Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Ο Μουαμάρ δεν γεννήθηκε Έλληνας

Και κλάμα οι κυρίες. Ότι, λέει, απεμπολήσαμε την εθνική μας ανεξαρτησία, ότι ξεπουληθήκαμε και τα λοιπά και τα λοιπά. Ερώτηση : -Ποιά «εθνική ανεξαρτησία» ; Ας μας πει κάποιος, πότε συνέβη έστω και μία ημέρα, κατά την οποίαν το νέο ελληνικό κράτος υπήρξε ανεξάρτητο. Έστω και μία ημέρα. Δεν υπάρχει τέτοια ημέρα. Η μέρα που δεν ξημέρωσε ποτέ. Το σωστό είναι "ξανα-απεμπολησαμε την εθνική μας ανεξαρτησία". Ξανά και ξανά και ξανά. Δια πολλοστή φορά. Όχι για πρώτη ούτε για τελευταία.

Η Ελλάδα, από της συστάσεώς της, είναι εξαρτημένη. Και επειδή δεν υπάρχει πρόγραμμα απεξάρτησης για κράτη δεκαοχτώ-άνω και τα τοιαύτα, θα συνεχίσει να εξαρτάται από την πρέζα των δανείων, στην οποίαν δυστυχώς έπεσε από γεννησιμιού της, όπως κάτι μωρά που τους έλαχε να έχουνε μάνα πρεζού.

Κατά τα λοιπά, όλα είναι θέμα συνήθειας. Δεν είναι δα και τόσα πολλά τα χρόνια που περάσανε από τότε που έβλεπες τον Πειραιά τίγκα στους αμερικάνους ναυτοδιόπους, να σουλατσάρουνε μεθυσμένοι Φίλωνος, Νοταρά Κολοκοτρώνη, από Χαριλάου Τρικούπη ίσαμε πέρα, Βασιλέως Γεωργίου και μερικοί ξέμπαρκοι πιο πέρα ακόμη. Με τα μαύρα το χειμώνα, τα λευκά το καλοκαίρι, ξεμπουκάραν τα ναυτάκια από τις λάντζτες και ξαμολιόσαντε στα πέριξ, για booze και γυναικεία «συντροφιά». Δηλαδή, για να γίνουνε ντίρλα, με τις πουτάνες παρέα.

Ο στόλος, U.S. Sixth Fleet, σταρζ εν’ στράϊπς, αραγμένος στ’ ανοιχτά, να μας προσέχει, εάν είμαστε καλά παιδιά κι όλ’ αυτά όλα θεωρούνταν απολύτως φυσιολογικά, σερβιρισμένα μάλιστα και με ολίγη φολκλόρ γαρνιτούρα, καμιά Μελίνα ας πούμε, που δεν τον έπαιρνε, λέει, ποτέ την Κυριακή, παρά μόνο όλες τις υπόλοιπες ημέρες της βδομάδας ή με τον άλλον, τον καθηγητάκο των αγγλικών, που κονόμαγε χαρτζιλίκι, για να μαθαίνει στα κορίτσια τί σημαίνει ο επιστημονικός όρος "cock sucking". –«Εθνική ανεξαρτησία» ; Με ξένες βάσεις, από Ελληνικό ίσαμε Σούδα ; Ασφαλώς αστειευόμαστε.

Αλλά και πιο μετά, εγώ το θυμάμαι δηλαδή, που ακούγαμε τον «αμερικάνο», που εξέπεμπε από το Kato Souli (στο Μαραθώνα είν’ αυτό, όχι στην Ήπειρο) και είχαμε το νου μας να μην τον χάσουμε, γιατί -εδώ που τα λέμε- ο αμερικάνος έβαζε κομματάρες, fm rock της εποχής εκείνης, αλλά και πιο παλιά κλασσικά, που τότε δεν τα άκουγες αλλού, καθώς έτσι και γύριζες σταθμό έπεφτες πάνω στο δελφίνι που καβάλα πάνω του γύρισε ο Καλατζής τον κόσμο, ίσαμε την απάνω γειτονίτσα, που πηδούσε δύο κορίτσα. Και αυτά, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Συνεπώς, ο αμερικάνος ήτανε ραδιοφωνική όασις, για να λέμε το αόμματου το δίκαιο. Ακούγαμε λοιπόν τα τραγουδάκια, αλλά δεν μπαίναμε στη διαδικασία να σκεφτούμε πως ο ντι-τζέϊ είναι ο Ανκλ-Σαμ αυτοπροσώπως, διότι έτσι είχαμε συνηθίσει. "Modus vivendi", έτσι δεν το λένε στα αρχαία κυνικά ;

Έπειτα, πιο πρόσφατα ακόμη, τέλη δεκαετίας ’80, που ήμουνα στην ορχήστρα, σε αμερικάνικο μπαρ της Γλυφάδας, το πιο γνωστό που υπήρχε στην περιοχή. Εικοσιδύο χρονώ νεανίας και καθάριζα τότε ίσαμε διακόσια χιλιάρικα το μήνα -μαύρα-, που ήτανε λεφτά, όχι αστεία. Ερχόντουσαν λοιπόν τα βλαχαδερά τ’ αμερικανάκια, ν’ ακούσουν –τί άλλο ;- αμερικανιές, να στρώσουνε κεφάλα, πριν ξαναγυρίσουνε -homesick και τύφλα- στη βάση τους. Τρία σετ, ίσαμε τριάντα και παραπάνω κομμάτια, που έπρεπε και ν’ ανανεώνονται, προς εμπλουτισμό ρεπερτορίου, ώστε να μην καταντήσουμε κι αηδία, όλο Φρή μπέρντ και Σουήτ χόουμ Αλαμπάμα, διότι το πολύ το σάουθ ροκ το βαριέται κι ο Κου Κλουξ Κλαν. Όπως βγαίνουνε οι δικοί μας οι φαντάροι έξω , εκεί στη Ρόδο, έτσι βγαίνανε κι αυτοί εδώ χάμω, το ίδιο πράγμα. "Όπως Αμερική", που έλεγε κι εκείνη η αράπω η ψηλή, σε μια διαφήμιση. Υβέτ τη λέγανε, μου φαίνεται.

Αυτά λοιπόν όλα ήτανε καθημερινά στιγμιότυπα από τη ζωή στο προτεκτοράτο. Φυσιολογικά πράγματα, κοινώς παραδεκτά, που λένε. Τώρα, μπορεί παράλληλα να ‘βλεπες πού και πού κάτι τσαλιμάκια, πχ ο γέρος ο Καραμανλής να μας τραβάει για λίγο όξω από το ΝΑΤΟ ή μετά τον Ανδρέα, αγκαλιές και μάτσα μούτσα με τον τραχωματικό τον Αραφάτ, αλλά επί της ουσίας αυτά ήτανε του κώλου μαγκιές και μάλιστα όχι τζάμπα, διότι εν συνεχεία ερχόταν ο συναφής λογαριασμός, παραφουσκωμένος. Βλέπεις, εμείς δεν είχαμε ποτέ κανέναν Κάστρο, ηγέτη χαλκέντερο, να σηκώσει κεφάλι ούτε κι ως λαός είμαστε κωλοπετσωμένοι, για ν’ αντέχουμε την πείνα. Προκειμένου ο Έλληνας να λιγδώσει τ’ αντεράκι του, στήνει μέχρι και κώλο, επειδή στο γονίδιό του έχει αποτυπωθεί ανεξίτηλα η μνήμη της κατοχικής πείνας.

Πριν από κάμποσα επεισόδια, είχα γράψει εδώ χάμω ότι θεωρώ τον Καντάφι έναν από τους πέντε μεγαλύτερους ηγέτες του αιώνα. Ο Μουαμάρ είναι εξαιρετική περίπτωση χαρισματικού αρχηγού. Πρόεδρος της Λιβύης εδώ και πενήντα χρόνια και Αυτοκράτωρ της Κωλοτούμπας από γεννησιμιού του. Με αυτά που έχει κάνει ο Καντάφι στη Δύση, είναι απορίας άξιον πώς υπάρχει ακόμη η Λιβύη στο χάρτη. Ο Σαντάμ ωχριούσε μπροστά του. Ο Μπιν Λάντεν απ’ αυτόν έμαθε ό,τι έμαθε. Δεν ξέρω, ίσως και να φοβούνταν την τρέλλα του. Διότι ο Καντάφι πούλαγε τρέλλα για δεκαετίες ολόκληρες, χωρίς να τον αγγίζει κανείς. Ώσπου μια μέρα, εδώ και δέκα χρόνια, το γύρισε ξαφνικά το παραμύθι και ξεκίνησε τις κολλεγιές με τους άπιστους. Κι από τότε άλλαξαν όλα και να ‘σου μαζεμένες οι εμπορικές συμφωνίες, να ΄σου τα συμβόλαια και οι μεγάλες δουλειές και να ‘σου η ανάπτυξη. Και το κυριώτερο : Οι Λίβυοι διατηρούν την εθνική τους υπερηφάνεια, διότι η μαγκιά τους έπιασε τόπο και και ήσαν οι ίδιοι, από μόνοι τους, που αποφάσισαν να γυρίσουν την πλάκα. Δεν τους εξανάγκασαν, δεν τους έσυραν σε συμβιβασμό και κανένας ξένος κερατάς δεν θα πάταγε ποτέ το πόδι του σε Λιβυκό έδαφος εάν οι ίδιοι δεν το επέτρεπαν. Κι αν το πάταγε, θα του το κόβαν από το γόνατο, με τον μπαλντά.

Oρίστε, φάτσα. -Πού να τα βάλεις μαζί του ; Και το πιο αστείο όλων είναι ότι τελικά ο αθεόφοβος ο Καντάφι είναι στ’ αλήθεια αμετανόητος, ένας γνήσιος φονταμενταλιστής, όχι παραμύθι : Σαν ήρωα τον υποδέχτηκε τον Αλ-Μεγκράχι, εκείνον τον μυστήριο που είχε ρίξει την πτήση της Pan-Am στη Σκωτία, διακόσιοι εβδομήντα νεκροί τότε. Παρά λοιπόν τη «διεθνή κατακραυγή» -σιγά τα ωά-, ο Μουαμάρ τους έγραψε όλους κανονικά και δεξιώθηκε τον βομβιστή με την κελεμπία του, στο τσαρδί του, να πιούν κρύο τσάϊ και να μιλήσουν για τον παλιό καλό καιρό, τότε που ρίχνανε χάμω τ’ αεροπλάνα των απίστων, εις το όνομα του Αλλάχ. Και όλη η Δύση σούζα και τσιμουδιά, διότι τώρα πια έχουν ανοίξει τεράστιες δουλειές στη Λιβύη και κατά βάθος πάντοτε φοβούνται μην τυχόν και σαλτάρει ο τρελλός και τους βάλει μπουρλότο, εν μία νυκτί. Ικανός είναι ή τουλάχιστον τους έχει αρκούντως πείσει περί τούτου.

Τελικά, όσο το σκέπτομαι, νομίζω ότι ο Καντάφι είναι κορυφή, πολύ ανώτερος του Φιντέλ και σχεδόν ισάξιος του Μάο, των αναλογιών τηρουμένων. Τους έπαιξε όπως ήθελε αυτός και τους πήρε ό,τι ήθελε, με τους δικούς του όρους. Μουαμάρ, γίγαντας. Πέστον γραφικό, πέστον παλαβό, αλλά η ιστορία θα τον έχει στο κεφάλαιο «Τεράστιοι Ηγέτες». Ξέρει μήπως κανείς, ποιός διάβολος κυβερνάει το Μαρόκο ; -Το Τούνεζι ; -Το Αλγέρι ; Μπα, κανείς. Ουδείς ασχολείται με αυτές τις χώρες. Ενώ η Λιβύη έχει άλλο ειδικό βάρος στον παγκόσμιο άτλαντα. Μάλιστα.

Εμείς πάλι, και γραφικούς συνταγματαρχαίους είχαμε, με κλάρες, rayban και παράσημα και βασιλιάδες εξαδάχτυλους είχαμε και γραβατωμένους πολιτικάντηδες είχαμε, αλλά ηγέτη αδίστακτο, με άντερα και μάτι τρελλού, ποτέ μας δεν είχαμε. Θα εξαιρούσα μελλοντικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που έχει όντως το μάτι του τρελλού, αλλά φοβάμαι ότι και αυτός στερείται των λοιπών προσόντων. Γι’ αυτό άλλωστε, ενώ γεωπολιτικά είμαστε μαγαζί-γωνία, πολύ ανώτερο πχ της Λιβύης, μας είχαν πάντα σε ειδικό καθεστώς υποτέλειας, από το Ναυαρίνο μέχρι και σήμερα, διαρκώς. Μιας και ο τόπος αυτός δεν φημίζεται για την ανάδειξη υπολογίσιμων ηγετών, η μόνη παράμετρος την οποίαν ανέκαθεν λάμβαναν υπ’ όψιν τους οι φίλοι τοκογλύφοι μας, ήταν η «ιδιάζουσα ιδιοσυγκρασία» του ελληνικού πληθυσμού, την οποίαν εξαντλητικά έχουν αναλύσει στις εκάστοτε απόρρητες εκθέσεις τους. Και της διακυμάνσεις της οποίας φροντίζουν να παρακολουθούν επισταμένως.

Ώστε να πιάσουν το timing, που λένε κι αυτοί. Στην Ελλάδα τα πάντα μπορούν να επιβληθούν, αρκεί να πιάσει κανείς το timing. Βεβαίως, ώσπου να το πιάσεις, υποβοηθείς και στην επέλευσή του. Άμα σε βάζουν να γράφεις κάθε μέρα στον μαυροπίνακα με το τεμπεσίρι εκατό φορές «Ήμουνα κακό παιδί-Κινδυνεύω να πτωχεύσω-Πρέπει να βάλω πλάτη για να σωθούμε», στο τέλος πιά περιμένεις πώς και πώς να ‘ρθει εκείνη η ρημάδα η μέρα που θα κληθείς επιτέλους να βάλεις πλάτη, διότι αυτό το μαρτύριο με τον μαυροπίνακα δεν αντέχεται άλλο, αδελφέ μου. Κι έτσι, τη μέρα που σου λένε «χραπ, πάει ο 14ος-χρουπ, πάει κι ο 13ος», εσύ είσαι πλέον ψυχολογικά έτοιμος από καιρό και δεν έχεις πιά το κουράγιο ν’ αντιδράσεις. Εάν όμως το ίδιο ακριβώς πράγμα στο έκαναν προ τριμήνου, πριν δηλαδή αρχίσει το μαρτύριο του μαυροπίνακα, τότε θα είχες χαλάσει τον κόσμο. Αυτό είναι το timing και αυτή είναι η διαμόρφωσή του, μέσω του μαυροπίνακα.

Όχι δηλαδή ότι δεν έχεις τα χάλια σου. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα. Το θέμα δεν είναι εάν έχεις τα χάλια σου, αλλά να πεισθείς ότι έχεις τα χάλια σου. Εάν έχεις πεισθεί ότι το πολιτικό σύστημα είναι εντελώς σάπιο, βλέπεις ξαφνικά τα τεθωρακισμένα στο Σύνταγμα και δεν βγάζεις κιχ. Ομοίως, εάν έχεις πεισθεί ότι είσαι συνυπαίτιος της τραγικής κατάστασης στην οποίαν περιήλθε η οικονομία, τσοντάρεις υπέρ ανορθώσεώς της και πέφτεις για ύπνο. Άντε, να πιείς προηγουμένως και κάνα φασκόμηλο, να χαλαρώσεις.

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Mάθε την ημερομηνία θανάτου σου

Μπαίνεις τώρα στο Scribd να διαβάσεις λίγο Tocqueville, «Περί του Ατομικισμού στις Δημοκρατικές Κοινωνίες», να ξεστραβωθείς και να ξελαμπικάρεις λίγο από τις παπαρόβομβες μεγατόνων που σε πλήττουν καθημερινά. Λοιπόν, να δείτε που ο Tocqueville, καθώς το "ευρωπαϊκό κοινωνικό υπόδειγμα" πνέει τα λοίσθια, θα γίνει σε λίγο της μόδας και να μου το θυμηθείτε. Μπαίνεις λοιπόν στο Scribd και να ‘σου στο πλάϊ φάτσα κάρτα διαφημίσεις Google. Η μία λέει «κατασκόπευσε με το κινητό σου». Βάζεις ένα κέρατο στο κινητό, δεν ξέρω τι διάολο, και βλέπεις το βρακί της αλληνής, εάν φοράει βέβαια. Εγώ θέλω να βγεί κανένα άλλο, που να μπορείς να κοιτάς μέσα στο πορτοφόλι του άλλου, για να ξέρεις από πριν με τί είδους μπαταχτσή συναλλάσσεσαι, πριν δηλαδή φας την πιστολιά. Και πέφτουν αδελφάκι μου κάτι πιστολιές αυτόν τον καιρό, άλλο πράγμα. Μας έχουνε λωλάνει στη δαγκανιά. Να δω πότε θ’ αρχίσω και ‘γω να δαγκάνω.

Μετά, έχει μια άλλη διαφήμιση παραδίπλα, που λέει «Γνώρισε Βραζιλιάνες». Ειδικά Βραζιλιάνες, όχι άλλης εθνικότητας. Γιατί ειδικά Βραζιλιάνες και όχι ας πούμε Χιλιάνες, δεν το ξέρω. Τέλος πάντων, δεν θέμε να γνωρίσουμε Βραζιλιάνες. Πιστεύω πως κατά βάθος ούτε κι αυτές θα θένε να μας γνωρίσουν, άμα τις ρωτήξεις. Πάμε παρακάτω. Άλλη διαφήμιση, η καλύτερη απ' όλες. Άκου εδώ πράγματα : «Μάθε την ημερομηνία θανάτου σου. –Πόσος καιρός σου έμεινε». Βρε ούστ στο διάολο από δω χάμω, που θα μου μετρήσεις και τις μέρες μου. Να πάτε λέω γω, να το κάνετε το τεστ στον Παπακωνσταντίνου, να μάθετε την ημερομηνία θανάτου της ελληνικής οικονομίας.

Αφήνω για λίγο τον Tocqueville και διαβάζω βαρυσήμαντο άρθρο της πασίγνωστης οικονομολόγου Rosalind Mathieson, στο Dow Jones Newswires, υπό τον τίτλο «Η νέα τάξη πραγμάτων αργεί, ΗΠΑ και δολάριο συνεχίζουν να κυριαρχούν». Να σημειώσω καταρχήν ότι δεν έχω ιδέα ποια είναι η Rosalind Mathieson. Τα λέει όμως ωραία, αν και όχι τόσο τσαχπίνικα όσο τα γράφαμε εδώ χάμω, στις 15 του Μάρτη, περί δολλαρίου δηλαδή :

«Ένα δολλάριο είναι ένα δολλάριο. Ένα ευρώ είναι ένα τίποτα. Γι’ αυτό, το δολλάριο θα είναι πάντα ο βασιλιάς. Αυτό που λέω εγώ, αυτό είναι το σωστό. Το δολλάριο είναι και θα είναι ο Βασιλιάς, όπως ακριβώς και ο Έλβις. Το αλάνθαστο κριτήριο της επίκυψης : Εάν δεις ένα δολλάριο στο δρόμο, θα σκύψεις να το μαζέψεις, αυτό είναι βέβαιον. -Εάν όμως δεις ένα ευρώ, θα σκύψεις ;»

Λοιπόν, τη πιάσαμε αισίως και τη Βενεζουέλα, πάνω στο νήμα, και όπως γίνεται αντιληπτό απ’ αυτό το σημείο και πάνω δεν υπάρχουν πλέον αντιστάσεις για τα επίπεδα του spread. Όπου θέλει πάει. Εντάξει, ένα αστείο είπαμε. Άντε να γράψει και το «8» μπροστά, παραπάνω δεν πάει. Ήδη γράφει το «7» και κάπου εδώ, σε λίγες μέρες, τελειώνει αυτό το έργο, αφού για τη συνέχεια υπάρχουν φρέσκα φρούτα για στύψιμο, ζουμερότατα, πορτογαλικά, ισπανικά και λοιπά εδώδιμα, που περιμένουν μοιρολατρικά τη δική τους σειρά. Δηλαδή, τελειώνουμε με το ελληνικό ορντέβρ και περνάμε απευθείας στο κυρίως δείπνο. Το μεγάλο πανηγύρι αρχίζει, όπου να ‘ναι.

Έτσι είναι. Όταν ξεκινάς πόλεμο, δεν αρχίζεις από τα δύσκολα. Δεν πας κατευθείαν να στηθείς απέναντι από τη γραμμή Μαζινό. Δοκιμάζεις πρώτα, ξεκινώντας με εύκολους στόχους. Πρώτα κάνεις ένα μικρό βήμα, να κόψεις αντίδραση. Πράγα, ας πούμε. Εντάξει όλα καλά, πάμε παρακάτω. Πάει κι Αλβανία. Όλα καλά, πάμε παρακάτω. Τώρα, το κρίσιμο τεστ λέγεται «Πολωνία». Σε αναμμένα κάρβουνα οι Πολωνοί. Διαβεβαιώνει ο Ρίμπεντροπ ότι η Γερμανία δεν προτίθεται να εισβάλει. Πολύ ανακουφιστικό. Καθησυχάζει και ο Τσάμπερλαιν, «μη σας νοιάζει, εμείς είμαστε εδώ». Ε, τώρα είναι που ηρεμήσαμε για τα καλά. Γνωστά όλ’ αυτά, όπως και η συνέχεια. Οι διαβεβαιώσεις περί δήθεν σεβασμού της εθνικής ανεξαρτησίας, οι κάλπικες υποσχέσεις περί στήριξης και αλληλεγγύης, η μοιρασιά ενός έθνους ανάμεσα στα κοράκια και τελικά η υποδούλωση. Η προδοσία. Η σφαγή. Κι έπειτα, ανοιχτός ο δρόμος για τη μετωπική σύγκρουση και ποιός ασχολείται πλέον με τη μικρή Πολωνία ;

Κάτι μου θυμίζει αυτό το έργο, σύντροφοι της Αλληλεγγύης.

Στα καθ’ ημάς, αυτά είναι δυστυχώς τα αποτελέσματα των κεϋνσιανών μοντέλων διαχείρισης που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις μας, από τη μεταπολίτευση και κατόπιν. Κάποιος ξύπνιος έτυχε κάποτε να διαβάσει το γνωστό απόφθεγμα του Τζων Μέϋναρντ, περί χρέους, αυτό δηλαδή που έλεγε ότι εάν χρωστάς στον τραπεζίτη 1000 λίρες, τότε είσαι στο έλεός του, εάν όμως του χρωστάς 1.000.000 λίρες τότε η κατάσταση έχει αντιστραφεί. Και τότε σκέπτεται–ο ξύπνιος- «πολύ σωστά τα λέει ο Κέϋνς, εάν είναι να χρωστάμε, τότε να χρωστάμε πολλά, ώστε να αντιστρέψουμε την κατάσταση».

Και πάνω σ’ αυτήν την πεπατημένη, γινήκανε όλοι κεϋνσιανοί, δηλαδή λαρτζ στα χρέη, ώστε να έχουμε μια ζωή τους πιστωτές στο έλεός μας. Που αυτό ακριβώς συνέβη, εάν το καλοσκεφτεί κανείς. –Ασχολούνται ή δεν ασχολούνται όλοι μαζί μας ; -Ασχολούνται. –Ρίχνουμε ή δεν ρίχνουμε τις παγκόσμιες αγορές ; -Τις ρίχνουμε και τις παραρίχνουμε, ποιός τη χάρη μας. –Υπονομεύουμε ή όχι το ευρώ ; -Το υπονομεύουμε, αμέ. Το λάκκο του σκάβουμε.

«-Γιατί μουγκανίζεις μωρέ, ποιός σε τύφλωσε ;», ρωτήσαν οι άλλοι Κυκλώποι τον Πολύφημο. «-Ο Κανένας με στράβωσε παναθεμά τον, ο Κανένας», αποκρίθηκε το τέρας. Ε, αφού δεν σε τύφλωσε κανένας, τότε τί σκούζεις κι εσύ, καημένε ;

Έτσι κι εμάς, μας υποβάθμισαν λέει σε “junk”, ποιοί αλήθεια ; -Οι junkies κοκάκηδες χαρτογιακάδες της ΜcGraw-Hill.

Τα ‘χει κακαρώσει πιά κι εκείνος ο σαλεμένος αληταράς ο Burroughs, να τους έγραφε κάνα ζόρικο λίβελο.

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Oύγκο στάσου, έχουμε μύγδαλα

Ορίστε μας. Να που γινήκαμε και μέτρο σύγκρισης στην παγκόσμια οικονομία. Τώρα, λέει, το ΔΝΤ, που έχει αγριέψει τελευταία, προειδοποιεί την Ιαπωνία για πιθανή έκρηξη του δημόσιου χρέους της, που φτάνει το 200% του ΑΕΠ.

«Μολονότι τα προβλήματα στην Ιαπωνία δεν θα πρέπει να εξισώνονται με εκείνα της δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα, η αστάθεια του προϋπολογισμού της τείνει να αυξάνεται σε πραγματικά υψηλά επίπεδα», τόνισε ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Ναογιούκι Σινοχάρα, σε συνέντευξή του στο πρακτορείο Κιόντο.

Βρε τον Αρτέμη, τον Σινοχάρα, σαν δεν ντρέπεται, Ιάπων άνθρωπος, να καρφώνει τη χώρα του στο ΔΝΤ, ο προσκυνημένος. Τουλάχιστον οι δικοί μας είχαν μια μπέσα. Κανείς δεν κάρφωνε τον προηγούμενο, αντιθέτως τον ευχαριστούσε από μέσα του, που του παρέδωσε στρωμένο το βασίλειο της ρεμούλας. Δημιουργική λογιστική το λένε και πολλοί τώρα την κατηγορούν αυτήν την πρακτική, ότι τα στατιστικά μας στοιχεία ήσαντε μαϊμουδεμένα.

Εγώ αυτό το θεωρώ τέχνη, υπέρτατη. Εδώ, σου λέει, κοτζάμ Γκογκέν και μας είχε λυσσάξει στο παραμύθι. Οι μελετητές, λέει, συμφωνούν ότι η Ταϊτή που παρουσιάζει στα έργα του δεν υπήρξε ποτέ. Ήταν μόνο ένα τέχνασμα για να προωθήσει τα έργα του. Όπως ακριβώς και η Ελλάδα που παρουσίαζαν τα δικά μας τα παιδιά, ομοίως δεν υπήρξε ποτέ. Ήταν μόνο ένα τέχνασμα, για να μας προωθήσουν. Και μας προώθησαν, μιά χαρά.

Για να το κάνουμε σαφές, τα εξωτικά ημίγυμνα κορίτσια του Γκογκέν κι όλ’ αυτά τα μυστήρια, όλα μούφα ήτανε, για να ξεπουλάει. Όταν πήγε στην Αϊτή, απογοητεύτηκε, ο ερωτύλος, που αντί για γδυμνές, βρήκε κάτι μυστήριες θεούσες, μουστακαλούδες, του τύπου αυτηνής της χτυπημένης, της Λουκά, που βρίζει τον Πανούση, ντυμένες ίσαμε το λαιμό, που πήγαιναν κάθε μέρα στην εκκλησία. Άσε πιά κάθε πότε θα πλένονταν. Άλλα έβλεπε, άλλα ζωγράφιζε ο Γκογκέν. Το ίδιο κι οι δικοί μας. Αυτοί πιά κι αν ζωγράφιζαν. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Γκογκέν από το να καταλάβει τη θέση του στο πάνθεον της τέχνης. -Γιατί δηλαδή να εμποδίσει τους δικούς μας, τους καλλιτέχνες και δημιουργούς ;

Λέγαμε λοιπόν για τον σχιστομάτη, ότι δήλωσε πως η Ιαπωνία έχει τα χάλια της, αλλά –όπως και να το κάνουμε- όχι τόσα χάλια όσα η Ελλάδα. Αυτό είναι πλέον το μέτρο, η Ελλάδα. Να δεις που θα μας βάλουνε και στο Διεθνές Γραφείο Μέτρων και Σταθμών, δίπλα σε χάρακες και δράμια. Εδώ είναι ένα μέτρο, ίσον εκατό πόντοι, ορίστε κι ένα κιλό, ίσον χίλια γραμμάρια, κι από δω η Ελλαδίτσα, ίσον χίλια βάσανα και μύρια όσα.

Έβλεπα παλιά το σπρεντ της Βενεζουέλας, ίσαμε οχτακόσες μονάδες, τότε που το δικό μας ήτανε ακόμη καμμιά διακοσαριά και το θεωρούσαμε και πολύ. Κι έλεγα από μέσα μου «ώρε μανούλα μου, οχτακόσες μονάδες, μαύρο φίδι που τον έφαγε τον Τσάβες». Ε, πέρασε ο καιρός και τώρα βλέπω ότι κοντοζυγώνουμε. Τρελλο-Ούγκο μην τρέχεις, περίμενέ μας, σου ερχόμαστε. Τσάβες στάσου, έχουμε μύγδαλα.

Πήρα χτες το μεσημέρι τηλέφωνο στον Kosmos, τον ραδιοφωνικό σταθμό, να διαμαρτυρηθώ. Με τα πολλά, το σήκωσε μια κοιμισμένη, «δώσε μου τον υπεύθυνο ροής προγράμματος», της λέω. Δεν μου τον έδινε, «να μου πείτε εμένα», λέει, «και θα το μεταβιβάσω». Θα το διαβιβάσεις, εννοείς, της λέω. Λοιπόν, άκου κορίτσι όμορφο, από το πρωϊ σήμερα μας έχετε ταράξει στις γαλλικές παπαριές. Πολύ μέλι αδελφάκι μου, κολλήσαμε. Θ’ ανεβάσουμε ζάχαρο στο τέλος. Βγάλτε αυτούς τους σαχλαμάρες και βάλτε κάνα κομμάτι της προκοπής. Ούτε ιταλικές μπούρδες. Κάνα αργεντίνικο να βάλετε. Έτσι να του πεις του υπεύθυνου. Παραγγελιά πέστου. Ειδάλλως θα γυρίσω σταθμό. Φαίνεται ότι εισακούσθηκε η έκκλησή μου, διότι έπειτα από αρκετές ακόμη γαλλικές αηδίες, το γυρίσανε σερί στα αργεντίνικα και φχαριστήθηκε τ’ αυτάκι μας μπαντονεόν και τάνγκο. Άειντε μπράβο. Αυτό σημαίνει πώς κάτι αλλάζει στο δημόσιο τομέα και επιτέλους ακούγεται η φωνή του πολίτη Κέην.

Την ώρα ακριβώς που εγώ παραπονιόμουν για τις επιλογές του Kosmos, τα μέλη της Παγκόσμιας Τράπεζας συμφώνησαν να πάνε σε αύξηση κεφαλαίου κατά πέντε τόσα δις δολλάρια, ψίχουλα δηλαδή. Έτσι μπράβο. Κόφτε χρήμα, κόφτε άφοβα. Αναρωτιέμαι εάν υπήρχε τρόπος να μπούμε κι εμείς σ’ αυτή την αύξηση ή να πάρουμε τίποτα ψιλά από τ' αδιάθετα. Τέτοια διαβάζω και απογοητεύομαι. Εμείς χρωστάμε δέκα φορές την αύξηση της Παγκόσμιας Τράπεζας και λίγα λέω. Τσάβες στάσου, έχουμε μύγδαλα.

Εν τω μεταξύ, διαβάζω τώρα ότι ο Κάπιταλ προσφέρεται να στήσει τζάμπα σούπερ σάϊτ της Βουλής, αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Εγώ λέω, αφού έχετε την καλή διάθεση, δεν μου στήνετε εμένα, που έχω κι αναγνωσιμότητα πιο μεγάλη από της Βουλής, ένα σάϊτ, αξίας όχι αδελφέ εκατομμυρίων, αλλά μόλις μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και μου δίνετε και τη διαφορά στο χέρι, σε μετρητό, να κάνω το κουμάντο μου, όπως νομίζω ; -Ε ; -Πώς το βλέπετε ;

Παράλληλα, με αποκαλυπτικό-άρθρο φωτιά, ο Αρχισυντάκτης μου ξεβρακώνει τον «Οργανισμό Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού», που έχει λέει μισθοδοσία διακόσια χιλιάρικα το μήνα. Έτσι είναι κύριε ρεπόρτερ, ο Πολιτισμός θέλει έξοδα. Μην κοιτάς εμείς εδώ, που τον προάγουμε κάθε μέρα αφιλοκερδώς. Αλλά κάτσε να βρω χορηγό και να δεις εσύ μεγαλεία. Μέχρι και δική σου καρέκλα θα έχεις. Και σταχτοδοχείο, επίσης.

Και τέλος, μαθαίνω ότι μας σπρώχνουν, λέει, σε τρίτο γύρο εμφυλίου. Μωρέ κάτι ήξερα εγώ που βάσταγα το όπλο παρά πόδα. Μέχρι που μούδιασε ο πόδας μου, αλλά τώρα θα ξεπιαστούμε, καταπως φαίνεται. Μόνο μία παράκληση : -Όταν τελειώσει κι ο τρίτος γύρος, μη διανοηθεί πάλι κανένας ξύπνιος να υπογράψουμε την ιστορική συμφωνία σε κυριλέ προάστιο, Βάρκιζες, Βουλιαγμένες, Καβούρια και τέτοια. Ούτε βέβαια και προς τα βόρεια, για όνομα της Παναγίας. Κάπου προς το κέντρο να το κάνουμε, να μας βολεύει όλους, αδελφέ μου.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

To Royal Mint είναι μόνο για το μεροκάματο

H παραδίπλα μουτσούνα, ονόματι Paul Hutton, ετών σαράντα –αλλά μυαλό δεν έβαλε-, πατήρ τεσσάρων λέμε παιδιών, έγινε πρόσφατα διάσημος εκεί πάνω, εις την Ανγκλετέρα δηλαδή, όπου ο κόσμος είναι θολωμένος από την πολλή τη μπύρα και κάνει ό,τι παλαβομάρα του κατέβει στην κεφάλα. Μερικές φορές έχουν μεγάλη πλάκα, τους παραδέχομαι τους Εγγλέζους, είναι αυθεντικοί καραγκιόζηδες. Αυτόν λοιπόν τον τύπο, νομίζω προχτές, ενώ οδηγούσε όμορφα και ωραία, τον σταματάει η τροχαία του Essex, για να του κάνει αλκοτέστ. Κάνει έτσι να φυσήξει ο Paul και εκρήγνυται το αλκοολόμετρο από τις αναθυμιάσεις της ανάσας του.

Τονε μπουζουριάζουνε λοιπόν, τονε πάνε στο αυτόφωρο και του ρίχνουν τρία χρόνια αφαίρεση διπλώματος συν ογδόντα πέντε λίρες πρόστιμο, συν κι άλλο πρόστιμο από πάνω, επειδή έσπασε το αλκοολόμετρο, διότι εκεί δεν αστειεύονται με τους μπεκρήδες σωφέρ, όπως δηλαδή εμείς εδώ, που πριν βγούμε στο δρόμο κάνουμε σαρανταεπτά μετάνοιες, μην πέσει πάνω μας κάνας σουρωμένος και μας κάνει χαλκομανία.
Τέλος πάντων, μένει ο Paul χωρίς αμάξι, γυρνάει σπίτι την άλλη μέρα, χάλια, αξούριστος, σαν μπαγιάτικη ρέγκα, τον βλέπει η γυναίκα του, «πού γύρναγες βρε ρεμάλι;» του λέει, άσε μας καημένη, να χαρείς, λέει αυτός, είμαι κομμάτια τώρα, τα λέμε από βδομάδα. Και πάει μέσα ο αναίσθητος και ξαπλάρει, σαν το βόϊδι.

Έλα όμως που σε λίγο τον ξυπνάνε τα γοερά κλάματα της κόρης του Laina, ετών δώδεκα, η οποία έσκουζε διότι δεν έβρισκε το ροζ αμαξάκι της Barbie, χριστουγεννιάτικο δώρο από τον Αη-Βασίλη, τον Santa, που λένε κι οι ρεντνεκς. Βρε πού είναι το αμαξάκι, βρε πού είναι το αμαξάκι, ψάχνει από δω η μάνα της, ψάχνει από κεί, πουθενά το αμαξάκι. Εν τω μεταξύ, ο μουλωχτός ο Paul που είχε σηκωθεί από το κρεβάτι, έπινε σιωπηλός την πρωϊνή μπύρα του σε μια άκρη, δίχως να βγάζει τσιμουδιά. Οι άλλοι να ψάχνουν για το αμαξάκι, αυτός τίποτα.

Ώσπου, εκεί που έχουν κάνει όλο το σπίτι άνω-κάτω, να ΄σου στην τηλεόραση οι ειδήσεις, να ‘σου κι ο Paul πρώτη μούρη, να τον δείχνουνε στα breaking news, χειροπόδαρα δεμένο, να τον οδηγάνε στο αυτόφωρο. Λέει λοιπόν η εκφωνήτρια ότι ο “Paul Hutton, 40, was pulled over by police as he drove an electric Barbie car, which moves slower than a mobility scooter, near his home in Essex”. Iδού λοιπόν, ελύθη το μυστήριο με το αμαξάκι της Barbie. Το είχε η τροχαία και άντε πάρτο πίσω, μικρή ανόητη Laina. Ε, μετά απ’ αυτό, τον περιέλαβε η μέγαιρα η γυναίκα του τον Paul και τον έκανε μαύρο στην παντοφλιά, χώρια που του άδειασε όλες τις παγωμένες Newcastle στο νεροχύτη, αμαρτία οι μπυρίτσες. Όμως, όπως λέγανε και οι μεγάλοι Πάϊθονς στη «Ζωή του Μπράϊαν», πρέπει πάντα να κοιτάς τη φωτεινή πλευρά της ζωής, που στην περίπτωση του Paul ήταν η διασημότητα που κέρδισε.

Έτσι είναι, μάγκες. Ο κόσμος ψοφάει για το πρωτότυπο. Διότι, μεθυσμένοι οδηγοί υπάρχουν εκατομμύρια, αλλά μεθύστακας να σωφάρει ηλεκτρικό ροζ αμαξάκι της Barbie, με τρία μίλια την ώρα, μες στους δρόμους της πόλης, ε, αυτό δεν το βλέπεις και κάθε μέρα. Ο Paul λοιπόν, που ήταν μηχανικός αεροσκαφών παλιά, στη RAF (ώρε μάνα μου, οι δόλιοι οι Βρετανοί πιλότοι, άγιο είχαν), τώρα σπουδάζει λέει ηλεκτρολόγος. Όχι ηλεκτρολόγος κυματικός αναλυτής, αλλά κανονικός ηλεκτρολόγος, ηλεκτρολόγος-μηχανικός, που λένε.

Και τώρα που είπα «κυματικός αναλυτής», ακούστε τί μου σφυρίξανε : Ότι εκείνος εκεί ο αναλυτής, αυτός με το χαμόγελο μωρέ, ο γνωστός, ο κασκετάκιας που λέμε, είναι λέει ο Τσάκας. Άκου να δεις, φίλε μου. Ο Τσάκας από το Mπιγκ Μπράδερ είναι, τουλάχιστον έτσι μου είπανε. Ούτε που θα το φανταζόμουν. Ο οποίος Τσάκας λέει, αφού κέρδισε τότε δεν ξέρω κι εγώ πόσα εκατομμύρια, καμμιά σαραντάρα καθαρά μου φαίνεται, πήγε μετά και τα έχασε όλα στα παράγωγα, παίζοντας πτωτικά την αγορά από το 2003 μέχρι το 2007, απνευστί. Κι ότι μετά απ’ αυτό το κάζο, ζήτησε να τον πάρουν σε κάνα άλλο ριάλιτυ, να ρεφάρει. Σε κάνα παιχνίδι με τροπικά νησιά και τέτοια ή ένα άλλο με μπάκουρους αγρότες ή ακόμη κι εκείνο με τους χοντρούς που θένε να αδυνατίσουνε, αλλά τον απέρριψαν από παντού, διότι λέει –αν και είχε στο μεταξύ αποκτήσει τα προσόντα για το παιχνίδι με τους χοντρούς, τρώγοντας πίτσες σαν το χτήνος- είχε κερδίσει παλιά σε άλλο παιχνίδι και δεν γινόταν να ξαναπαίξει. Αδικία. Ο Τσάκας λοιπόν. Ώστε έτσι εξηγούνται όλα. Έτσι εξηγείται και το κασκετάκι. Εμ, κοτζάμ φίρμα είναι ο άνθρωπος, να μην έχει πάρει ψηλά τον αμανέ ; Εγώ βλέπω ότι τελικά ανάμεσά μας γράφουν αρκετές διασημότητες, τύποι που ούτε φανταζόμαστε ποιοί είναι στ’ αλήθεια. Από πρώην τηλεπερσόννες μέχρι και πρώην υπουργοί. Αυτό που σας λέω εγώ και να το θυμάστε. Μεγάλες προσωπικότητες. Ίσως μάλιστα αυτός ο Τσάκας να έχει φέρει στα μπλογκς και το κολλητάρι του, εκείνον τον Πρόδρομο, εάν θυμάστε. Άλλη μορφή εκείνος. Ελλιοτικός μας βγήκε κι ο Πρόδρομος, πάει, χάλασε κι αυτός.

Τέλος πάντων, λέγαμε περί Paul, ότι αυτό το αμαξάκι της κόρης του το είχε κωλοφτιάξει, με μεγαλύτερες ρόδες και άλλες μοντιφιές και τη μέρα που τον έκαναν τσακωτό είχε βγει για δοκιμαστική βόλτα, έτσι ισχυρίζεται. Για τα μπυρόνια που είχε κατεβάσει πριν τη διεξαγωγή της δοκιμαστικής βόλτας δεν έδωσε κάποια εξήγηση, αλλά φαντάζομαι ότι θ’ αποτελούσαν μια ρεαλιστική πινελιά, κατά την προσπάθεια εξομοίωσης του test με πραγματικές οδικές και οδηγικές συνθήκες.

Επάγγελμα με μέλλον στην Αγγλία, είναι τυπογράφος στην Μπανκ οφ Ήνγκλαντ. Αυτή είναι δουλειά, μάλιστα. Τρείς χιλιάδες τετρακόσιες εικοσιδύο λίρες και κάτι σελίνια, καθαρά στο χέρι, συν άλλες τέσσερις τόσες χιλιάδες από υπερωρίες. Δηλαδή κοντά εφτάμισυ χιλιάδες πάουντς σταθερό εισόδημα και λέμε σταθερό καθότι οι μηχανές εκεί πάνω δεν σταματούν να κόβουν χρήμα, παρά μόνον όταν αρχίσουν να βγάζουν καπνούς από το πλάϊ, δηλαδή πολύ σπάνια, αφού τις έχουν εφοδιάσει με ψυγεία από νταλίκες Σκάνια, που δεν ανάβουν ποτέ. Προχωρημένα πράγματα, όχι αστεία.

Από την άλλη, χειριστής μηχανής στο νομισματοκοπείο, να κόβεις κέρματα, στο Ρόγιαλ Μιντ της Χερ Μάτζεστυ δη Κουϊν, δεν λέει και πολλά πράγματα ως επάγγελμα. Μεροδούλι-μεροφάϊ, καθότι ο όγκος της δουλειάς πέφτει όλος στο χαρτονόμισμα, στα χοντρά λεφτά δηλαδή. Εκεί είναι οι κονόμες, εκεί είναι οι υπερωρίες. Μεγάλη δουλειά να είσαι τυπογράφος στην Μπανκ οφ Ήνγκλαντ. Ισοδύναμο του να είσαι λιμενεργάτης στον ΟΛΠ, για να μην πω και καλύτερο ακόμη, με τη μόνη διαφορά ότι στην Τράπεζα σου φεύγει ο κώλος στην εκτύπωση, χώρια οι μελάνες που εισπνέεις, ενώ στον ΟΛΠ το χειρότερο που έχεις να πάθεις είναι καμιά ηλίαση το καλοκαίρι, από το πολύ ψάρεμα με πετονιά, στην προβλήτα-ένα. Έχει δε κάτι κέφαλους στην προβλήτα-ένα, άλλο πράγμα. Θεριά σκέτα. Οι γνώστες λένε μάλιστα ότι οι κέφαλοι της προβλήτας-ένα είναι ανώτεροι από τους κέφαλους της προβλήτας-δύο, για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Οι κέφαλοι της προβλήτας-ένα τρώγονται κιόλας, άμα πεινάς πολύ, αλλά κατά βάση είναι για να περνάει η ώρα μωρέ, να πάει μία να φεύγουμε. Βρωμόψαρα, όπως άλλωστε κι αυτοί της προβλήτας-δύο. Ειδικά αυτοί της προβλήτας-δύο.

Λοιπόν, αυτοί εκεί πάνω αντί να δολώνουν πετονιές και να ψαρεύουν κέφαλους, κόβουν, κόβουν, τυπώνουν, τυπώνουν και δεν ξέρω πού θα πάει αυτή η δουλειά. Δηλαδή, φαντάζομαι πού θα πάει. Το κουϊζ του Μορφονιού, όποιος θυμάται.

Μεγάλη τρέλα τα παιδιά, στην Αγγλία. Ό,τι τους λείπει το τυπώνουν, ό,τι τους γυαλίσει το σουφρώνουν. Καλά, εδώ δεν μιλάμε για αρχαιότητες, σ’ αυτές έχουν ειδικότητα, παραδοσιακά. Τώρα άρχισαν να κλέβουν και τραγούδια. Άκου λόξα : -Η Lily Marleen λέει, εκείνο το γερμαναράδικο το άσμα, είναι λέει δικό τους, πολεμικό λάφυρο από τον Β΄ ΠΠ. Aλήθεια. Σώπα. Και μετά λέμε για τον καψερό τον Paul Hutton, επίδοξο παγκόσμιο πρωταθλητή στους αγώνες ταχύτητος με παιδικά αμαξάκια μπαταρίας.


Και επί του πιεστηρίου, ένα σχολιάκι : Έλεγα λοιπόν τις προάλλες –ποιές προάλλες δηλαδή, πριν λίγες μόλις ημέρες- για τα λομπάκια παλαιάς τεχνολογίας, γνωστά σε όλους και ως λόμπυ-γκαζοζέν. Χωρίς λεφτά και σε bear market μέσα, το μόνο που θα πάρεις είναι ξύλο και πάλι ξύλο. Ματσούκι αλύπητο. –Τι άλλο να περιμένεις, δηλαδή ; Ας φανταστούμε την αγορά σαν ένα μεγάλο ποτάμι. Ποτάμι είναι, έχει μια άλφα ροή, όπως και να το κάνεις. Είσαι τώρα εσύ το λόμπι και θες να πας κόντρα στο ποτάμι. Δύσκολο λες, αλλά θα το κάνω, διότι ας πούμε την έχω δει υπεράνθρωπος. Ωραία. Καβαλάς λοιπόν ένα κανόε-καγιάκ και αρχίζεις το κουπί, κόντρα στο ρεύμα. Εν τω μεταξύ, το ποτάμι κατεβάζει από πάνω ό,τι μπορείς να φανταστείς, κορμούς δέντρων, κλαδιά, σκουπίδια, ψόφια ζώα, ό,τι θες. Ο,τιδήποτε βρίσκεται μέσα στο ποτάμι, πάει προς τα κάτω, κατά θάλασσα μεριά. Εκτός από σένα. Εσύ το χαβά σου, κόντρα στο ρεύμα. Σε κοιτάνε και μερικοί από την όχθη και λένε «ωραίος αυτός ο μάγκας, κοίτα πώς το πάει το πλεούμενο». Παίρνεις θάρρος εσύ κι ανεβαίνεις κι άλλο το ποτάμι. Κι άλλο. Όσο ανεβαίνεις όμως, τόσο ξοδεύεις δυνάμεις. Ενώ το ποτάμι δεν κουράζεται ποτέ, σωστά ; Σε σπρώχνει πίσω, οπότε εσύ ξανά κουπί και δώστου κουπί, ώσπου σε λίγο αρχίζει η κόπωση. Ωστόσο αντέχεις ακόμη. -Ως πότε όμως ; Κι αν φουσκώσει το ποτάμι, τί θα γίνει ; Και να σου και φουσκώνει και γίνεται πιο ορμητικό. Και στο τέλος, ασυγκράτητο. Εδώ ξερίζωσε κοτζάμ δέντρα εκατοντάδων ετών, θηρία ολόκληρα, εδώ ξεθεμέλιωσε βράχους ασήκωτους και τα παρασέρνει όλα προς τη θάλασσα και μου ήθελες εσύ βρε καψερέ Καραμήτρο, με το κανόε-καγιάκ να πας κόντρα ; Δεν γίνεται. Το ποτάμι δεν νικιέται. Η αγορά δεν νικιέται. Στο τέλος, μοιραία θα σε παρασύρει, θα σε γυρίσει σβούρα, θα σε τουμπάρει κιόλας, με το κεφάλι στο νερό, να κοιτάνε τα ποδάρια σου τον ουρανό, ώσπου να σε πνίξει και να σε ψάχνουνε μετά να σε βρούνε, ρίχοντας κανονιές, μπας και βγεί το κουφάρι σου στην επιφάνεια, πριν σε κάνουνε μικρογεύμα-Γρηγόρης οι κορκοδείλοι, που λενε μερικοί.

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Λόμπυ για απόσυρση

Ορίστε μας τώρα. Έγινε φίρμα και ο Playboy και μας κάνει κόνξες, ότι και καλά η πληθωρικότητά του δεν αφήνει τους άλλους γκουρούδες να εκφραστούν ελεύθερα και γι αυτό κάνει πίσω, ν’ αφήσει λέει το πεδίο ελεύθερο στους μικρούς. -Τί μας λες μωρέ παιδί ; -Μήπως την είδαμε κάπως ; -Μήπως πήραμε ψηλά τον αμανέ ; -Ποιός ; Ο ζουμπάς ο Playboy, που εάν δεν ήταν το Κλέφτικο να τον αναδείξει ως πηγαίο ταλέντο, δεν θα τον ήξεραν ούτε στο blog εκεινού του περίεργου του ακαταλαβίστα, που το διαβάζουν πέντε νοματαίοι, εκ των οποίων οι τέσσερις είναι ο ίδιος. Κι ανάθεμα εάν ο καθένας από τους τέσσερις χαρακτήρες του καταλαβαίνει τί διάολο εννοούν οι άλλοι τρείς. Φοβερά πράματα. Έχετε πλάκα μερικοί, σας παραδέχομαι.

Έλεγα λοιπόν τις προάλλες, πώς η Μαρκέτα η άτιμη βαράει άσχημα και πως εκεί που νομίζεις ότι έπιασες την καλή, τρως μια ξεγυρισμένη κι έρχεσαι στα ίσα σου. Ή το αντίστροφο, ακριβώς πάνω που λες «τώρα θα πέσει να ψωνίσουμε», μένεις και πάλι με την όρεξη. Έλεγα ακόμη ότι το έργο δεν τελειώνει έτσι, με το παλικάρι ν’ ανεβάζει στη σέλα του αλόγου την πολύπαθη κορασίδα και να την διασώζει από τους ληστές. Ότι, στην ουσία, το έργο δεν τελειώνει ποτέ. Αυτά έλεγα και μόλις τα είπα, δώστου μία γερή κάτω και κομμένα τα πανηγύρια των βιαστικών και μετά, την άλλη μέρα, άντε πάλι πάνω και την παράλλη, μία κάτω και μια πάνω, σιμουλτανέ, να καταπίνουνε οι τρεηντεράδες τις δραμαμίνες με τις χούφτες, από την πολλή τραμπάλα. Όπως παίζει ο Κασπάροφ σαράντα πιτσιρικάδες ταυτοχρόνως, σε διαφορετικά τραπέζια και τους ξαπατώνει όλους μαζί, ώστε να βάλουνε μυαλό, να μην τα βάζουν άλλη φορά με διάνοιες, έτσι και τα μεγάλα κανόνια του ΧΑΑ διαλύουν τον κάθε πιτσιρικά που την είδε μέγας trader και νομίζει ότι μπορεί να παίξει στα ίσα με τα θηρία, με όπλο τα χαρακάκια και τις πλαστελίνες του.

Σαν κουκλάκια τους παίζουν, μαριονέτες κανονικές κι αυτά τα ζωντόβολα ακόμη να πάρουν χαμπάρι πώς τους μασάνε τα λεφτά. Που σιγά τα λεφτά δηλαδή, αλλά δεν έχει σημασία. Το θέμα δεν είναι τα λεφτά. Το μήνυμα είναι κάτσε στην άκρη μικρέ, διότι εδώ κόβουν κώλους. Σφαγείο σκέτο. Αλλά οι πιο αστείοι όλων, είναι αυτά τα λομπάκια της συμφοράς, παλαιάς τεχνολογίας τα λέω εγώ, που νομίζουν τα καψερά ότι βρισκόμαστε ακόμη στο καλοκαίρι του ’99 και ότι μέσα στην αγορά έχει πεντακόσες χιλιάδες αργόμισθοι δημοσίοι υπαλλήλοι, συν εξακόσιες χιλιάδες συνταξιούχους, συν εκατό χιλιάδες χαρωπές νοικοκυρούλες, γεννημένα κορόϊδα δηλαδή, να τους τα μασήσουν για πλάκα. Ακόμη να ξυπνήσουν. Αυτοί νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν τα ίδια παιχνιδάκια και σήμερα και να μην τους παίρνουν χαμπάρι. Ακόμη να καταλάβουν ότι στη θέση του συνταξιούχου βρίσκονται σήμερα αυτοί οι ίδιοι, τα λομπάκια δηλαδή. Μικρά ψαράκια, τροφή για καρχαρίες, στην ισχύουσα διατροφική αλυσίδα.

Για να φτιάξεις αυτά τα έργα, που προσπαθούν αυτοί οι κύριοι μάταια να γυρίσουν, θες δύο πράγματα. Πρώτον και κύριον, θες λεφτά. Λεφτά αυτοί δεν έχουν, γι’ αυτό παρακαλάνε μπας και βρουν κανένα κορόϊδο να παρκάρουν τα κομματάκια τους και να τα γυρίζουν μετά αναμεταξύ τους, ξανά και ξανά, να δείχνουν μουσαντένιους όγκους, μπας και ψαρώσει κανένας. Το ίδιο modus operandi, χρόνια ολόκληρα. Καμία βελτίωση, καμία πρόοδος. Δεύτερον και κυριώτερον, θες bull αγορά. Όχι απλώς μπούλ, καραμπούλ. Ειδάλλως, άειντε και τα μάζεψες και τα πάρκαρες τα κομματάκια, σε ποιόν θα τα δώσεις βρε άχρηστο κορμί ; Γι αυτό πάντα στο τέλος, καταλήγουν να σφάζονται μεταξύ τους, ποιός θα προλάβει να ξεφορτώσει στον άλλον και να ξεφορτώσει άτσαλα, δίχως καν να τηρούνται τα προσχήματα.

Τα παιδιά δεν έχουν πάρει είδηση πως τα πράγματα έχουν αλλάξει άρδην κι αλλάζουν διαρκώς, κάθε μέρα. Αφού σου λέει τώρα, κάτσαν κάτω οι άλλοι, τα τέρατα, και συμφώνησαν ν’ αρχίσουν λάου-λάου ν’ απενεργοποιούν πλουτώνια και κέρατα πυρηνικά. Σοβαρότατη είδηση. –Τι σημαίνει αυτό ; Σημαίνει το εξής : -Ότι ξέρουν καλά πως οι μεγάλοι πόλεμοι δεν γίνεται πλέον να διεξάγονται με τέτοια όπλα, γιατί τότε, κι εγώ κακά χερόβολα κι εσύ κακά δεμάτια. Αντίο ζωή, όλοι. Και δεν χρειάζεται κιόλας. –Θες πόλεμο ; Ιδού ο πόλεμος. Τώρα δα, τί έχουμε δηλαδή ; -Δεν έχουμε παγκόσμιο πόλεμο ; Απ’ αυτό έχουμε. Παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, λυσσαλέο. Και τα θύματα αμέτρητα, ήδη. Και θα πολλαπλασιαστούν. Δίχως να χρειαστεί να πέσει μήτε μπαταριά, επί δυτικών εδαφών. Στο κάτω-κάτω, για πολέμους πραγματικούς, με τουφεκίδι δηλαδή, υπάρχει και κοτζάμ τρίτος κόσμος. Μία εστία εδώ, μια εστία εκεί, άλλη παρακάτω, να ξεφορτώνουμε τις μπαρούτες μας, να μη χαλάνε στις αποθήκες και να βαστάμε και τα στρατά εν εγρηγόρσει, διότι ποτέ δεν ξέρεις. Έτσι λοιπόν έχουμε έναν παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο μεταξύ προηγμένων πολιτισμών (ναι, αμέ, πώς ;) και πολλούς μικρούς συμβατικούς πολέμους στα απανταχού Καφριστάν αυτής της οικουμένης. Ώστε να είναι όλοι απασχολημένοι.

Κι έχουμε εμείς εδώ τα λομπάκια παλαιάς τεχνολογίας, να παίζουν ακόμη τον παπά, με την ίδια τράπουλα και τους ίδιους αβανταδόρους, που είχαν και το ’99. Αλλά δεν έχει πια κόσμο στο στενό. Κανείς περίεργος δεν σταματάει να δει τί γίνεται. Κανείς δεν τσιμπάει. Τους έχουνε πάρει όλοι χαμπάρι. Κι έτσι, στο τέλος, ο παπατζής κοιτάει πώς θα ξεπατώσει τους ίδιους τους αβανταδόρους του. Διότι , όπως λέει κι ο ποιητής, «αφού κανείς δεν έμεινε, ώστε να ξεφορτώσω, φοβάμαι μην καμιά φορά πουλήσω στον εαυτό μου».

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Baywatch

Κανονικά, μέρα που 'ναι σήμερα, θα έπρεπε ίσως να αναδημοσιεύσω το πανθομολογουμένως ιστορικό άρθρο «Είσαι Άχαρτος Πολύ», από το πάλαι ποτέ –επίσης ιστορικό- blog “Ali Baba”, αλλά έχε χάρη που είμαι μεγαλόψυχος, άσε που βαριέμαι κιόλας να με ξαναδιαβάζω, όσο ενδιαφέροντα κι αν είναι τα άρθρα μου. Κειμήλια, πες καλύτερα. –Μα τί λέω; -Βέδδες και Μαχατμπαράτα, ναι, αυτό είναι. Αυτό είναι, μάλιστα.

Εξάλλου, εάν μάθαμε (μεγαλοπρεπείας) κάτι χρήσιμο μέσα σ’ αυτά τα δύσκολα για τις αγορές χρόνια, είναι αυτό που έχουμε (μεγαλοπρεπείας) ξαναγράψει, ότι δηλαδή η Μαρκέτα βαράει άσχημα. Εμένα, για να το εμπεδώσω αυτό, μου πήρε κάτι μήνες. Σε άλλους, μόνον λίγες ημέρες. Σε άλλους πάλι, παίρνει χρόνια. Ενδεχομένως να είναι και θέμα αντίληψης, που δηλαδή μόνο θέμα αντίληψης είναι. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι μερικοί –με την κακή έννοια- ιδιώτες, δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβουν το ένα και μοναδικό πραγματάκι που χρειάζεται για να επιβιώσεις εδώ χάμω : Η Μαρκέτα, ξαναλέω, βαράει άσχημα. Πολύ άσχημα.

Κι εκεί που νομίζεις ότι έπιασες την καλή, τρως μια ξεγυρισμένη αλά Tζακ Ντέμπσεϋ, που λέγαμε τις προάλλες, κι έρχεσαι στα ίσα σου. Ή το αντίστροφο, ακριβώς πάνω που λες «άειντε να φτηνήνει λίγο ακόμα, να πάρουμε κι εμείς κάνα χαρτάκι κοψοχρονιά», μένεις και πάλι με την όρεξη. Διότι εν τω μεταξύ, κατά το Σαββατοκύριακο που μεσολάβησε, σε έσωσαν –που να μην έσωναν- και φύγαν τα χαρτάκια πάνω, πυραυλάκια εδάφους-αέρος, που καλούνται έτσι επειδή ξεκινάνε από το ίσωμα και φτάνουν στον Θεό -εάν υπάρχει- ή και πιο πάνω ακόμη. Δηλαδή, χαίρεται.

Βεβαίως, το έργο δεν τελειώνει έτσι, με το παλικάρι ν’ ανεβάζει στη σέλα του αλόγου την πολύπαθη κορασίδα και να την διασώζει από τους ληστές που την είχανε περικυκλώσει. Στην ουσία, το έργο δεν τελειώνει ποτέ, είναι ατέρμον που λένε, σαν κι εκείνον τον καψερό τον Ατέρμονα, που τον βάλανε σε αναστολή ή μάλλον σε καταστολή πες καλύτερα, διασωληνωμένο στην εντατική, στο διπλανό κρεβάτι με το δύσμοιρο το Πραξιτέλειο, μέχρι να βρεθεί κάποιος χριστιανός να τραβήξει τους σωλήνες, ν’ αναπαυτεί η ψυχούλα τους, των έρμων.

Τώρα, ανακεφαλαιώντας, εμείς εξαρχής είχαμε λεφτά, αλλά αυτοί είχαν βαλθεί να μας δανείσουν, για λόγους φιλοφρονήσεως απ’ ότι κατάλαβα. Αυτό δεν είναι δα και περίεργο ούτε πρωτοφανές. Όπως μερικοί που έχουνε λεφτά, αλλά παίρνουν κι ένα δάνειο από πάνω, να τους βρίσκεται, έτσι κι εμείς. Όχι ότι το είχαμε ανάγκη. -Αλλά άμα κι επιμένει ο άλλος τόσο πολύ, μέχρι σημείου φορτικότητας, τί να του πείς δηλαδή ; Να τον αποπάρεις, δεν λέει. Προσβολή είναι.

Ή ο άλλος, που πλατσουρίζει σα φάλαινα, καταπίνει δήθεν νερό και κουνάει τα χέρια του, και καλά ότι πνίγεται, ώστε να βουτήξει η Πάμελα Άντερσον, η φουσκωτή ναυαγοσώστρια, να τον σώσει. Δεν πνίγεται, αλλά όλοι νομίζουν ότι πνίγεται, επειδή αυτός το παίζει ωραία ότι τάχα πνίγεται, βάσει σχεδίου δηλαδή, με απώτερο σκοπό και δη πονηρό. Ορμάει λοιπόν η Πάμελα, σε σλόου μόσιον, τραβάει ένα μακροβούτι και τον αρπάζει τον περίεργο, που βγάζει μπουρμπουλήθρες. Έπειτα, τον απιθώνει στην άμμο και του κάνει τεχνητή αναπνοή, που αυτό δηλαδή ήθελε ο μάγκας και δώστου όλη η παραλία χειροκρότημα. Έτσι, και ο τύπος έκανε το κονέ του και η Πάμελα βγήκε ηρωϊδα και ο κόσμος φχαριστήθηκε διάσωση και μείναν όλοι ικανοποιημένοι, όπως ακριβώς εν προκειμένω. Κι όλ’ αυτά από το τίποτα.

Τώρα, πώς μπορεί να στραβώσει το ίδιο ως σενάριο : Πάμε πάλι γύρισμα, τη δεύτερη βερσιόν. Μοτέρ : Ο πονηρός κάνει πάλι ότι πνίγεται, χτυπιέται, φωνάζει βοήθεια, πιάνεται από τα μαλλιά του -αφού ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται- μέχρι δηλαδή να φιλοτιμηθεί η Πάμελα, να βουτήξει, να τον σώσει. Έλα όμως που εκείνη την ώρα η Πάμελα μόλις έχει πάει προς νερού της ή κάπου τραβιέται με τον Τόμμυ Λη, που ΄χει και βαρύ χέρι ή τέλος πάντων δεν ξέρω και ‘γω τί. Οπότε, αντί για την Πάμελα, ορμάει στο νερό εκείνος ο μπουχέσας, ο Ντέϊβιντ Μπουχέϊσσελχοφ, για τους γνωρίζοντες από σταρ σύστεμ, χόλυγουντ κλπ. Ορμάει λοιπόν ο Ντέϊβιντ και μόλις τον βλέπει ο παραμυθάς ξενερώνει τελείως και κόβει το θέατρο ότι πνίγεται, καθώς δεν έχει καμμιά όρεξη να τον περιλάβει ετούτος εδώ ο μαντραχαλάς, αντί για την γκομενάρα την Πάμελα. Εκεί όμως που έχει αρχίσει τις απλωτές, τον παίρνει γραμμή ο Ντέϊβιντ ότι αυτός εδώ ο μαλάκας κάνει πλάκα, οπότε τονε σβερκώνει, τονε σέρνει στην ακτή σαν το σακκί και τον περνάει ένα χέρι αστάρι και τρία χέρια ξύλο, για να ισώσει και να μην απασχολεί ξανά άνευ λόγου και αιτίας την υπηρεσία, γνωστή τοις πάσι και ως «υπερεσία».

Ηθικό δίδαγμα : Ακόμη κι αν ξέρεις μπάνιο, εσύ κάνε πως δεν ξέρεις. Δηλαδή, σκάσε και μην κολυμπάς, το αντίθετο του «σκάσε και κολύμπα». Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ανοίγεις σοβαρές παρτίδες με την Πάμελα, στη χειρότερη γλιτώνεις ένα ξεγυρισμένο βρωμόξυλο από τον Ντέϊβιντ. Αν και ακόμη και στην πρώτη εκδοχή, ουδείς σου εγγυάται ότι τελικά θα το γλιτώσεις το βρωμόξυλο, από τον Τόμμυ Λη, εν τοιαύτη περιπτώσει.


Στην ανωτέρω φωτό-ντοκουμέντο, διακρίνεται σε πρώτο πλάνο η ναυαγοσώστρια κυρία Αγγελική Μέρκελ-το γένος Χέϊσσελχοφφ, κραδαίνοντας απειλητικά την Φρανκφούρτειο Σπάθη, ενώ στο βάθος διακρίνονται, εκ μεν δεξιών ο Γιώργος Αυτιάς, πανευτυχής για τη νέα του κόμμωση, αλλά και για τις νέες επιβαρύνσεις των χαμηλόμισθων-συνταξιούχων, εκ δε αριστερών ο παλαιός άσσος της μπάλας Βάσια Χατζηπαναγής, πάλαι ποτέ πρωταγωνιστής και νυν αρκούμενος σε ρόλο Μητσάρα. Όπως κι εμείς δηλαδή. Εμείς οι Έλληνες, που λέει κι ο Σκάης.

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Δεύρο όξω, Σαμουήλ

Χριστός εξανέστη, και δικαίως μ’ αυτά που βλέπει τριγύρω του. Ο έχων δύο μανδύες να δίνει τον έναν. Τον άλλον θα του τον παίρνει η εφορία. Χάθηκε η εθνική μας ευφορία.

Μπαγιάτεψε το προηγούμενο θέμα, από τη Μεγάλη Τετάρτη αναρτημένο, και είπα να σηκώσουμε κανένα καινούργιο, μπας κι ανανεωθούμε, που δεν το βλέπω. Τώρα που είπα «μπαγιάτεψε», τί θυμήθηκα ; Λοιπόν, μας έφερε μία μουσαφίρισσα εκεί χάμω, ένα τσουρέκι πεσκέσι, απ’ αυτά τα ετοιματζίδικα, της πυρκαϊάς. Καταξοδεύτηκε, τί να σου πω. Ήταν εκεί παρατημένο από τη Μ. Παρασκευή, εάν δεν κάνω λάθος. Ούτε το σκυλί μου δεν το ζύγωνε. Κάτι θα ήξερε. Λένε ότι τα ζώα, δηλαδή εμείς οι άνθρωποι, διαθέτουν έξτρα αισθήσεις. Στην πραγματικότητα όμως, τα ζώα -δηλαδή εμείς οι άνθρωποι- δεν διαθέτουμε έξτρα αισθήσεις. Οι σκύλοι ναι, εμείς όχι.

Χτες βράδυ, ήτοι Πέμπτη του Πάσχατος, νύχτα άγρια, το βλέπω μπροστά μου το τσουρέκι και καθώς παρακολουθούσα ένα ντοκυμαντέρ για την κατοχή, μ’ έπιασε ξαφνικά μια λιγούρα να το καταβροχθίσω. Λέω όμως, τόσες μέρες πιά, θα έχει γίνει το τσουρέκι σαν λάβα σαντορινιά. Τέλος πάντων, κάνω μια έτσι, χραπ, και το ξεμασχαλιάζω. Βρε τί τσουρέκι ήταν αυτό ; -Ολόφρεσκο. Σα να βγήκε από το φούρνο εκείνη τη στιγμή, μόνο που δεν έκαιγε. Κατά τα λοιπά, αφρός σκέτος. Ορμάω λοιπόν στο τσουρέκι και του αλλάζω τον αδόξαστο. Πρέπει να έφαγα ίσαμε πέντε κομμάτια, μεγάλα σαν τις γροθιές του Τζακ Ντέμπσεϋ, για όσους ασχολούνται με μεγάλους θρύλους του μποξ. Προ Κάσσιους Κλέϋ, έτσι ; Εποχή μεσοπολέμου τώρα, θηρίο ο Ντέμπσεϋ, χέβυγουέϊτ τσάμπιον.

Φοβερή ιστορία, στον μεγάλο αγώνα με τον Σάρκυ. Έχει πλακώσει ο Σάρκυ τον Τζακ στις γρήγορες και τον έχει κάνει του αλατιού. Αντί όμως να τον αποτελειώσει κατευθείαν, πάει στον διαιτητή και παραπονιέται ότι ο Ντέμπσεϋ τον κοπανάει πούστικα, κάτω από τη μέση. Εκεί που ο Σάρκυ κλαψουρίζει στον ρέφερυ, σαν Ολυμπιακός που γυρεύει πέναλτυ, έρχεται μουλωχτά ο Ντέμπσεϋ και του σκάει μέσα στα μούτρα ένα ξεγυρισμένο άπερκατ, που είδε όλον τον γαλαξία μαζεμένο. Σαν το σακκί σωριάστηκε ο Σάρκυ, αντίο ζωή.

Έπειτα, ο ιστορικός αγώνας με τον Τάννεϋ, το ’27, στο Σικάγο. Ο Καπόνε είχε πιάσει τον Ντέμπσεϋ, να το κάνουν αβαβά το ματσάκι, να κονομήσουνε, αλλά ο Τζακ βράχος, ούτε ν’ ακούσει για στησίματα. Με την αβάντα του διαιτητή, ο Τζακ έχασε στον δέκατο γύρο, υπό συνθήκες που θα τις διευρευνήσουμε άλλη φορά, ώστε να μην εκφεύγουμε και του θέματος, που δεν είναι άλλο από τα τσουρέκια.

Έλεγα λοιπόν πώς πιστεύω ότι βάζουν κάτι μέσα σ’ αυτά τα τσουρέκια, κάτι σα λάβδανο ας πούμε, για να εξαρτάσαι και να τρως μετά μανίας. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Το θέμα είναι άλλο. –Τί σκατά βάζουν και κρατάει το τσουρέκι φρέσκο τόσον καιρό ; Δηλαδή, η μάνα μου η καψερή μου ‘δωσε το Μ. Σάββατο κάτι τσουρέκια, που πήγα να τα φάω την Ανάσταση και παρολίγον να χάσω δυό κοπτήρες. Βασάλτης σκέτος τα τσουρέκια της μάνας μου. Ιζηματογενή πετρώματα. Μέσα σε δυό μέρες είχαν αχρηστευτεί. Στα σκουπίδια κατευθείαν. Λεφτά έχουμε. Με παίρνει μετά, μου λέει «-ωραία τα τσουρέκια ;». Θαύμα, της λέω, αριστούργημα, να ‘σαι καλά να μας φτιάξεις και του χρόνου, να τα ξαναπετάξουμε. «-Πώς είπες;», με ρωτάει. Τίποτα μωρέ, λέω τί φρέσκα που ήταν τα τσουρέκια σου. Εντάξει τώρα, τέρμα η συζήτηση, μου τα ‘κανες τσουρέκια.

Φεύγουν λοιπόν οι καταθέσεις από τις τράπεζες και το ερώτημα είναι πού πάνε. Έτσι και γίνει κάνα σατανικό ριφιφί σε μεγάλο κατάστημα, οι αρουραίοι θα βρούν στις θυρίδες πιο πολλά λεφτά κι απ’ όσα έχουν τα θησαυροφυλάκια όλων μαζί των μαγαζιών της Εθνικής, ανά τον κόσμο. Ιδού που κατήντησαν τον κόσμο, να μη ξέρει τί να κάνει με τα λεφτά του. Να είναι διαρκώς σε ανησυχία, ότι τελικά θα του τα φάνε ούτως ή άλλως. Ο Σαμουήλ ήταν κλεισμένος μεσ’ το Κούγκι και πάνε οι Σουλιώτες και του λένε «παπά έβγα όξω, να σηκωθούμε να φύγουμε». Διότι έτσι αξίωνε ο σατανάς ο Αλβανός, ο Αλή-πασάς, να παραδοθεί δηλαδή το οχυρό.

Λέει ο παπάς, άμα μου πληρώσετε τις μπαρούτες μου, τότε μόνο θα βγω. Επειδή δική του ήταν η πυρίτιδα, στο Κούγκι. Του λένε οι άλλοι, βρε πας καλά, εδώ ξεριζωνόμαστε κι εσύ γυρεύεις και αποζημίωση ; Πείσμα ο καλόγερος, να μη βγαίνει με τίποτα.

Από κει και παρακάτω, υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία εκδοχή είναι αυτή που μαθαίναμε στο σχολειό, ότι δηλαδή ο Σαμουήλ έβαλε φυτίλι στο μπαρούτι από μόνος του και τινάχτηκε στον αέρα, για να ποθάνει μετά των αλλοφύλων. Η εκδοχή αυτή, αν και ιστορικά μπάζει από παντού –διότι δε γίνεται αδελφέ μου να καίει μόνος του το βιός του ο παπάς, εκεί που πριν λίγη ώρα γύρευε τζερεμέ, χώρια που δεν πόθανε κανένας αλλόφυλος μαζί του, παρά μόνο ένα παπαδάκι, Σουλιωτάκι- μας δίνει και μία άλφα κατεύθυνση : -Αφού έχουν βαλθεί να μας τα φάνε τα λεφτά με κάθε τρόπο, μήπως να τα τρώγαμε εμείς πρώτοι, πριν προλάβουν να τ’ αγγίξουν ; Δεν είναι ανάγκη να τα μετατρέψουμε σε κάρβουνο, υπάρχουν χίλια-δυό αγαθά, έστω και τσουρέκια ετοιματζίδικα, για να πάρει κανείς, ώστε να μην του μείνει μεν φράγκο, αλλά τουλάχιστον ν’ αφήσει καμμένη γη, το απόλυτο τίποτα στους μπαταχτσήδες μανδαρίνους, που μεθοδεύουν την αφαίμαξη του ντουνιά, εντελώς απροκάλυπτα πλέον.

Η άλλη εκδοχή, περί Σαμουήλ μιλάμε τώρα, λέει ότι δεν έβαλε ο παπάς τη φωτιά, αλλά κάποιος άλλος. Και όχι ο Αλή-πασάς, μα ο Φώτος ο Τζαβέλας, βλέποντας ότι με τον παπά δεν έβγαινε άκρη και ότι εάν δεν τίναζε το Κούγκι στον αέρα, τότε θα τιναζόταν στον αέρα η συνθήκη με τον Αλή. Υπάρχουν και ντοκουμέντα περί τούτου, να τα βρω να σας τα δείξω, να ξεστραβωθεί όποιος δεν πιστεύει. Εδώ λοιπόν, και πάλι, η ιστορία διδάσκει. Διδάσκει ότι εάν δεν τους δώσει ο κόσμος τα λεφτά του με το καλό, θα του τα κάνουν κάρβουνο με το ζόρι. ‘Ωστε να τηρηθεί η νυν συνθήκη, με τον μοντέρνο Αλή-Πασά, που τον λένε θες Τρισέ, θες Διεθνές Νομισαματικό Ταμείο, θες Μπούντεσμπανκ, διότι τελικά αυτή η κουφάλα ο Ιωσήφ Άκερμαν τα σκαρώνει όλα.

Στο σχετικό soundtrack της σημερινής εκπομπής, ο Γιαν Άκερμαν, ο μόνος της οικογένειας που άξιζε πραγματικά, πετάει όξω τα μάτια της Les Paul του. Μάγος ο άνθρωπος, χόκους πόκους στ’ αλήθεια.

Εγώ βέβαια ξέρω ότι από Αληπασάδες μην περιμένεις ποτέ να τηρήσουν συνθήκες και συμφωνίες. Σε παίρνουν στο κατόπι και σε κυνηγούν αλύπητα, μέχρι να σε δουν ανάσκελα τσακισμένο, στον πάτο του Ζαλόγγου, να σου τρώνε οι γύπες τα χυμένα τα μυαλά σου μέσ' απ' τ' ανοιχτό το καύκαλο. Καλή όρεξη.