λέω ‘γώ.

(να γράψουμε και καμιά τηλεθέαση)

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

"Εκατό Χρόνια Γκουρουδιάς"

Ελάχιστα έργα στην παγκόσμια λογοτεχνία φέρουν επάξια τον τίτλο του αριστουργήματος και θα ήμασταν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στη χρήση αυτού του όρου, εάν τα «Εκατό Χρόνια Γκουρουδιάς», του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκετ δεν ήταν πράγματι ένα αναμφισβήτητα σημαδιακό έργο.

Ο Μάρκετ, που γεννήθηκε κατά τη δεκαετία του πενήντα στην Κολομβία, από πατέρα Έλληνα, μάνα Ρουμάνα και Κονγκολέζο μαιευτήρα, έδειξε από νωρίς την κλίση του στα γράμματα, κλέβοντας την ιδιωτική αλληλογραφία των ενοίκων της άθλιας πολυκατοικίας όπου διέμενε, στη Λακαλέρα της Μπογκοτά κι εκβιάζοντας εν συνεχεία τους αυθεντικούς παραλήπτες, προκειμένου να μην αποκαλύπτει στις/στους συζύγους τα κάθε λογής ερωτικά ανομήματά τους. Το μικρό κομπόδεμα που συγκέντρωσε ήταν αρκετό για να επενδύσει σ’ αυτό που αγαπούσε πιότερο στον κόσμο : Τη Μητέρα Γη. Ξεκινώντας από μια μικρή καλλιέργεια λίγων στρεμμάτων, έφτασε σε λίγα χρόνια να διαφεντεύει χιλιάδες εκτάρια πυκνοφυτεμένης κόκας πρώτης ποιότητος. Η κατηγορηματική ωστόσο άρνησή του να ενταχθεί στο μονοπώλιο του Μεντεγίν, προκάλεσε τη μήνη του αείμνηστου ευεργέτη Π. Εσκομπάρ, που διέταξε την πυρπόληση των φυτειών του Μάρκετ. Τσακισμένος από το χτύπημα, ο τελευταίος κατόρθωσε να ορθοποδήσει, επικεντρώνοντας τις ικανότητές του στη χειραγώγηση του κολομβιάνικου Bolsa de Valores, ενώ σύντομα απλώθηκε και σ’ άλλες αναδυόμενες αγορές. Ανεμομαζώματα-διαβολοσκορπίσματα : -Η κρίση του ’73 τον βρήκε μέχρι τα μπούνια σορταρισμένο στο πετρέλαιο και τον ισοπέδωσε.

Αφού περιπλανήθηκε ανά τον κόσμο, κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, από ματαντόρ στις αρένες της Μούρθια, μέχρι ορντινάντσα λοχαγού στη Λεγεώνα των Ξένων, εντέλει, μοιραία θα ‘λεγε κανείς, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η τύχη τον οδήγησε στα πατρογονικά χώματα, όπου ήρθε σ’ επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Όταν ο Μάρκετ έφθασε στην Ελλάδα με το στίγμα του αποτυχημένου, δεν είχε παρά τις γνωστές τρείς επιλογές όσων τότε δεν μπορούσαν να σταθούν οπουδήποτε αλλού : -Να αγοράσει μισή άδεια ταξί και να γίνει ταρίφας. –Ν’ ανοίξει βίντεοκλάμπ. –Να γίνει –στη χειρότερη περίπτωση- δημοσιογράφος.

Δίπλωμα οδήγησης δεν διέθετε ο Γκαμπριέλ, αλλά αυτό δεν ήταν παρά μια λεπτομέρεια. Τα πραγματικό εμπόδιο ήταν η έλλειψη κεφαλαίου για το μισό ταξί. Η ίδια έλλειψη καθιστούσε απαγορευτική και την εναλλακτική του βίντεοκλαμπ. Έτσι, η στροφή στη δημοσιογραφία φάνταζε πια μονόδρομος. Τότε ακόμη, ο Μάρκετ δεν ήξερε καν να διαβάζει -πόσο μάλλον να γράφει- ούτε κι αυτά τα σπανιόλικα, τη μητρική του γλώσσα. Γι αυτό άλλωστε δεν είχε σκεφτεί ποτέ τη λύση της δημοσιογραφίας, όσο ζούσε στη Λατινική Αμερική. Εδώ όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά : Η ελεύθερη πια τηλεόραση, που μόλις άνοιγε τα φτερά της, έδινε την δυνατότητα και στον σχεδόν αναλφάβητο ακόμη, να κτίσει λαμπρή δημοσιογραφική καρριέρα.

«Σύντομα κατάλαβα ότι στην Ελλάδα ο όρος «δημοσιογράφος» ήταν πλέον κενό γράμμα, τουλάχιστον όσον αφορά στο δεύτερο συνθετικό της λέξης. Χάρη στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, μπορούσε ο καθένας ν’ ασχολείται με τα κοινά, να εκφέρει ελεύθερα άποψη επί παντός επιστητού, δίχως να μπορεί –δεν χρειαζόταν άλλωστε- να γράψει ούτε μια αράδα. Άπλωσα το χέρι κι άρπαξα αυτό που η Ελλάδα γενναιόδωρα μου χάριζε. Την πλευστότητα του φελλού και την αναγνωρισιμότητα του Γκουρού», θυμάται ο Μάρκετ από την εποχή εκείνη.

Δεν χρειάστηκε δα και πολύ για να λάβει ο Μάρκετ τη δεσπόζουσα θέση που δικαιούτο στο πάνθεον των γκουρού-εκπροσώπων του καφριανισμού, του σπουδαιότερου πνευματικού κινήματος της νεώτερης Ελλάδας. Κουβαλώντας ήδη το γονίδιο των σημαντικών κολομβιάνων μοντερνιστών, με σαφείς τις επιρροές του μεγάλου Φερνάντο Μποτέρο, ο Μάρκετ μετέφερε αυτούσιο στο χώρο της δημοσιογραφίας το κύριο γνώρισμα του εξπρεσιονισμού : -Την παραμόρφωση της πραγματικότητας. Έχοντας και την μοναδική τύχη να βρεθεί, ακριβώς την κατάλληλη στιγμή, στο λίκνο της παγκόσμιας καφρίλας, ο Μάρκετ τελικά μεγαλούργησε, συμπυκνώνοντας όλα τα γνωρίσματα της σύγχρονης ελληνικής δημοσιογραφίας. Τη μεσαιωνική άγνοια, τον κατακερματισμό, την αποδόμηση, τη διαστρέβλωση, την επίκληση του εξωπραγματικού, τη διασπορά του απόλυτου τρόμου και τον μεταφυσικό γκουρουδισμό.


«Ονειρευόμουν την ελληνική κοινωνία σαν ένα τεράστιο γκροτέσκο φόντο, περίκλειστο σε οθόνη plasma πολλών ιντσών, όπου θα κυριαρχούσαν τα ημιζωώδη ιλαρά αστοιχείωτα πλάσματα, με το μικρόφωνο στο χέρι και οι χυδαίες υστερικές φιγούρες που θα ωρύονταν στα δελτία ειδήσεων, εκτοξεύοντας τριγύρω τα σάλια τους και παράγοντας ακατάπληπτες, χαοτικές φωνασκίες, σε εντάσεις εκατοντάδων ντεσιμπέλ. Και είπα :-“Γεννηθήτω σκότος”. Kι εγένετο σκότος. Και πλημμύρισε ο τόπος σκατά», αναπολεί νοσταλγικά ο Μάρκετ στην αυτοβιογραφία του. Και συνεχίζει :

«Παλιά, οι δημοσιογράφοι πληρώνονταν για να γράψουν. Σήμερα πληρώνονται κυρίως για να μην γράψουν. Στα πέτρινα χρόνια της ελληνικής δημοσιογραφίας, ο καθένας μπορούσε να ξυπνήσει μια μέρα και να δει τον εαυτό του πρωτοσέλιδο. Αυτά πιά ανήκουν στο παρελθόν. Τη σήμερον ημέρα, η στοιχειώδης δημοσιογραφική δεοντολογία επιβάλλει την προειδοποίηση του ενδιαφερομένου προσώπου για το επικείμενο δημοσίευμα. Έχει έτσι την ευχέρεια ο ευυπόληπτος πολίτης, να διαλέξει εάν θ’ ακουστεί ή όχι τ’ όνομά του στα μέσα ενημέρωσης. Εάν δηλαδή επιθυμεί να συνεχίσει να δείχνει ευυπόληπτος. Γι’ αυτό, όταν βλέπετε κάποιον επώνυμο να γίνεται ρόμπα, μην τον λυπάστε. Να θυμάστε ότι είχε την ευκαιρία να τ’ αποφύγει και την πέταξε στα σκουπίδια»

Το 2007, όταν ο Μάρκετ ξεδίπλωσε το κρυφό συγγραφικό ταλέντο του, με τη δημοσίευση του έργου «Εκατό Χρόνια Γκουρουδιάς», η παγκόσμια λογοτεχνική κοινότης ρίγησε, αναγνωρίζοντας μιά γνήσια ιδιοφυϊα, ενώ το αναγνωστικό κοινό τον κατέταξε αυθόρμητα ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής. Μέσ’ από τον βιρτουόζικο –αν και ολίγον ανορθόγραφο/ασύντακτο- τρόπο γραφής του, ο Μάρκετ σκιαγραφεί, ίσως κι αυτοβιογραφικά, τη μεγαλειώδη φιγούρα του βασιλιά της λαμογιάς, διάσημου άνκορμαν και μεγαλοεκδότη Βδελυριάνο Ρεπορτέρο, περιγράφοντας την επική πορεία του, από την απόλυτη αφάνεια στην ολοκληρωτική καταξίωση. Ένός ήρωα, που στην κορύφωση του δράματος συμπυκνώνει σ’ ένα εκλεκτό απόσταγμα τη σοφία μιας λαμπρής δημοσιογραφικής σταδιοδρομίας :

«Σημασία δεν έχει τί γράφεις εσύ. Σημασία έχει να μη μάθουν αυτοί να διαβάζουν»

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Ο Ταύρος του Μπεϊτζινγκ



Στο κέντρο, ο κοντός-γάτα με την κόκκινη γραβάτα, ο Κάπταιν Γουέϊ Τζιαφού, πεφωτισμένος ηγέτης της Cosco, που ο Κομφούκιος να του κόβει μέρες και να μας δίνει χρόνια.
Ακριβώς μπροστά στα πόδια του, χουζουρεύει ο μυθικός Ταύρος του Μπεϊτζινγκ, θύμα, ψώνιο και σύμβολο αιώνιο των bull αγορών της Άπω Ανατολής.
Δεύτερος από αριστερά, δίπλα στο κομοδίνο με το εμπριμέ, διακρίνεται ο Μίστερ Μιγιάγκι, Ιάπων μάστερ καρατέκα-μαυροζωνάς και πρώην μαυροσκούφης, λοχίας της δεύτερης επιλαρχίας τεθωρακισμένων, στη Χοκάϊντο. Σ' αυτόν, επειδή έχει βαρύ χέρι, έχει ανατεθεί το βαρύ έργο καρπαζώματος λιμενεργατοπατεράδων, έτσι και κάνουνε νερά.

Παραδίπλα, ο ασουλούπωτος κρεμανταλάς-γίγαντας, ύψους 1,63 (κάτι σαν Σπάρτης της Σανγκάης), μασέρ και βοηθός προπονητή, με το όνομα Ζανίνο. Αρωγός του Μιγιάγκι σε διάφορα άγρια ξυλίδια που έχουν κατά καιρούς πέσει, σε πλείστα λιμάνια του κόσμου.
Παρακάτω, ο τύπος με την περούκα, άκρη δεξιά, ο κύριος Λουάν Σενγκ, νέος market-maker του ΟΛΠ και παλιά καραβάνα στ' ανταλλακτήρια στοιχημάτων της Ταϊβάν, με ειδικότητα στις κοκκορομαχίες και στη ρώσικη ρουλέτα με τριανταοχτάρι σπέσιαλ, με δύο βλήματα στο μύλο.
Οι υπόλοιποι δεν ξέρω ποιοί είναι και δεν μ' ενδιαφέρει άλλωστε.

Η φωτογραφία λήφθηκε πρόσφατα στην παλιά Λέσχη του Ολυμπιακού, στο Πασαλιμάνι, εξ' ού και οι φωτογραφίες από πίσω, με Γαλάκους, Σαργκάνηδες, Βαμβακούλες, Αποστολάκηδες και άλλους παλιούς, γνήσιους ολυμπιακάρες.

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Νήσος με θέα-φως-νερό τηλέφωνο

Για να ξέρετε, κατόπιν διαγωνισμού, έχω εκχωρήσει στον Ζάχμουρ το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης των προβλητών νούμερο ένα και νούμερο δύο αυτού του μπλογκ-νούμερου.

Χρόνος διάρκειας της σύμβασης, τριάντα χρόνια τούρκικα και σαράντα κινέζικα, έναντι ληστρικού τιμήματος που υπερβαίνει την κεφαλαιοποίηση του ίδιου του μπλογκ και με ενέχυρο οκτώ (8) μετοχές Καρέλια.

Στο αναμεταξύ, με καθαρά δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία, επιβλέπω από καιρού εις καιρόν τους διαλόγους σας, και χαίρομαι για την παραγωγικότητά σας.

Όσοι έχετε αγόρια, θα σας προτείνω το επάγγελμα του μέλλοντος : Τεχνικός θυροτηλεφωνίας. Ναι, το καλύτερο επάγγελμα του κόσμου. Τέσσερα κατοστάρικα ντούκου, για δουλειά δέκα λεπτών μ’ ένα κατσαβίδι ή –για να μην τον αδικώ- ίσως και δύο κατσαβίδια συν μια πένσα (αντικατάσταση μετασχηματιστή στο κέντρο-κόστος μετασχηματιστή περί τα είκοσι ευρώ).

-Ποιοί υδραυλικοί και ποιοί ηλεκτρολόγοι, αστεία λέμε τώρα ? Τεχνικός θυροτηλεφωνίας, πάει και τελείωσε και the sky is the limit.

Εάν το καλοσκεφτείς και συνυπολογιζομένων των εργατωρών, ένας καρδιοχειρουργός παίρνει πολύ λιγότερα. Αυτά να τα βλέπετε εσείς, που μου στέλνετε τους κανακάρηδες στο εξωτερικό, να φάνε ένα διαμέρισμα ολάκερο, για να σπουδάσουν λέει –«διοίκηση επιχειρήσεων». Ναι, το μόνο που έλειπε από τις επιχειρήσεις οι διοικητές ήσαντε. Όλα τ’ άλλα τα έχουν.

Εάν τώρα δεν γουστάρετε χειρωνακτική εργασία για το σπλάχνο σας (και σιγά την χειρωνακτική δηλαδή, μ’ ένα τσαντάκι μέσης ήρθε ο τύπος, εγώ πιο πολύ λερώθηκα να μαζέψω τις βρωμιές που άφησε, κάτι κομμένα καλώδια και τέτοια, ο λίγδης), εναλλακτικά έχω κι άλλο επάγγελμα του μέλλοντος, : Μεσίτης βραχονησίδων. Ναι, μεσίτης βραχονησίδων, να δείχνει τα ακατοίκητα σε ενδιαφερομένους γερμανούς αγοραστές. Τρομερό επάγγελμα. Προσόντα μηδέν. Έξοδα λιγοστά. Ό,τι μεροκάματο θα ζητήσει δηλαδή ο διερμηνέας (σιγά τώρα να μην καθόμαστε να μαθαίνουμε και κακόηχες ξένες γλώσσες) κι άλλο ένα μεροκάματο για τον βαρκάρη με το καϊκι, να περάσει τους Ούννους απέναντι, στα βράχια.

Τους δείχνεις τα αξιοθέατα, τους τάζεις πως υπάρχουν και αρχαία στο υπέδαφος και πετρέλαιο εντός της αιγιαλίτιδας, τους υπόσχεσαι σύνδεση με ΔΕΗ-ΟΤΕ σε μία μέρα μέσα, τους πουλάς και το παραμύθι ότι δήθεν στην παραλία από κάτω σκάνε πού και πού με φουσκωτό για μπάνιο κάτι γδυμνές άπαιχτες (να παίρνουν και κάνα μάτι δηλαδή τα λιγούρια), και κλείνει η δουλειά. Βεβαίως, τους αποκρύπτεις ότι η συγκεκριμένη νήσος τυχαίνει να είναι και πεδίο βολής του ναυτικού και ότι θα τους χορτάσουνε οβίδα.
Τους ποτίζεις και τίποτα ζεστές μπύρες να βάλουν τη τζίφρα τους στο μεσιτόχαρτο κι αυτό είναι όλο. Γραμμή στην Κατερίνα Βουλγαράκη, για τα συμβόλαια.

Σας είχα πεί ότι η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες. –Ακόμη να με πιστέψετε ;

Άντε, τον βγάλαμε και τον Φλεβάρη. Τώρα πιά, καλή ψυχή από Μάρτη και βλέπουμε. Για τη γρίππη αψού-γείτσες λέω, που μας έλεγαν τον Γενάρη ότι τον Φλεβάρη –λέει- θα μας χτύπαγε χάμω σαν τα χταπόδια, εμάς ειδικά τους νέους ανθρώπους και θα μας έστελνε στον Άδη, να έχουμε για pet τον Κέρβερο και για γκόμενα την Περσεφόνη.

Πάει λοιπόν κι ο Φλεβάρης, «ο πιο επικίνδυνος μήνας». Ναι, αμέ, τον είδα τον πιο επικίνδυνο μήνα. Τρόμαξε ο μάτης μου.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά μάγκες, μπήκαμε και στην άνοιξη κι ο διαβολεμένος ο ιός της πούτσας –συγγνώμη κιόλας δηλαδή- κατάφερε να ξεκάνει, σχεδόν ένα χρόνο τώρα, όλους κι όλους 139 νοματαίους, εκ των οποίων οι 138 είχαν ήδη συμβόλαιο με το θάνατο και ο ένας συμβόλαιο με τη γκαντεμιά. Πεντακόσιους το χρόνο σκότωνε κάθε άλλη γρίππη, βρε ούτε εκατόν πενήντα δεν σκότωσε αυτή εδώ χάμω.

Άειντε, πάντα τέτοια. Και του χρόνου. Με το καλό, να μας ξανάρθει. Στην υγειά μας (βρε παιδιά).