Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Ευρώπη, δεν έχεις ταλέντο

Nέα δεδομένα, διαβάζω, στο σκάνδαλο Siemens, καθώς η Εξεταστική Επιτροπή φέρεται να έχει στα χέρια της, ιδιόχειρο σημείωμα του Μιχάλη Χριστοφοράκου, με το οποίο αυτός έδινε εντολή να καταβληθεί σε υπουργό το 50% "των συμφωνηθέντων". Το σημείωμα, το οποίο αποκάλυψε το Σάββατο η εφημερίδα "Τα Νέα", φέρεται να γράφτηκε το 2008 και να αφορά υπουργό της κυβέρνησης Καραμανλή.

Σώπα καλέ. Αστειότητες. Το σημείωμα δεν είναι μόνον ένα. Υπάρχουν πολύ περισσότερα παρόμοια σημειώματα, ίσως και χιλιάδες, όπως ξεκάθαρα φαίνεται στην φωτογραφία-ντοκουμέντο, που σήμερα δημοσιεύουμε, πρώτοι παγκοσμίως : Πάνω στο γραφείο του Μάϊκ, διακρίνονται στοίβες ολόκληρες τέτοιων σημειωμάτων, με τα οποία ο Μάϊκ δίνει απανωτές εντολές καταβολών «των συμφωνηθέντων», σε πλείστα λαμόγια, από υπουργούς και κάτω (ενδεχομένως δε και πάνω).

Όμως, το ρεπορτάζ δεν σταματά εδώ, καθώς υπάρχουν και άλλα σημαντικά ερωτήματα, με κυριώτερο αυτό που αφορά στη σχέση μεταξύ Μιχάλη Χριστοφοράκου και Βασίλη Τσάρτα. -Ποιος όπλισε το χέρι του συμπαθέστατου (;) πρώην διεθνούς ; -Και ιδίως, ποιός ήταν άραγε ο στόχος ; Ίσως να μην μάθουμε ποτέ. Πάντως, το ότι ο Χριστοφοράκος γνώριζε –εάν δηλαδή δεν ήταν ο ίδιος ο ηθικός αυτουργός- αποδεικνύεται από το ντοκουμέντο, αριστερά. Όπως βέβαια γνώριζε και η Κατερίνα Μπατζελή, που διακρίνεται στο κέντρο, αγκαλιά με τον φάκελο των σχετικών οδηγιών προς τον Τσάρτα. Το θέμα είναι με τι είδους κριτήρια επελέγη ως hitman ένας τύπος που μονίμως σερνόταν στο χορτάρι, ακόμη και στην πρώτη νεότητά του. Τώρα θα μου πεις, εδώ έγινε κοτζάμ δήμαρχος Πειραιώς ο τεμπέλης ο Φασούλας, που βαριόταν να προπονηθεί ακόμη και στις βολές.

Βάσιμες πληροφορίες της στήλης, αναφέρουν ότι ο Χριστοφοράκος είναι, εκτός των άλλων που του φόρτωσαν, και ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε και εισηγήθηκε στη γερμανική κυβέρνηση το ανηλεές σορτάρισμα της Ελλάδος, στον χθεσινό διαγωνισμό της Eurovision. Με τη σατανική αυτή τακτική (που βεβαίως ουδείς αντελήφθη, καθώς όλοι οι χαζοχαρούμενοι πίστεψαν πως πρόκειται για μια αθώα εκδήλωση συμπάθειας εκ μέρους του γερμανικού λαού), οι αδίστακτοι Γερμανοί επεδίωξαν ευθέως να καταβυθίσουν στα τάρταρα την ήδη ασθενή ελληνική οικονομία. Σκοπός τους, η κατάταξη του Αλκαίου στην πρώτη θέση, ώστε να υποχρεωθούμε να αναλάβουμε τη διοργάνωση της επόμενης Eurovision και να φαλιρίσουμε τελείως. Δύο πράγματα δεν είχαν υπολογίσει οι μισητοί φρίτσηδες : Πρώτον, ότι είμαστε ήδη τελείως φαλιρισμένοι. Δεύτερον, ότι το ίδιο τους το τέχνασμα θα γύριζε τελικά μπούμερανγκ, καθώς το συσσωρευμένο εναντίον τους μίσος των λαών της Ευρώπης ξέσπασε με τη μορφή απανωτών δωδεκαριών, ώστε να αναδειχθεί νικήτρια η Αλεμάνια. Με αποτέλεσμα, να επωμιστούν οι Γερμανοί τα δυσβάσταχτα έξοδα του επόμενου διαγωνισμού «Ευρώπη, δεν έχεις ταλέντο», παρότι αυτοί είχαν φροντίσει να κάνουν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να αποφύγουν ακόμη και την πρόκρισή τους στον μεγάλο τελικό, επιλέγοντας για την εκπροσώπησή τους ένα μαστουρωμένο άφωνο τσουλί, που υπάκουε μηχανικά στο όνομα "Λένα", εάν συγκράτησα καλώς.

Το ίδιο βέβαια είχαν φροντίσει να κάνουν και οι υπόλοιποι, στέλνοντας εκεί πάνω ο,τι πιό σκάρτο διέθετε το πεντάγραμμό τους. Ειδικά οι παμπόνηροι Γιούγκοι, είχαν μοχθήσει πολύ μέχρι να καταφέρουν να ανακαλύψουν τον πρώτο εξάδελφο του Βασιλείου Κωστέτσου και να τον ψήσουν να συμμετάσχει στον θεσμό-καρμανιόλα. Ο ξάδελφος Κωστέτσος τσίνησε, είναι η αλήθεια, μέχρις ότου τον απείλησαν ότι εάν δεν δεχόταν την τιμή, σύντομα θα έβλεπε στο κατώφλι του τον Τσάρτα, παρέα με το αγαπημένο του εννιάρι CZ 88 Ζastava, χωρίς σιγαστήρα. Χώρια πιά που θα έβρισκε και τον σκύλο-κωλόμπο φέτες.

Να επισημάνουμε ότι οι έτεροι πονηροί, οι Γάλλοι, προσπάθησαν αρχικά να προσεγγίσουν ως εκπρόσωπό τους τον Πατρίκ Ογκουνσότο, αλλά τον πέτυχαν εκτός εαυτού για κάποιο πέναλτυ που δόθηκε ή δεν δόθηκε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι χάσαμε την ευκαιρία να δούμε τον Πατρίκ στη Eurovision.


Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Πολύ down, πολύ under

Να συμφωνήσουν τώρα αμέσως όλοι οι ανθρωπολόγοι, βιολόγοι και τέτοιοι μυστήριοι που καταπιάνονται με το ντιενέη, ότι η σκληρότερη φύτρα του ανθρωπίνου γένους είναι εκείνοι οι Γιάπωνες. Μάλιστα, βεβαίως, ο Γιάπων είναι ο πιο κακός πούστης που έχει να επιδείξει το ζωϊκό μας βασίλειο, στ' αλήθεια κακός, μοχθηρός και μουλωχτός, ανθεκτικός πιο πολύ κι από ξανθιά κατσαρίδα, αδίστακτος, ατρόμητος, ακάματος, ανελέητος, επίμονος, πεισματάρης, ανυποχώρητος, πονηρός, πολυμήχανος, εφευρετικός, τα πάντα. Εκτός δηλαδή από το μπόϊ που όσο να ‘ναι του λείπει –κι εκεί έχει ένα άλφα κόμπλεξ, είν’ η αλήθεια- κατά τα λοιπά τα έχει όλα, από τη μάνα του. Στην πραγματικότητα, ο Γιάπων δεν παραδόθηκε ποτέ, ούτε καν τον δεκαπενταύγουστο του ΄45, που βγήκε ο Showa στο ράδιο, να μιλήσει στον κόσμο, με την τσιριχτή φωνούλα του. Δεν υπάρχει η λέξη «παράδοση» στο διάγγελμα. Τους λέει μόνο «δουλεύτε ρε,να λαμπρύνετε κι άλλο τη δόξα του αυτοκρατορικού κράτους», και μάλιστα στ’ αρχαία γιαπωνέζικα, ώστε να το πιάσουν το υπονοούμενο ειδικά οι απόγονοι των Ιπποτών του Μπουσίντο και να κανονίσουν την πορεία τους. Παρά πόδα, που λένε. Έκτοτε, ο Ιάπων περιμένει ή μάλλον καραδοκεί. Έχει αφήσει τους δυτικούς να φοβούνται κατά βάθος μόνο την Κίνα, που είναι τεράστια, που είναι έτσι, που είναι αλλιώς, αλλά στην ουσία, σε παιχνίδι για μεγάλα παιδιά δεν πιάνει μπάζα. Ο Κινέζος, σε τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, δεν έχει κάνει ποτέ του ούτε έναν επεκτατικό πόλεμο. –Κάτι λέει αυτό, έτσι ; Λέει ότι Κινέζος δεν το έχει. Κι επειδή το ξέρει ότι δεν το έχει, το 'χει ρίξει στο φασόν, στο εμπόριο και στην τοκογλυφία. Ενώ ο παραδίπλα ο σχιστομάτης, το ΄χει μέσα του και κάποτε θα του βγει το ζοριλίκι, δεν ξέρω πότε, αλλά κάποτε, που μπορεί και να μην ζούμε τότε.

Βέβαια, οι ύαινες το ξέρουν αυτό το μυστικό και γι’ αυτό κοιτάνε με κάθε τρόπο, δεκαετίες τώρα, να σπάσουν τον γιαπωνέζικο τσαμπουκά. Βάλαν ας πούμε τον αυτοκράτορα ν’ απαρνηθεί τη θεϊκή του ιδιότητα, λες κι ήταν βλάκες τα τζαπώνια και δεν ξέραν τόσα χρόνια ότι η θεϊκή ιδιότητα είναι μια σκέτη μούφα ή -το κυριώτερο- βομβαρδίζουνε συστηματικά το νησί με όλα τα σκατολόϊδια της δυτικής υποκουλτούρας, ώστε ν’ αποβλακώσουν το γιαπωνεζάκι και να το περισπάσουν από τα παραδοσιακά ιδεώδη του, να γίνει κι αυτό μαλθακό, μαλακισμένο πες καλύτερα, σαν τα υπόλοιπα του πολιτισμένου –μη χέσω- κόσμου. Αλλά ο Γιάπων ανθίσταται. Πρώτη γραμμή άμυνας, τα λεφτά. –Πώς είμαστε εμείς κι οι περισσότεροι δηλαδή, που έχουμε ξεπουληθεί χίλιες φορές στους διεθνείς τοκογλύφους ; -Ε, ακριβώς το αντίθετο. Πετάει ο γάϊδαρος-πετάει και χρωστάει ο Γιάπωνας-χρωστάει και μάλιστα τα κέρατά του, 200% του ΑΕΠ. Ο Χριστός κι ο Απόστολος. -Ναι, αλλά πού τα χρωστάει ; Μήπως στα λαμόγια των χρηματαγορών ; -Όχι δα. -Σάμπως στο Νομισματικό Ταμείο ; -Βρε ούστ στο διάολο από δω χάμω. –Σε κάναν Κινέζο ενεχυροδανειστή, σε κάναν Ευρωπαίο μαυραγορίτη ; -Σιγά να μην. Ο Ιάπων χρωστάει στον Ιάπωνα. Όλο το γιαπωνέζικο δημόσιο χρέος είναι στα χέρια των ντόπιων σχιστομάτηδων, πράγμα που σημαίνει ότι κανένας ξένος νταβατζής δεν μπορεί να τους κάτσει στο κεφάλι. Αυτό είναι όλο. Κι εδώ μιλάμε για έναν λαό εν δυνάμει καμικάζε, που μπορεί τώρα να τον βλέπεις να σου κάνει τον κλώνο του Έλβις και να γελάς μαζί του, αλλά αύριο, όταν θα βρεί την ευκαιρία -και η ιστορία δίνει πάντα δεύτερες και τρίτες ακόμη- θα πετάξει τη γελοία περούκα και θα δέσει στο κούτελο ασπροκόκκινη μπαντάνα "χατσιμάκι" με ανατέλλοντα και συναφή ιδεογράμματα. Και τότε, κλάφτε κόσμε. Διότι τότε κανείς δεν θα έχει τ' άντερα να ξαναρίξει "αγοράκια" και "χοντρούς", καθώς θα ξέρει πως θα του επιστραφούν αντίστοιχα δωράκια στο έδαφός του και μάλιστα με πανωτόκια. Άρα το έργο θα παιχτεί στα ίσα και στα ίσα ο Ιάπων απλώς δεν παίζεται.

Ότι ο Γιάπωνας είναι σατανάς, το ΄χουν καταλάβει αυτοί που πρέπει, όχι τώρα, από παλιά. Βαυκαλιζόμαστε οι δυτικοί να λέμε πως ο Δεύτερος Παγκόσμιος ξεκίνησε από τους Γερμανούς κι από την Πολωνία. Επειδή μας αρέσει να ΄μαστε εμείς το κέντρο του κόσμου, γι’ αυτό. Καλά, καλημέρα γι’ αύριο. Τον βήτα τον ξεκίνησε η Ιαπωνία και τον ξεκίνησε το ΄31 στη Μαντζουρία, αυτή είναι η μόνη αλήθεια. Κι επειδή οι περισσότεροι δεν το έπιασαν τότε το υπονοούμενο, οι Γιάπωνες έκαναν και μια επανεκκίνηση, το ’37, μπουκάροντας και στην υπόλοιπη Κίνα και τότε ακριβώς είναι που αρχίζει το γαϊτανάκι. Επειδή δε, και πάλι, μερικοί εξακολουθούσαν να κάνουν το κορόϊδο, δώστου στο καπάκι κι ένα Περλ Χάρμπορ, ώστε να σηκωθούν για χορό κι οι τελευταίοι. Ίσως, εκεί κάπου να το παράχεσαν οι κίτρινοι, διότι ξέχασα να πω πως το μόνο τους χοντρό κουσούρι –πέρ’ από το μπόϊ δηλαδή- είναι αυτή η υπεροψία, που δηλαδή αυτή τους έφαγε στο τέλος. Η ουσία είναι όμως ότι πρώτοι ξεκίνησαν τον πόλεμο, τελευταίοι τον σταμάτησαν, έπειτα από δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια διεξαγωγής ανηλεών επιχειρήσεων, χωρίς ανάσα. Ένα το κρατούμενο.

Τελειώνει όπως τελειώνει ο πόλεμος, βάζουν το κεφάλι κάτω τα τζαπώνια και δεν ακούγονται πιά, ησύχασε ο κόσμος από δαύτους, καθώς μάλιστα όλοι ασχολούνταν με το κακομαθημένο και εν πολλοίς αβανταρισμένο -ναι, αβανταρισμένο- παιδί της Ευρώπης, τη Γερμανία. Και τότε, στα καλά του καθουμένου, εκεί που κανείς δεν το περίμενε, ακριβώς το 1969, βγάζει ο Σοϊχίρο και ρίχνει στην παραγωγή το πρώτο CB 750K και τους τελειώνει όλους. Μέχρι να πάρουν οι υπόλοιποι μυρωδιά, πώς έγινε αυτό το κακό κι από κει δηλαδή που η Honda παρήγαγε βασικά κάτι κακάσχημα πενηντάρια, να τους τονε φορμάρει ξαφνικά με την πρώτη και σπουδαιότερη –όλων των εποχών, ακόμη και σήμερα- superbike παραγωγής, η μηχανή έκανε παρέλαση όξω απ' όλες τις καφετέριες της Ευρώπης, παίρνοντας παραμάζωμα στο διάβα της τα πάντα, από τις τρισάθλιες, αιωνίως προβληματικές BMW, τα δήθεν «σκυλιά» που ξαναθέλανε ρύθμιση βαλβίδων μόλις έστριβες από το συνεργείο, μέχρι όλες τις εγγλέζικες καρούτες, Triumph, Norton, Bsa, έως και τη θρυλική Αgusta ακόμη, τη μόνη σοβαρή ευρωπαϊκή μοτοσικλέτα, ναι μέχρι κι αυτήν. Και αντίο ζωή. Και στο καπάκι παίρνουνε θάρρος κι οι υπόλοιποι γιάπωνες και πλακώνονται να στήνουν μηχανήματα σοβαρά, όχι σαράβαλα, μηχανές, αμάξια,βαπόρια, τραίνα και ο,τιδήποτε σε υψηλή τεχνολογία, την υψηλότερη της υφηλίου, δείχνοντας ποιος είναι τ’ αφεντικό στην έρευνα και βελτίωση. Κι όλ’ αυτά μέσα σε χρόνο ρεκόρ.

Γι’ αυτό λέμε ότι το πρώτο Σέβεν Φίφτυ του ’69 είναι ένα σπουδαίο ορόσημο, αφού μπάζει θεαματικά τους Γιάπωνες στην αρένα της πρωτοποριακής τεχνολογίας, καβάλα σε τέσσερις κυλίνδρους στη σειρά, επικεφαλής εκκεντροφόρο –φράση άγνωστη τότε στην μαζική παραγωγή -αλόγατα και ροπή να ξεχειλίζουν, σχεδίαση να σου κόβεται η ανάσα και –πάνω απ’ όλα- μνημειώδη αξιοπιστία. Ο Ιάπων έρχεται με φόρα, κρυφτείτε οι υπόλοιποι.

Αλλά για βάστα τώρα, διότι εγώ άλλο ήθελα να γράψω στην αρχή, μα παρεσύρθην ο απερίσκεπτος νεανίας σε άλλες ατραπούς και τα ΄κανα και πάλι αχταρμά. Για τους Αυστραλούς ήθελα να γράψω, νομίζω δηλαδή. Που, εδώ που τα λέμε, οι Αυστραλοί κολλάνε μια χαρά πάνω στο θέμα με τους Γιάπωνες, καθότι οι Γιάπωνες ήταν εκείνοι που τους έβαλαν στο μάτι, μια φορά κι έναν καιρό και βρέθηκαν σχεδόν στο κατώφλι τους. Εάν πάρει κανείς τη γιαπωνέζικη σημαία και την απλώσει πάνω στο σύμπλεγμα της Νιππόν, θα δεί ότι οι ακτίνες κοιτάνε προς πάσα κατεύθυνση, όπερ υποκρύπτει ένα υπονοούμενο, ευκόλως εννοούμενο. Τώρα, η κάτω κεντρική ακτίνα συμβαίνει να κοιτάει νότια κι αυτό το καταλάβανε οι από κάτω, οι down under που λέμε, μόλις οι κίτρινοι πήρανε τας νήσους αμπαριζα, από πάνω, Οκινάουα, ίσαμε κάτω, Παπούα και Σόλωμον, στη σειρά.

Βρέθηκε λοιπόν το έθνος το αυστραλιανό σε τεράστιο κίνδυνο και έπρεπε κάτι να κάνει για να σώσει το ίδιο το τομάρι του πλέον. Οι Αυστραλέζοι είχαν πιο πριν αποδειχτεί γενικά σκληρά τομάρια και μαχητές δυνατοί. Εκεί στα ξένα, από Κρήτη μέχρι Τομπρούκ, είχαν χτίσει το δικό τους όνομα, ως αξιόπιστοι σύμμαχοι και σκυλιά πολεμιστές, όχι βέβαια δίχως βαρύτατες απώλειες. Τέλη ’42,αρχές ’43 πλέον, τσακισμένοι όπως γυρνούσαν από την Αφρική οι φαντάροι, την άλλη μέρα τους φόρτωναν στα οπλιταγωγά και τους άδειαζαν στα πέριξ νησιά, να χτυπιούνται με τα τζαπώνια. Εδώ όμως τα πράγματα ήταν στ’ αλήθεια σκούρα. Εδώ δηλαδή, δεν ήταν τίποτα Ρόμμελ, αλεπούδες και τα τοιαύτα, κυριλέ ζώα. Εδώ ήταν αρούρια μοχθηρά, χωμένα σε ταμπούρια, που έτσι και σε πιάνανε, σε ψήναν ζωντανό, στην κυριολεξία. Εδώ ήταν τύποι που είχαν πάρει ήδη ελευθέρας για την κόλαση και παίζανε μπάλα χωρίς το άγχος του θανάτου. Και τότε βελάξανε οι Αυστραλοί. –Και ποιος δεν βέλαξε, δηλαδή, εδώ που τα λέμε;

Οι Αυστραλοί όμως είχαν πίσω στην πατρίδα τους μια ανοιχτή πληγή : Ένα σύστημα στρατεύσεως εντελώς κρίμα κι άδικο, που έλεγε κοντολογής ότι ναι μεν η θητεία ήταν υποχρεωτική, αλλά μόνο για υπηρεσία μέσα στη χώρα. Έξω από τη χώρα εάν πήγαινες, θα πήγαινες εθελοντικά. Άρα, καταλαβαίνει κανείς τί κουράγιο είχαν όλοι αυτοί που βρέθηκαν ξαφνικά στην Αφρική να σκοτώνονται με τους Γερμανούς. Πού στη συνέχεια ήταν και πάλι οι ίδιοι, άντε με κάποιες προσθήκες νέων, που στάλθηκαν στη Γουϊνέα, να τραβήξουν ξανά το ίδιο λούκι και πολύ χειρότερο, όλο απ’ την αρχή. Ξοπίσω είχαν μείνει οι πολλοί, κοπροσκυλιάζοντας μέσα στην ασφάλεια της εθνοφρουράς. Του κώλου εθνοφρουρά για ν’ ακριβολογούμε, αφού ο εχθρός ήταν εκεί απόξω, έτοιμος να μπουκάρει. Παράλληλα, σα να μη έφτανε αυτό, είχανε και τα σωματεία από πάνω. Όταν λέμε σωματεία, μιλάμε για ελληνικού τύπου και βάλε, πολύ σκληρά καρύδια που δεν χαμπαριάζανε Χριστό, ούτε από πόλεμο, ούτε από γιάπωνες, ούτε από τίποτα. Αυτοί λοιπόν, να τους λέμε Κανγκουρώ-Αδεδύδες και Γεσεέδες, τους είχανε λιανίσει τους από πάνω στην απεργία. Ωρέ πλακώνουνε τα τζαπώνια, τραβάτε τώρα στις δουλειές σας και μετά τα βρίσκουμε, τίποτα αυτοί, όλα στ’ αρχίδια τους, απεργία και κόντρα απεργία και ξανά απεργία, να δεις εσύ τί θα πεί Αδεδύ. Ο καθένας το βιολί του, άλλος στο σωματείο, άλλος στην εθνοφρουρά, και ο μαλάκας μόνος του, στην αρένα με τους Ιάπωνες, να τον πετσοκόβουνε φέτες. Βιομηχανία παραλυμένη από τις απεργίες. Μόλις έκανε να ψιχαλίσει λίγο, πετάγανε κάτω τις αξίνες οι εργάτες και φεύγανε, άλλο που δεν θέλανε. Στα λιμάνια, καλά, εκεί πιά γινόταν το έλα να δεις. Οι λιμενεργάτες είτε απεργούσαν, είτε την κοπάναγαν τελείως από τη δουλειά και έσκαγαν μύτη μόνο σαββατοκύριακα, οπότε κονομούσαν τριπλά μεροκάματα ή περίμεναν να βρέξει για να βρούν πρόφαση ή αρνούνταν να εκφορτώσουν πχ κατεψυγμένα, μην και κρύωνε ο κώλος τους. Για τέτοια πράγματα μιλάμε τώρα. -Μωρέ τι μου θυμίζει αυτό ; Τέλος πάντων, στο τέλος μπαϊλντισαν πιά τα αμερικανάκια, τους λένε άει σιχτίρ, θα ξεφορτώνουμε μόνοι μας, οι φαντάροι. Και βγαίνει τότε στατιστικό, ότι τελικά ένας γιάνκης εκφόρτωνε στη βάρδιά του τέσσερις (4) φορές περισσότερο πράμα, σε σχέση με τον συνάδελφο Αυστραλό, που είχε πάρει πόδι. Σα να λέμε ένας Κινέζος μ΄έναν Μανιάτη, κάτω στον ΟΛΠ. Καλά, εγώ λέω ότι ο Κινέζος θα ξεφορτώνει ίσαμε και είκοσι φορές παραπάνω φορτίο από έναν Μανιάτη Ταμπουρίων και σαράντα φορές παραπάνω από έναν Μανιάτη Αγιάς Σοφιάς (άλλη ράτσα καθαρόαιμων, ο καθένας τους). Ταυτόχρονα, η μαύρη αγορά, ειδικά σε αλκοόλ και καπνά, αλλά και σε άλλα σπανίζοντα είδη, κλεμμένα συνήθως από τους εφοδιασμούς, γνώριζε μοναδική άνθιση, με τους κερδοσκόπους να κονομάνε τ’ άντερά τους, καθώς οι κανγκουραίοι είναι παραδοσιακά γερά ποτήρια, γονιδιακό χαρακτηριστικό των κατεργαραίων προγόνων τους.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, γεννήθηκε τότε εκεί κάτω ο όρος “bladger”. Όπου μπλάτζερ, για να μη σκαλίζει κανείς τα λεξικά, σημαίνει ακριβώς «αυστραλαράς», όπως δηλαδή λέμε σήμερα «ελληναράς». Αυτός ήταν ο bladger, ο ανεπρόκοπος, ο ρεμπεσκές, ο λουφαδόρος, το παράσιτο, ο κοπανατζής, ο τρακαδόρος, ο λεχρίτης, ένα μίασμα σκέτο. Σαφής είμαι νομίζω. Η Αυστραλία λοιπόν, είχε καταντήσει το βασίλειο των μπλάτζερς, με τους αμέτρητους χαρακτηριστικούς τύπους να χαζεύουν αδιάφοροι, σα να μην τρέχει κάστανο. Εδώ υπήρχε μια τρομερή κοινωνική ανισότητα, κάποιοι να τραβάνε όλο το κουπί, πληρώνοντας με τη ζωή τους και οι υπόλοιποι να σφυράνε αδιάφορα. Ώσπου μια μέρα, όταν πιά το πράγμα είχε φτάσει στο απροχώρητο, ξεσηκώθηκαν και οι άλλοι, οι λίγοι δηλαδή που την είχαν δει πατριωτικά και βγάζαν μοναχοί τους τη μόνη δουλειά που μπορεί να κάνει νέος άντρας στον πόλεμο, δηλαδή να πολεμάει. Ξεσηκώθηκαν και σου λέει «έως εδώ ήταν κύριοι, ο μαλάκας πέθανε». –Δηλαδή, τί ακριβώς εννοείτε, ρωτάνε τώρα οι γαλονάδες. Δηλαδή εννοούμε ότι δεν πολεμάμε άλλο. Ή φέρνετε εδώ χάμω και όλους τους υπόλοιπους , τους λουφαδόρους ή σε τελική ανάλυση πολεμήστε μόνοι σας, ποσώς μας ενδιαφέρει.

Κι από κει και πέρα, ξεκινάει ο χαμός : Τα φαντάρια την είδανε γενικά «make love not war» (είναι και λίγο πισωγλέντηδες οι Αυστραλοί), και εν πάση περιπτώσει «not war» και τα κρούσματα απειθαρχίας ήταν τόσα πολλά και τόσο μαζικά, που θα χρειάζονταν πιο πολλούς στρατοδίκες και καρακώλια από φαντάρους για να τους μαντρώσουν όλους αυτούς τους περίεργους προπάτορες των χίπππηδων. Τα όπλα κάτω και δεν πάμε πουθενά, εδώ θα μείνουμε. Πίσω στην πατρίδα, η κοινωνική αποχαύνωση είχε φτάσει πλέον σε τέτοιο βαθμό, που ούτε καν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα δεν στέλνανε οι Αυστραλοί στους Αμερικάνους για τις νίκες τους, σα να μην υπήρχε πόλεμος ή σαν να μην τους αφορούσε. Κρίση εθνικού σκοπού και ταυτότητος. Τα είχανε γράψει όλα, τα είχανε παρατήσει όλα κι εξαρτιόνταν πιά παθητικά από τους συμμάχους, να καθαρίσουν τη βρώμικη μπουγάδα για πάρτη τους, όπως κι έγινε, αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Μέχρι τα τέλη του ΄44, η Αυστραλία είχε πλέον καταντήσει ένα σκέτο μπουρδέλο, υπό διάλυση, όπου κυριαρχούσε η γκρίνια του ενός εναντίον του άλλου κι όλων μαζί κατά του κράτους, η μιζέρια, η αμφισβήτηση, ο μηδενισμός και η ηττοπάθεια. Κάπου εκεί, οι υπόλοιποι σύμμαχοι ξεγράφουν την Αυστραλία από την ατζέντα τους, μην υπολογίζοντας πλέον σε δαύτην. Μέσα σ’ ελάχιστο χρόνο, οι ήρωες από τον Ειρηνικό μετατράπηκαν σε γραψαρχίδες ριψάσπιδες. Και τελικά, οι δεκάδες χιλιάδες απώλειες που μέτρησαν στον πόλεμο, πήγαν στράφι, αφού εκείνο που μένει είναι η τελική γεύση, γεύση πικρή που δεν θέλουν πια να θυμούνται εκεί κάτω, στην Αυστραλία.

Ιστορία μικρή, για το πώς ένα σύστημα που εκτρέφει και υποθάλπει κηφήνες, φτάνει τελικά να αυτοδιαλύεται, παραδομένο στη μοίρα του, βυθισμένο στη μουρμούρα και στη γκρίνια, απεμπολώντας εύκολα όσα είχε με κόπο κερδίσει, για να καταντήσει στο τέλος απλός σωματοφύλακας και μαντρόσκυλο μιας υπερδύναμης, αιωνίως εξαρτημένο απ’ αυτήν. Η ιστορία των απανταχού bladgers.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

-Tί είδε το Mega-Fund ;

Πάει σήμερα ένα Mega-Fund, αγοράζει 7.000 τεμάχια ΚΛΩΝΚ στο 0,06 και κλειδώνει με τη μία το θηρίο στο +20%.

-Τί παραπάνω από μας έχει δει άραγε το Mega-Fund και διοχετεύει τόσο απροκάλυπτα την τρομακτική ρευστότητα των 420 ευρώ (χώρια οι προμήθειες) στην ΚΛΩΝΚ ?

Ό,τι και να είδε, ήταν αρκετό για να συμπαρασύρει η Ναυτοδίοπος Σηματωρός Κλωνατέξ το υπόλοιπο ταμπλώ σε απρόσμενη ανατροπή-γκολ στις καθυστερήσεις και να στείλει τον Αρχισυντάκτη Ζάχμουρ στο θρόνο του Γκουρού της εβδομάδας και τον Pay επίσης, στην κατάκτηση του όσκαρ β΄ γκουρουδαίϊκου ρόλου.

Τους υπόλοιπους, σας βλέπω για κάνα καζίνο.

Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Tα λεφτά στα πράσσα

Σέντρα. Πάμε.

Άνθρωποι, άνθρωποι, ακούσατε-ακούσατε, τί έχει γράψει πάλι η γνωστή Οικονομολόγος-Ελλιοττική Αναλύτρια στο blog της και φρίξατε-φρίξατε. Ή μάλλον όχι, μην φρίξετε ακόμη, να μη λέει κανείς ότι σας προκαταλαμβάνω. Να διαβάσετε πρώτα. Λέει λοιπόν :

Καμμία κατάθεση εδώ δεν πρέπει να υπάρχει, γιατί θα δραχμοποιηθεί».

Ωραία μέχρι εδώ, ίσως και να συμφωνούμε μαντάμ στο αυτονόητο, στην δραχμοποίηση δηλαδή και βέβαια στη βάση της υποθετικής –πάντα- εκδοχής πτώχευσης. Και τώρα, κρατηθείτε διότι έρχεται το ΚΑΛΟ :

«Αλλά ούτε σε καταθετικό λογαριασμό σε άλλο κράτος μέλος της ευρωζώνης, καθ' όσον όλο το ποσό των χρημάτων θα κατασχεθεί από αυτό το κράτος, έναντι των οφειλών του δικού μας προς αυτό. Στην τελευταία περίπτωση, ο καταθέτης έλληνας υπήκοος, θα έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει ΑΤΟΚΩΣ το κατασχεμένο ποσό από το Ελληνικό Δημόσιο, με την αποζημίωση να καταβάλλεται φυσικά σε δραχμές και μετά από περίπου 2-3 χρόνια”.

Τζίζους Κράϊστ Σουπερστάρ.

Με λίγα λόγια, μας λέει ότι τo ΑΛΛΟΔΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, άπαξ και πτωχεύσει το Ελληνικό ΔΗΜΟΣΙΟ, θα κατασχέσει αμέσως εις χείρας τρίτου (δηλ. του απανταχού ανά την Ε.Ε. αλλοδαπού πιστωτικού ιδρύματος) καταθέσεις ΕΛΛΗΝΑ υπηκόου-ΙΔΙΩΤΗ, εξαιτίας οφειλών του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ έναντι του πρώτου (αλλοδαπού δημοσίου).

Να συμπληρώσω εγώ, ότι με την ίδια ακριβώς λογική, θα κατασχεθούν –για παράδειγμα- ΟΛΑ τα εμπορικά πλοία υπό ΕΛΛΗΝΙΚΗ σημαία, σε οποιονδήποτε λιμένα της Ε.Ε. και εάν αυτά βρίσκονται, όλα τα αυτοκίνητα με ελληνικές πινακίδες, σε οποιαδήποτε χώρα της ΕΕ κι αν βρίσκονται και εν γένει πάσα κινητή και ακίνητη περιουσία οποιουδήποτε έλληνα πολίτη ή ελληνικής εταιρείας σε χώρα της ΕΕ, έναντι των χρεών του ελληνικού δημοσίου.

Και πάει λέγοντας.

Και τώρα, αφού διαβάσαστε, είστε ελεύθεροι να φρίξετε-φρίξετε από μόνοι σας.

Συγγνώμη, αλλά αυτές τις ανήκουστες τερατολογίες, που τις γράφουν ορισμένοι άνθρωποι και με τη βεβαιότητα του ειδήμονος, τις έχουν διαβάσει κάπου, τις γνωρίζουν λόγω σπουδών ή απλώς τις παράγουν από το μυαλό τους ?

Όλ’ αυτά συνιστούν κάποιο ιδιαίτερο μυστικό διεθνές δίκαιο, άγνωστο στους κοινούς θνητούς ; –Κάποιο απόρρητο πρωτόκολλο ίσως ; Ή μήπως είναι αποκύημα κάποιας υπερδραστήριας φαντασίας ;

Μιλάει ουσιαστικά για αναγκαστική-νταβατζιλίκι ΣΥΜΠΤΩΧΕΥΣΗ των ιδιωτών ελλήνων πολιτών (φυσικών και νομικών προσώπων) μετά του πτωχεύσαντος ελληνικού κράτους. Η απαίτηση του αλλοδαπού κράτους έναντι αυτών των ιδιωτών, από πού στο διάολο πηγάζει, δεν μας εξηγεί. Τα παίρνει λέει «έναντι». Έλεος.


Το δε καλύτερο απ’ όλα, είναι το σημείο που προσδιορίζει και τη ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ αποζημιώσεως (άτοκα), αλλά και τον ακριβή ΧΡΟΝΟ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ, δηλ. μία διετία-τριετία (από πότε αλήθεια; Από την πτώχευση ; Από την κατάσχεση ; Από την αγωγή ; Γύρευε…). Αναρωτιέμαι δε, πού στα κομμάτια θα βρεί το ΠΤΩΧΕΥΜΕΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ τα φράγκα για να αποζημιώσει (και δη εντός μόλις 2ετίας-3τίας από την πτώχευση) τους καψερούς τους δικαιούχους.

Και μετά μου λέτε ότι εγώ τα βάζω με τους ελλιοττικούς και ότι τους έχω κηρύξει τον Ανένδοτο.

Συγγνώμη. Οι ελλιοττικοί τα βάζουν με τη λογική και μας έχουν λυσσάξει στο Ανέκδοτο.

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Μανιτάρια Αμαζονίου, ληγμένα από καιρό

Kαλά, οι άλλοι στο Κάπιταλ δεν πάνε καλά. Σβήσανε εκείνον τον Χορδιστή, επειδή λέει έγραφε ΟΛΟΣΕΛΙΔΑ ποιήματα. Δηλαδή, το βασικό πρόβλημα ήταν στην έκταση των ποιημάτων. Φαντάσου να είχανε για χρήστη και τον κόντε-Σολωμό, να τους γράφει Ύμνους εις την Ελευθερίαν. Σε τσιμεντένιο κοστουμάκι θα τον είχαν χώσει. -Μωρέ ο Χορδιστής σας πείραξε ? Εδώ έχετε τόσα χρόνια τον άλλον, τον ΠΟΡΔΙΣΤΗ (-το πιάσατε, έτσι ;), που μας έχει φλομώσει στη χαμογελαστή παπαριά και τον αφήνετε να συνεχίζει, ο Χορδιστής ήταν το θέμα ? Δε με νοιάζει, κάντε ό,τι θέλετε, κόφτε και το λαιμό σας, στο κάτω-κάτω.

Και ενώ επανεμφανίστηκε ο Γίγας Kostoklani (ο μόνος που έπιασε το υπονοούμενο), την ίδια στιγμή ο Ηλίθιος της δημοσκόπησης έχει αποκτήσει ισχυρότατο προβάδισμα και τίποτα πιά δεν φαίνεται ικανό να απειλήσει το άτι-γκανιάν, μέχρι τον τερματισμό. Ο άλλος πάλι, ο Mashane, τώρα το θυμήθηκε το Γκουρουδιστάν. Άντε, να σου πώ και σένα πώς έχει το πράγμα. Ν’ αγιάσω δεν μ’ αφήνετε. Υπήρχαν λοιπόν δύο Γκουρουδιστάν. Ένα στο Κάπιταλ κι ένα στο Blogspot. Το δεύτερο, αληθινό αριστούργημα, το έχει κλειδώσει από καιρό ο ιδιοκτήτης του, έπειτα από απειλές που του εξαπέλυσε ο γνωστός τύπος, με το χιούμορ μεταξοσκώληκα που έχει φάει ληγμένα μουρόφυλλα.

Τώρα που είπα για μουρόφυλλα, τί θυμήθηκα ; Μάγκες, θυμάστε που αναρωτιόμουν τόσον καιρό τί στο διάολο κατεβάζουν μερικοί, ώστε να στρώνουνε κεφάλα πριν βγούν να γράψουν στο φόρουμ ; Τελικά κατέληξα. Μαγικά μανιτάρια τρώνε, αυτό που σας λέω εγώ. Psilocybe Cubensis, ποικιλία Αμαζονίου, πιθανότατα. Κατεβάζουν κάνα τσουκάλι τέτοια μανιτάρια κοκκινιστά, τους χτυπάνε κατακούτελα, κι έπειτα διαβάζετε εσείς όλ’ αυτά τ’ απίθανα και απορείτε από πού πηγάζουν. Από τα μανιτάρια πηγάζουν.

Έλεγα για το Γκουρουδιστάν, ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ τότε του blogger να κατεβάσει το blog, αλλά από την άλλη δεν μου πέφτει και λόγος. Προσωπικά, εάν ήμουν στη θέση του και με απειλούσε κάνα τέτοιο ζωϋφιο, ΘΑ ΓΚΑΖΩΝΑ κι άλλο. Μωρέ θα το σανίδωνα, πες καλύτερα. Πιο πριν υπήρχε το αυθεντικό Γκουρουδιστάν, στα capitalblogs. Αυτό πιά δεν ήταν μπλογκ, ήταν το Θέατρο Τέχνης. Κι εκεί όμως, το κατέβασαν το μπλογκ, έπειτα από καταγγελίες αγανακτισμένων πολιτών. δηλαδή του δηλητηριασμένου (από μανιτάρια Aμαζονίου) μεταξοσκώληκα που λέγαμε πριν. Απ’ αυτό το Γκουρουδιστάν μπορείς ακόμη να βρείς κομμάτια στην cache του google, εφόσον κάνεις αναζήτηση με τη λέξη-τίτλο του μπλογκ. Αλλά δεν θα βγάλεις άκρη, καθώς λείπουν τα περισσότερα nicknames, που σβήστηκαν τη φοβερή εκείνη Νύχτα του Αγίου Γομολάστιχα.

Να ‘χεις το ζωνάρι σου λυμένο για σκιαμαχίες, είναι –όπως εύστοχα παρατηρήθηκε- μία πολύ κακή συνήθεια, που όμως κόβεται πανεύκολα, υπό την προϋπόθεση να διαθέτεις σιδερένια θέληση. Προσωπικά, την έχω κόψει πάνω από σαράντα φορές -ίσως και πενήντα- και κάθε φορά μαχαίρι.

Από την άλλη πλευρά, πολλοί φίλοι διατύπωσαν τις επιφυλάξεις τους, περί της αμφιβόλου σκοπιμότητος του διαλόγου με ένα αδειανό κρανίο ή και με περισσότερα, ενδεχομένως. Θα μπορούσα κατ’ αρχήν να απαντήσω ότι το ίδιο ακριβώς έκανε και ο Άμλετ και όμως, κανείς από σας δεν τον σχολίασε τότε. Πέραν αυτού, η δαπάνη τόσου πολύτιμου χρόνου για τόσο επουσιώδη πρόσωπα, είναι ομολογουμένως καταστροφική, ό,τι κοντινότερο στον διανοητικό θάνατο. Μα αυτό είναι το θέμα : Μόλις περάσεις τα σαράντα, θα πρέπει ν’ αναλογίζεσαι και το τέλος σου. Και να βρίσκεις τρόπους να εξοικειώνεσαι με δαύτο, κατά το δυνατόν. Κάτι σαν προπόνηση για την περίπτωση που θα σε χτυπήσει το αλτσχάϊμερ ή κάνα εγκεφαλικό.

Αλλά ακόμη και ο πλέον κακόπιστος κριτής, θ’ αναγκαστεί τελικά να παραδεχτεί πώς απ’ όλον αυτόν τον θόρυβο, περίσσεψε κι ένα ηθικό δίδαγμα : Μ όποιονε γκουρού καθήσεις, τέτοιες γκουρουδιές θα μάθεις.

Γυρίζουμε σελίδα και πάμε σε ιστορικά θέματα.

Υπολοχαγός Χαγιάσι Ινόουε, Αυτοκρατορική Φρουρά, Μαντζουρία 1935 :
«Οι Κινέζοι ήταν κακοί στρατιώτες. Τα όπλα τους και τα υλικά τους δεν μπορούσαν ν’ ανταγωνιστούν τα δικά μας και ήταν ουσιαστικά ανεκπαίδευτοι. Όπου κι αν πηγαίναμε, νικούσαμε. Το κακό ήταν ότι, ενώ νικούσες τους Κινέζους σε μια περιοχή, αυτοί εξακολουθούσαν να βρίσκονται παντού»

Στοπ εδώ. «Ενώ νικούσες τους Κινέζους σε μια περιοχή, αυτοί εξακολουθούσαν να βρίσκονται παντού». Το ΄πιασες το νόημα, Υπολοχαγέ Σχιστομάτη. Δεν τελειώνουν ποτέ οι Κινέζοι. Οι Κινέζοι είναι πιο πολλοί κι από τα nicks του Γκουρού Αρσέν Λουπέν, γνωστού και ως Βασίλη-Αντ.

Είδα λοιπόν τον άλλον, τον Κάπταιν Γουέϊ Ζέππο, που δήλωσε ότι πρόκειται να έρθουν να δουλέψουν στην Ελλάδα ίσαμε 600 κούληδες. Για κούνα την κεφάλα σου Κάπταιν, σου φαινόμαστε για ψιμάρια ; Ακούστε πώς ακριβώς έχει το πράγμα και αυτό δεν θα το διαβάσετε πουθενά αλλού. Υπάρχει ως γνωστόν, ένα quota, ποσόστωση που λέμε, για να μπαίνουνε Κινέζοι στην Ελλάδα, δηλαδή μια οροφή στον αριθμό των αδειών εργασίας. Αυτή τη στιγμή η διαδικασία είναι μπλοκαρισμένη. Για την ώρα δεν εκδίδονται άδειες. Και ο λόγος είναι επειδή περιμένουν ανά πάσα στιγμή και έως τέλη του 2011 ίσαμε 4.500 οικογένειες, μαζεμένες.

-Τι έκανε λέει ? -Ναι λέμε, οι Τσάϊνες στέλνουν στο λιμάνι τεσσερσίμισυ χιλιάδες δικούς τους, με τις οικογένειές τους, δηλαδή βάλε τώρα πόσα άτομα. Όποιος δεν πιστεύει, ας πάει τώρα δα στην Πρεσβεία τους, να ζητήσει από τον κομισσάριο να του βγάλει έστω και μία άδεια εργασίας για άνθρωπο από Κίνα. Κι άμα βγάλει, να μου σφυρίξει κλέφτικα. Με λίγα λόγια, το νούμερο που είπε ο Κάπταιν, εξακόσια άτομα, είναι το ορεκτικό, διότι ακολουθούν ορδές, για να στελεχώσουν διάφορα πόστα. Και έχει ο Κομφούκιος.

Και μια λεπτομέρεια. Για τις 4.500 αυτές πειραιώτικες θέσεις έχουν υποβληθεί 150.000 αιτήσεις. Για Κίνα δεν είναι τίποτα το νούμερο, αλλά και πάλι κάτι είναι. Και ο λόγος που ενδιαφέρονται να ξενιτευτούν, δεν είναι ούτε τα λεφτά ούτε τίποτα. Είναι για να μπορούν να κάνουν επιπλέον παιδί-παιδιά, που εκεί δεν μπορούν οι καημένοι. Άκου να δεις φίλε μου. Καλά, κάτσε να έρθουν, να δουν τις εδώ συνθήκες και εγώ σου λέω ότι θα το ξανασκεφθούν πολύ σοβαρά το θέμα. Εάν τώρα έρχονται εντελώς αποφασισμένοι, βλέπω σε καμιά εικοσαριά χρόνια την πλατεία Καραϊσκάκη να μετονομάζεται σε πλατεία Τσανγκ Καϊ-Σεκ.

Παρότι κανείς δεν απάντησε στο προηγούμενο –ομολογουμένως δύσκολο- ερώτημα, δηλαδή πότε θα βγεί στο τηλέφωνο ο Δούρος, δίνω σήμερα μια δεύτερη ευκαιρία σε όλους να περάσουν το καταραμένο μάθημα, αρκεί ν’ απαντήσουν στις εξής δύο : -Ποιά σχέση έχει (είχε) με τη Σουέζ ο ένας από τους δύο νέους διευθυντάδες, που βάλανε την περασμένη βδομάδα στην ΕΥΔΑΠ ; -Και τί νέφτι τους βάλανε ξαφνικά στον κώλο και όλο γράφουνε και σβήνουν, εκεί μέσα ;

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Σήμερα ήσουνα, αύριο δεν ήσουνα

Έχω τώρα έναν εξάδελφο, που το άτομο λέμε είναι εγκέφαλος. Λογικό θα μου πεις, αφού έχουμε κοινό αίμα, αλλά αυτός παραείναι μυαλό. Στα ηλεκτροτεχνικοκομπιουτεροαπαυτά, από τα οποία δεν νοιώθω την τύφλα μου. Λοιπόν, μετά από εικοσιπέντε χρόνια αξιωματικός στην Αεροπορία, τα βρόντηξε χάμω και σηκώθηκε κι έφυγε, μπαϊλντισμένος από τη γενικότερη σαπίλα στο δημόσιο. Δεν προλαβαίνει να φύγει, τον τσιμπάνε αμέσως σε μια μεγάλη εταιρεία, στέλεχος. Επειδή δεν κοιμούνται μερικοί εκεί έξω και ξέρουν ποιός μπορεί να τους κάνει άριστα τη δουλειά. Τέλος πάντων, πάει εκεί ο άνθρωπος και δουλεύει σαν το γαϊδούρι. Όχι σαν σκυλί, διότι τα σκυλιά δεν δουλεύουν, παρεξόν ορισμένα κυνηγόσκυλα. Έλα όμως που μέχρι να πάει στη νέα τη δουλειά, βγαίνει ο νέος ο νόμος, που λέει ότι άμα παίρνεις σύνταξη του δημοσίου δεν γίνεται παραλλήλως να δουλεύεις και σε άλλη δουλειά, στον ιδιωτικό τομέα. Πρέπει να αποφασίσεις σου λέει, ή τη σύνταξη ή το μισθό του ιδιώτη. Διαλέγεις και παίρνεις, πάει και τελείωσε.

Μάλιστα, καταλαβαίνω. Πρέπει να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας για τους νέους, να πάνε στα σπίτια τους οι παλιοί, να βάλουνε εμβάδες και να κάτσουνε στον καναπέ να βλέπουν Εσμεράλδα, με τη γρηά τους παρέα. Ας πούμε λοιπόν ότι το ξαδέλφι πάει αύριο το πρωϊ στον εργοδότη του και του λέει «σόρρυ μποςς, αλλά πρέπει να φύγω, καθότι έτσι κι έτσι». Άντε, στο καλό, του λέει ο εργοδότης, ο οποίος βέβαια καλείται ν’ αναπληρώσει το κενό στη συγκεκριμένη θέση. Το θέμα όμως είναι ποιόν να προσλάβει στη χηρεύουσα θέση. Τον συγκεκριμένο, τον είχε πάρει λόγω εμπειρίας δεκαετιών σε εξειδικευμένο αντικείμενο. Λες άμα υπήρχανε στην αγορά πολλοί πιτσιρικάδες αναλόγων προσόντων, να κατέληγε στον απόστρατο ; Άσε που είναι και ζοχάδες οι απόστρατοι αξιωματικοί, μυστήριοι τύποι, έχουν μάθει αλλιώς, να διατάζουνε κυρίως και δεν σκαμπάζουν από κόλπα του ιδιωτικού τομέα. Και όμως, αυτόν πήρε, για το λόγο που είπαμε. Λόγω ιδιοφυϊας-εμπειρίας. Κι έρχεται τώρα το γκουβέρνο και παροπλίζει ένα κάρο επαγγελματίες σοβαρούς, και καλά για ν’ αδειάσουν θέσεις εργασίας.

Όμως αυτό, δηλαδή η δημιουργία εργασιακών θέσεων, είναι το παραμύθι της υπόθεσης. Χέστηκε το δημόσιο για τις θέσεις εργασίας και κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Ναι, βλέπουμε πώς τον προστατεύει τον υπάλληλο, που τον παρέδωσε τώρα έρμαιο στις διαθέσεις της εργοδοσίας, να του πετσοκόβει το μισθό για πλάκα και να μπορεί να τον σουτάρει με συνοπτικές διαδικασίες και μικρό τζερεμέ. Άρα, δεν είναι η αγορά εργασίας το μέλημά τους. Εκείνο που τους καίει, είναι πώς θα πετσοκόψουνε απ’ όπου μπορούνε. Τα λεφτά τους καίνε. Και με οποιαδήποτε πρόφαση –ακόμη κι αν δεν φοράς κράνος- αρνούνται να καταβάλουν λεφτά. Αύριο θα σου πούν πώς έτσι κι είσαι συνταξιούχος του δημοσίου και έτυχε να κερδίσεις το τζόκερ, θα σου κόβουνε τη σύνταξη, επειδή λεφτά έχεις κι ανάγκη δεν έχεις. Ή άμα σου σκάσουνε στο σλοτ-μασίν τρία εφτάρια στη σειρά και πλημμυρίσεις στο κέρμα, θα σου πούν «διάλεξε μπάρμπα, ή τα κέρματα ή τη σύνταξη».

Άλλο που πήγαν και σκέφτηκαν οι σατανάδες : Τέλη Φλεβάρη, για φέτος μιλάμε, βγαίνει -στο ξεκούδουνο- μια απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (σιγά, ανατριχιάσαμε τώρα), που κρίνει αντισυνταγματική την προσωποκράτηση για είσπραξη βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, επειδή –λένε τώρα αυτοί- παραβιάζει τις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, πυρήνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία που είναι απαραβίαστη και μπλα μπλα μπλα και μπουρ μπουρ μπουρ και να ‘χουμε να λέμε. Σώπα ρε μάστορα. –Τώρα, αίφνης σ’ έπιασε ο πόνος για τον άνθρωπο και τον πυρήνα του ; Εκατόν εβδομήντα χρόνια θεσμού, δεν είχε πυρήνα ο άνθρωπος ; Που έτσι και τσακώνατε κάναν καψερό τονε μπουζουριάζατε μέσα, να κάνει παρέα με τους ποινικούς, να μαθαίνει και κόλπα αλλιώτικα για όταν βγεί όξω ;

Ασφαλώς και σας έπιασε τώρα ο πόνος. Διότι το είχατε δει έγκαιρα το έργο, ότι δηλαδή προκειμένου να μην σας περάσουν πίσσα και πούπουλα και σας κάνουν τρυφερό πόδι, όπως στην Άγρια Δύση, τότε θα έπρεπε να ξαμοληθείτε να μαζέψετε τα λεφτά που χρωστάνε οι μεγαλολαμόγιοι οφειλέτες του δημοσίου, από εφοπλιστές έως εκδότες, από μεγαλοποινικολόγοι ως μεγαλοπλαστικοί χειρουργοί και από «αστέρες» του πενταγράμμου έως «αστέρες» της τηλεόρασης. Κι επειδή οι περισσότεροι απ΄αυτούς τους λεμέδες είχαν φροντίσει εν καιρώ να μην διαθέτουν εντοπίσιμα περιουσιακά στοιχεία εν Ελλάδι, θα έπρεπε να τους χώσετε μέσα, αναγκαστικά. Κι επειδή δεν θέλετε να χώσετε μέσα επώνυμες μουτσούνες, δικά σας παιδάκια, του συστήματος, όπως καλή ώρα αυτή τη σκατόγρια τον Τόλη, γι’ αυτό μάγκες μου σας έπιασε ξαφνικό κόψιμο για τα συνταγματικά δικαιώματα και τα λοιπά, του κώλου τα εννιάμερα. Επειδή μέχρι τώρα αυτοί όλοι οι λεχτρίτες έχαιραν ασυλίας και μήτε λεφτά τους γυρεύατε μήτε φυλακή τους κλείνατε. Κι επειδή τώρα θα υποχρεωνόσασταν να τους μαντρώσετε, για να μην έρθετε στη δύσκολη αυτή θέση, μου στήσατε στην έδρα τους τύπους με τα γουνάκια να καταργήσουν μάνι-μάνι την προσωποκράτηση, ειδάλλως θ’ αδειάζαν ξαφνικά τα τηλεοπτικά παράθυρα από τους γνωστούς μαϊντανούς, που ο καθένας τους χρωστάει στην εφορία από μύριο και πάνω και λίγα λέω. Και θα έπρεπε να τρέχουν μετά τα βανάκια στις φυλακές της Τίρυνθας, να κάνουν λινκ τον κάθε μεγαλοαπατεώνα από το κελί του, να συνεχίζει να μας λέει τις παπαριές του, μη χάσουμε. Παπαριές πίσω απ’ τα κάγκελα.

-Εκείνο το ιστορικό θέμα της ΛΑΝΕΤ, το «Ήμουνα σήμερα…», το θυμάται κανείς ; Βλέπω να ξανανεβαίνει, σε τουλάχιστον είκοσι παρεμφερείς βερσιόν, με πρόθεμα τα χαρτιά του εικοσάρη. «ΕΤΕ-Ήμουνα σήμερα», «ΟΤΕ- Ήμουνα σήμερα», «ΕΛΠΕ-Ήμουνα σήμερα», «ΜΙΓ-Ήμουνα σήμερα» και πάει λέγοντας. Θα βγαίνει ο καθένας και θα λέει πού ήντουνα σήμερα. Κι από κεί που ήντουνα σήμερα, αύριο θα είναι παρακάτω, πλέον ή βεβαιον.

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Σήμα-καμπάνα από Αθαμανικά Όρη, πάνω

Εκεί στο Υπουργείο Εθνικού Δανεισμού, έχουν βάλει στον τοίχο απέναντι έναν μεγάλο φωτεινό πίνακα, φάτσα-κάρτα στα γραφεία των υπαλλήλων. Ο πίνακας δεν δείχνει τίποτε περισσότερο από την ώρα. Ένα απλό ρολόϊ είναι. Και όμως, κάθε ακριβώς μισή ώρα, οι υπαλλήλοι σηκώνουν τα κεφάλια τους, κοιτάζουν τον πίνακα και αναφωνούν όλοι μαζί :
«Όλε !»
Έπειτα, ξανασκύβουν στο γραφειάκι τους και συνεχίζουν τη δουλειά τους (που λέει ολόγος), για άλλη μισή ώρα, ώσπου άντε πάλι ξανά :
«Όλε !»
-Μα τι διάβολο βλέπουν οι υπαλλήλοι και πανηγυρίζουν, κάθε μισή ώρα ; Στην πραγματικότητα, τίποτα το ιδιαίτερο. Απλώς, έχουν ενημερωθεί από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ότι κάθε μισή ώρα πεθαίνει κι από ένας γέρος, που μπορεί να είναι και γρηά, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι κάθε μισή ώρα γλιτώνουμε οριστικά και αμετάκλητα κι από μια σύνταξη. Μεγάλη δουλειά, τη σήμερον ημέρα. Οπότε, να θυμάστε κι εσείς, μόλις το ρολόϊ δείχνει και μισή :
«Όλε !»
Και μόλις δείχνει ακριβώς, ναι, πάμε όλοι μαζί :
«Όλε !»

Παραλλήλως, νέα χαρμόσυνα νέα έρχονται από το αραγές μέτωπο των δημοσίων υπαλλήλοι, οι οποίοι έχουν εξαγγείλει βαρβάτη απεργία για τις είκοσι του μηνού Μάη, ενώ από τις εικοσιπέντε του μηνού Μάη ξεκινούν απεργίες 48ωρες και οι άλλοι δουλευταράδες, υπαλλήλοι της Δεής. Και πάλι τα υπολόγισαν, αυτοί οι υπολογιστές του Υπουργείου Εθνικού Δανεισμού : Σου λέει, όταν προσέρχονται στις υπηρεσίες τους, παράγουν μηδέν και τους πληρώνουμε για δέκα. Όταν δεν προσέρχονται, πάλι παράγουν μηδέν (αυτό το σημείο παίζεται στάνταρ), αλλά τους πληρώνουμε μηδέν. Άρα, δεν θέλει μυαλό. Απεργείστε μπας και λασκάρουμε. Κάτσε να δεις τώρα, με τόσες απεργίες, για πότε μειώνεται το δημόσιο έλλειμμα. Πάει κι αυτό, όλα δεξιά μας έρχονται.

Εν τω μεταξύ, ξεκινάει και η απογραφή των δημοσίων υπαλλήλοι, ώστε να δούμε επιτέλους πόσοι είναι στην πραγματικότητα. Ωραία, σύμφωνοι, αυτό είναι «ένα πρώτο βήμα προς την σωστή κατεύθυνση», που λένε κι οι πολιτικοί με τη γλώσσα από κόντρα πλακέ θαλάσσης. Κανείς όμως δεν έχει σκεφτεί τι θα γίνει παρακάτω. Εγώ σου λέω πως τους μετράς και τους βρίσκεις περίπου δύο εκατομμύρια (κάπου τόσοι θα βγούν, δεν είναι τυχαίο το νούμερο). Βγάλε τώρα όξω τους πεθαμένους, που συνεχίζουν να παίρνουν μισθό, πέφτουμε στο ένα μύριο εφτακόσες χιλιάδες υπαλλήλοι, όλοι ζωντανοί, ζωή να ‘χουν. Εντάξει, τους καταμέτρησες. Όμως, αυτό το νούμερο αλλάζει μέρα με τη μέρα. Χώρια πόσοι θα πεθαίνουν εν τω μεταξύ και θα συνεχίζουν να πληρώνονται -άστο αυτό- υπάρχουν κι άλλοι, που μπαίνουν ακόμη και τώρα στο δημόσιο. Ορδές ολόκληρες τρυπώσαν στη Βουλή, από τις εκλογές μέχρι σήμερα.

Συνεπώς, δεν είναι να πεις τους μέτρησα και τελείωσα. Το νούμερο είναι διαρκώς μεταβλητό και δεν γίνεται βέβαια να τους απογράφεις κάθε μήνα. Αμαρτία να τους κουβαλάς στη δουλειά χωρίς λόγο, κάθε τρείς και τόσο. Λέω λοιπόν, ότι η καλύτερη λύση, μια κι έξω είναι να τους φορέσουν από έναν ραδιοεντοπιστή. Το σύστημα έχει δοκιμαστεί στις αρκούδες της Πίνδου και έχει πετύχει. Ανά πάσα στιγμή γνωρίζεις όχι μόνον πόσες αρκούδες διαθέτεις, αλλά επιπλέον γνωρίζεις και που έχει αράξει το κάθε ζωντανό. Δεν χρειάζεται να το ψάχνεις μέσα στο δάσος. Λες, νάτο το αρκούδι, το βλέπω στην οθόνη, έχει χωθεί σε μια σπηλιά και την έχει πέσει για ύπνο. Και ξέρεις τί σου γίνεται.

Το ίδιο πρέπει να γίνει κι εδώ και είναι μοναδική ευκαιρία να γίνει τώρα, που θα μαζευτούν –για πρώτη φορά στην ιστορία- όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι στις υπηρεσίες τους, λες κι έχουμε επιστράτευση. Να δω την ημέρα της απογραφής, πού θα βρουν τόσες καρέκλες και γραφεία, να τους βάλουν να κάτσουν. Εγώ σου λέω ότι θα δανείζονται ψάθινες και τραπεζάκια από τα πλαϊνά καφενεία και θα τους βάζουν και κάνα χαρτί μπροστά τους, ότι δήθεν γράφουν. Κι αυτοί θα γράφουν τα ψώνια του σούπερ μάρκετ, μέχρι να περάσει η απογραφή και να ξεκουμπιστεί, να γυρίσουν όλοι στις δουλειές τους, δηλαδή στο σπίτι τους.

Έλεγα λοιπόν ότι η πατέντα με τον ραδιοεντοπιστή δεν είναι αστείο πράγμα. Μπορούν να τους τον φορέσουν στο λαιμό, με λαιμαριά που να κλειδώνει με λουκέτο ή διαφορετικά (αλλά αυτό έχει μεγαλύτερο κόστος), να τους τον φορμάρουν σε μορφή εμφυτεύματος στα καπούλια. Υπάρχουν τρόποι, εφόσον υπάρχει η πολιτική βούληση. Ακολούθως, το μόνο που έχουν να κάνουν οι υπεύθυνοι είναι να μετράνε τα σήματα που εκπέμπονται στις οθόνες τους και να τσεκάρουν τις θέσεις τους. Το πιθανότερο βέβαια είναι ότι ο τάδε υπάλληλος της Νομαρχίας Αθηνών θα δίνει στίγμα κάπου στην Πίνδο, όπου θα έχει πάει με την παρέα του για παράνομο κυνήγι. Νίβα φτιαγμένο, σκύλοι στο ξύλινο κουτί από πίσω, καραμπίνες, δίκαννα στο πορτμπαγκάζ, σένια-καθαρά, τσοκαρισμένα δύο και τέσσερα άστρα, φυσίγγια μυριάδες, φραπεδιά στο κύπελο και φύγαμε.

Μοιραία ανακύπτει ο κίνδυνος να συγχέονται οι κυνηγοί δημόσιοι υπάλληλοι με τις αρκούδες που ζούν στον ίδιο βιότοπο. Δηλαδή, δεν το έχω απίθανο να βγάλει ξαφνικά ανακοίνωση ο Αρκτούρος (φουμάρουν μυστήριο stuff αυτοί) ότι ο πληθυσμός των αρκούδων, από σαράντα που ήταν μέχρι σήμερα, εκτινάχθηκε ανεξήγητα κατά το τριήμερο στις πέντε χιλιάδες διακόσες τριάντα δύο, για να υποχωρήσει τη Δευτέρα –και πάλι ανεξήγητα- στις εκατόν ογδόντα επτά (οι εκατόν σαράντα επτά θα είναι τίποτα κοπανατζήδες, που είπαν να κάτσουν καμιά βδομαδούλα ακόμη, να πάρουν τον αέρα τους, ν’ αλλάξουν αίμα). Τέλος πάντων, αυτές οι τεχνικές λεπτομέρειες λύνονται, δεν είναι θέμα. Στο φινάλε, ας πουλήσουν όλες τις αρκούδες στους γύφτους, ώστε να ξέρουμε ρε αδελφέ ότι όταν έχουμε στίγμα στην Πίνδο, είναι εκατό τοις εκατό σκαστός δημόσιος υπάλληλος, που έχει πάει για ζαρκάδι. Δε γίνεται τώρα, για σαράντα ζωντανά, ν’ αναστατώνεται κοτζάμ υπερεσία και να χάνουμε τον μπούσουλα.

Άμα τώρα τύχει και μας αφήσει χρόνους κάνας δημόσιος υπάλληλος, και πάλι θα το καταλάβουμε από το ραδιοσήμα, διότι δεν θα είναι φυσιολογικό να είναι εντελώς ακίνητος έναν ολόκληρο μήνα. Σημαίνει ότι εάν ψάξουμε, κάπου θα τον βρούμε τούμπανο. Οπότε, τον διαγράφουμε αμέσως από τις λίστες μισθοδοσίας, όχι όπως παλιά, που του κάνανε μεταφορά οστών στο οστεοφυλάκιο κι αυτός ακόμη έπαιρνε μηνιάτικο. Τον σβήνεις λοιπόν από τις λίστες, ελπίζοντας να μην έχει αφήσει ξοπίσω του καμιά γρηά, να μασάει σύνταξη και παραγγέλνεις και στον Αρκτούρο να του γράψει κάναν επικήδειο, απ’΄αυτούς τους ωραίους, τους φιλοζωϊκούς :

«"Έφυγε" ο Βρασίδας : Απεβίωσε χθες βράδυ ο Βρασίδας, ο γλυκύτατος μεγαλόσωμος αρσενικός δημόσιος υπάλληλος, γνωστός σε όλους τους δασοφύλακες της Πίνδου για τη αγάπη του στο μέλι, τα παιχνίδια στη λίμνη και τις πολυήμερες κοπάνες από την υπηρεσία του. Αντίο Βρασίδα, θα μας λείψεις»

Κάτι τέτοιο, συγκινητικό.
Μαθαίνω τώρα, για να σοβαρευτούμε και λιγάκι (όσο αυτό είναι δυνατόν), ότι ο εκδότης του lifestyle και του glamour φώναξε όλο το προσωπικό της εταιρείας και τους ζήτησε να υπογράψουν χαρτί ότι δέχονται μείωση αποδοχών κατά 30%. Όποιος δεν υπογράφει, ξέρει τί γίνεται παρακάτω. Δρόμο. Μιλάμε τώρα για προσωπικό εκατοντάδων ατόμων. Και μιλάμε για τον πρωτομάστορα της νεοελληνικής υποκουλτούρας, τον άνθρωπο που εισήγαγε εδώ χάμω τον Δούρειο Ίππο της αποβλάκωσης, με τα γνωστά περιοδικά-πατσαβούρια και τα αφιερώματα σε κώλους, παρτούζες, πούστηδοι και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, ανάμικτα με ολοσέλιδες ιλουστρασιόν διαφημίσεις κάθε λογής άχρηστου σκατοπράγματος, που του κουβάλαγαν τους πακτωλούς στην πόρτα του.

Όταν ο ιστορικός του μέλλοντος θα ψάχνει να βρεί τί στα κομμάτια πήγε στραβά σ΄αυτόν εδώ τον διαβολότοπο, ας ρίξει μια ματιά και στην συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί εδώ θα εντοπίσει το αυγό του φιδιού. Και πώς μπορείς να καταστρέψεις μια ολόκληρη γενιά, μετατρέποντάς την σε άβουλα, νωθρά ανθρωπάκια, γνήσια τέκνα του Αυνάν, ανίκανα ν’ αντιδράσουν στο χτίσιμο ενός επίχρυσου κλουβιού, τριγύρω τους, όπως ακριβώς, με τις ίδιες μεθόδους, μετέτρεψαν τους απογόνους των σαμουράϊ και των καμικάζε, σε αβλαβείς emo-μαριονέτες, που νομίζουν ότι το Περλ Χάρμπορ είναι εναλλακτική grunge μπάντα, κάπου από το Σηάτλ. Kαι ψάχνουν και για κάνα αυτόγραφό τους σε καλή τιμή, στο e-bay.

Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Δοκιμή Ευστάθειας για Εικονίσματα

Είχα στο Λύκειο έναν συμμαθητή. Δηλαδή, πολλούς είχα, αλλά το θέμα μας είναι ο συγκεκριμένος. Ο Τιμόθεος, μάλιστα. Ο Τιμόθεος ήταν όνομα και πράμα, αφού τον τίμαγε το Θεό του και με το παραπάνω. Βλαστός του κατηχητικού, προφανώς από άγρια θρησκευόμενο περιβάλλον, όλη μέρα να σταυροκοπιέται και να φιλάει εικονίτσες και φυλαχτά διάφορα και κομποσκοίνια, που ξεχείλιζαν μεσ’ απ’ τις τσέπες του. Βόϊδι στα γράμματα, μοναχικός, παρτίδες με κανέναν, ήσυχος στην τάξη και τόσο δραστήριος στο μάθημα, όσο ένας δημόσιος υπάλληλος στην υπηρεσία του, Παρασκευή μεσημέρι του Ιουλίου. Τέλος πάντων, είτε υπήρχε στο σχολειό Τιμόθεος, είτε δεν υπήρχε, ένα και το αυτό. Το ΄83 δίναμε πανελλαδικές. Δε κλάςς οβ έϊτυ θρη. Ο Τιμόθεος καθόταν στο διπλανό θρανίο από μένα, στ’ αριστερά μου. Για ορντέβρ δίναμε έκθεση, αυτό το κωλομάθημα που φτιάχτηκε για να κάνουν οι φιλόλογοι τους καμπόσους στα παιδάκια. Όλοι τσιτωμένοι, ο Τιμόθεος στην κοσμάρα του. Περιμένουμε τώρα το θέμα που έχουνε διαλέξει για πάρτη μας οι διάνοιες του υπουργείου, κοιτάζοντας το ταβάνι, εάν έχει ρωγμές. Ο Τιμόθεος από δίπλα, ετοιμάζει τα μολύβια του, στυλό, γομολάστιχες και λοιπά πανελλαδικά αξεσουάρ, που τα βγάζει από ένα ειδικό πανελλαδικό τσαντάκι. Στο τέλος, τραβάει όξω κι ένα ξύλινο εικονισματάκι της Παναγίτσας, το φιλάει ευλαβικά και το απιθώνει στο θρανίο, μπροστά του, όρθιο, με προσοχή, λες και βάσταγε νιτρογλυκερίνη. Το φυλαχτό του.

Μπαίνει ο τύπος ο πρασινοφρουρός με το θέμα της έκθεσης παραμάσχαλα, το υπαγορεύει, γράφουμε εμείς την εκφώνηση. Όπως γράφει ο Τιμόθεος, κουνιέται λίγο το θρανίο του, που κάπως κούτσαινε, και πάρτο κάτω το εικονισματάκι. Το ξαναστηλώνει επιμελώς και πάει να συνεχίσει, αλλά έχει χάσει κάνα-δυό προτάσεις, εν τω μεταξύ. Τέλος πάντων, πάει μετά από πάνω του ο σπήκερ -που πήρε μυρωδιά το ζόρι του Τιμόθεου- και του ξαναϋπαγορεύει το θέμα, κατ’ ιδίαν, στο ψιθυριστό. Ξεκινάμε να γράφουμε, ό,τι του κατέβει του καθενός στη γκλάβα κι ο Θεός να βάλει το χέρι του. Ξεκινάει και το θηρίο ο Τιμόθεος, αφού προηγουμένως έξυνε την κούτρα του για κάνα εικοσάλεπτο, μέχρι να τη ματώσει, αλλά μόλις πάει να βάλει το στυλό στην κόλλα, άειντε πάλι τα ίδια, σείεται λίγο το θρανίο, τσουπ, ξαναπάρτην κάτω την Παναγίτσα. Αφήνει κάτω το στυλό, ξαναστήνει την Παναγίτσα. Πάει να συνεχίσει, ξανά ξάπλα η Παναγίτσα. Άειντε πάλι, να την ξαναβάλει όρθια. Να μην τα πολυλογώ, αυτό το σκηνικό πρέπει να έγινε καμιά εικοσαριά φορές, ήδη στο πρώτο ημίωρο του αγώνα. Κουνιόταν το θρανίο, έπεφτε η Παναγίτσα. Την ξανασήκωνε ο Τιμόθεος, ξανά κάτω η Παναγίτσα. Εκεί αυτός, να μην το βάζει κάτω, σκυλί μονάχο. «-Ρε συ Τίμο», του λέω κάποια ώρα, «βάλε ένα χαρτάκι κάτω απ’ το πόδι να μην κουτσαίνει το θρανίο ή τέλος πάντων ξάπλαρε την Παναγίτσα ανάσκελα, να τελειώνουμε μ’ αυτό το μαρτύριο αδελφάκι μου, μας έχεις σπάσει τα νεύρα».

Ο Τίμος μ’ έγραψε στ’ απαυτά του, προφανώς επειδή η ιδέα της Παναγιάς της Ξαπλωτής θα του φάνηκε πολύ βλάσφημη, ενώ και η κλασσική πατέντα με το χαρτάκι μάλλον αντέβαινε στο Θείο θέλημα, που ήταν να τυραγνιέται ο μαύρος ο Τιμόθεος, για να γράψει μια και μόνη λέξη στην κόλλα. Και πού να του έλεγα δηλαδή την ακόμη καλύτερη ιδέα, να κολλήσει την Παναγίτσα πάνω στο θρανίο, με τσιχλόφουσκα. Κι έτσι πήγε όλο το έργο, μέχρι που ο ρέφερης το έληξε το παιχνίδι -χωρίς να κρατήσει καθυστερήσεις καθόλου- κι ακουμπήσαμε όλοι τους στυλούς (που λένε μερικοί) πάνω στις κόλλες και αντίο ζωή. Την άλλη μέρα, στα Λατινικά, ξαναγίνηκε το ίδιο. Όχι ότι έχει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον -όπως και η έκθεση, έτσι κι αυτά- είναι ένα τελείως άχρηστο μάθημα, παρεξόν κι αν θες να πας στη Ρουμανία, παρέα με τον Δράκουλα, τον Σάρισα, τον ανταποκριτή μου στο Βουκουρέστι, αμέσως υφιστάμενο του Αρχισυντάκτη μου, Ζαχμουραίου. Όπως ακριβώς είναι τα Λατινικά, βάζεις στο τέλος κι ένα «ου» και μιλάς το ρουμάνικο φαρσί. Ρεγκίνου ρόζου αμάτου, που στα ρουμάνικα σημαίνει η Φρίκα ψοφάει για ρόδα μυρωμένα. Αντονέσκου ναζίστου εστ, Τσαουσέσκου φασίστου εστ και πάει λέγοντας. Και βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, Ρουμάνος εστί επάγγελμα, όχι εθνικότητα. Ρουμάνου προφεσσιόνου εστ.

Αλλά ξεφύγαμε και πάλι. Λέγαμε λοιπόν, δηλαδή εγώ έλεγα, ότι ο Τίμος τα σκάτωσε και στα Λατινικά, αμέσως μετά τα σκάτωσε και στην ιστορία κι όσο για τ’ αρχαία, άσε, βατερλώ κανονικό, με το πεδίο της μάχης γεμάτο πτώματα φραντσέζων γρεναδιέρων και σκατά. Όπως φαίνεται, ο καψερός ο Τιμόθεος είχε περιπέσει στην εξής φοβερή λούμπα: Είχε μια εγγενή αδυναμία στα γράμματα, που δεν είναι κακό από μόνο του. Την αδυναμία αυτή, προσπάθησε να την αναπληρώσει με τρόπο μεταφυσικό, μέσω της εικονολατρίας. Αντί λοιπόν ο ταλαίπωρος να συγκεντρωθεί στην κόλλα του, να γράψει δυό λέξεις αδελφέ, ό,τι ήξερε τέλος πάντων, αυτός έβαλε μπροστινή την Παναγίτσα, ν’ αναμετρηθεί με τους νόμους της φυσικής, πράγμα δύσκολο, διότι, όπως εξηγήσαμε, η Παναγίτσα σωριαζόταν φυσιολογικά στο καναβάτσο, είκοσι φορές ανά γύρο, λόγω των αλλεπάλληλων βίαιων μετατοπίσεων του κέντρου βάρους της. Η δε επιμονή του δυστυχούς Σίσυφου να επιτύχει την ισορροπία του ταλαντευόμενου εικονίσματος, μαρτυρεί ότι αυτός απέβλεπε στο υπερφυσικό, να σταθεί δηλαδή όρθιο το εικονισματάκι, αψηφώντας τους κλυδωνισμούς του θρανίου. Τούτο, θα εκλαμβάνετο από τον ίδιον ως θαύμα μέγα, προεξοφλητικό μιάς επιφοίτησης Αγίου Πνεύματος, ούτως ώστε ο Τίμος να περάσει στο Χάρβαρντ, απευθείας, μέσω πανελλαδικών. Αρκεί να στεκόταν όρθια η Παναγίτσα. Μόνον αυτό. Μόνο που αυτό δεν συνέβη ποτέ.

Τιμοθεϊκές πρακτικές ακολουθούν και οι κύριοι Τιμόθεοι-μαθητευόμενοι μάγοι της ημετέρας κυβερνήσεως, αδυνατώντας κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπο να καταλάβουν ότι το θέμα δεν είναι η εικονίτσα. Το ένα θέμα είναι η βάση της εικονίτσας, το θρανίο, που σειέται ολόκληρο. Το άλλο θέμα, το ακόμη σοβαρότερο, είναι ότι στις εξετάσεις έχεις πάει απροετοίμαστος. Είναι φύσει αδύνατον ν’ ανταγωνιστείς τους υπολοίπους σ΄αυτές τις εξετάσεις, αφού είσαι τούβλο σκέτο. Αυτοί εκεί, τον χαβά τους. Να σταθεί όρθια η εικονίτσα. Να πάρουμε δάνειο, να πέσουν τα επιτόκια, να ξαναπάρουμε δάνειο. Και ξανά κάτω η εικονίτσα. Και ξανά τον ανήφορο το επιτόκιο. Και δώστου απ’ την αρχή. Λογικό και μοιραίο, όσο κουνιέται το θρανίο. Όσες φορές και να σηκώσεις την εικονίτσα, πάλι αυτή θα πέσει κάτω. Και πάλι θα χρωστάς. Και πάλι θα δανείζεσαι. Και πάλι θα χρωστάς. Δεν φταίει η εικονίτσα, το ξαναλέμε. Το θρανίο φταίει. Και το κεφάλι σου, κεφάλα.

Μία λύση θα ήταν να στηρίξεις με κάποιο πρόχειρο τρόπο το θρανίο. Μα αυτό δεν κουτσαίνει απλώς, είναι τελείως ξεχαρβαλωμένο. Που σημαίνει ότι θέλει σπέσιαλ μαραγκοδουλειά, ώστε να επισκευαστεί. Που αυτό δεν μπορεί να γίνει τούτη εδώ τη στιγμή, εν ώρα εξετάσεων. Ούτε βέβαια προλαβαίνεις να χώσεις ξαφνικά στην κεφάλα σου όσα δεν έμαθες χρόνια τώρα. Θέλει διάβασμα, θέλει χρόνο. -Άρα τι κάνεις ; Απλό, δίνεις την κόλλα σου λευκή και φεύγεις σαν κύριος. Λες «αδυνατώ ν’ αντεπεξέλθω σ’ αυτές τις εξετάσεις, γειά σας κι αντίο, θα σας δω στο πλοίο». Πολύ δε περισσότερο, όταν ούτε καν οι ίδιοι οι καραγκιόζηδες οι εξεταστές δεν γνωρίζουν τις απαντήσεις στα θέματα που σε έβαλαν να διαγωνιστείς. Σου ζητούν κάτι πολύ παραπάνω από τις περιορισμένες δυνατότητές σου, εν γνώσει της αδυναμίας σου να τα βγάλεις πέρα. Και περιμένουν να δουν τί θα κάνεις, δηλαδή πόσες φορές θα χρειαστεί -γελοιοποιούμενος- να σηκώσεις την πεσμένη Παναγίτσα, μέχρις ότου τα σκατώσεις τελείως. Ή μέχρι να τελειώσει ο χρόνος της δοκιμασίας. Διότι παράλληλα το ρολόϊ τρέχει, δεν θα σ’ αφήσουν να γράφεις αιωνίως. Θα σου τραβήξουν την κόλλα μέσ’ απ’ τα χέρια, με μερικά ορνιθοσκαλίσματα πάνω, το μόνο δηλαδή που θα έχεις καταφέρει να γράψεις, προσηλωμένος στο ατέλειωτο παιχνιδάκι με την Παναγίτσα που διαρκώς πέφτει και διαρκώς την αναστηλώνεις.

Οπότε κανονικά, ο μόνος αξιοπρεπής δρόμος για σένα, τον χειρότερο μαθητή της τάξης, είναι να μην συμμετάσχεις στις εξετάσεις αυτές, όπου δεν έχεις καμιάν ελπίδα. Βεβαίως, παραδίδοντας την κόλλα σου λευκή, ξέρεις αμέσως ότι απορρίφθηκες επί τόπου στις εξετάσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όμως, έτσι κι αλλιώς θ' απορριφθείς, δεν την γλιτώνεις. Και μάλιστα, εάν το καλοσκεφτείς, θα διαπιστώσεις ότι και κάτι άλλα στουρνάρια που είχαν παλιότερα δώσει λευκές κόλλες, αντί δηλαδή να παλεύουν με φευγάτες εικονίτσες και ξαχαρβαλωμένα θρανία, εντάξει, στην αρχή τραβήξανε μεγάλο ζόρι, φάγαν κράξιμο στο σπίτι, πέρασαν δύσκολες ώρες, γενικώς. Όμως, μετά κάτσανε και στρώσανε τον κώλο τους κάτω, ξαναδιάβασαν από την αρχή την ύλη και όταν ήρθε η ώρα της επανεξέτασης, μετά από καιρό, τους κάνανε χαζούς τους εξεταστές. Νεράκι τα λέγανε, αγνώριστοι.

Εμένα μ’ αρέσουν τα χάππυ έντς, είναι γνωστό αυτό. Στην περίπτωση του Τιμόθεου, η Θεία Πρόνοια δεν τον άφησε τελικά επί ξύλου κρεμάμενο. Ο Τίμος πέρασε στην Ποιμαντική Σχολή, εκεί δηλαδή που είχε δηλώσει εξαρχής, που δεν ήθελε και κανέναν βαθμό, για να περάσεις. Όταν λέμε κανέναν βαθμό, κυριολεκτούμε. Με λίγα λόγια, ο Τίμος σήμερα, καλά να ‘ναι ο άνθρωπος, είναι παπάς κανονικός, με μούσια και πετραχήλια και καντήλια και όλα τα παρελκόμενα. Γες σερ, ο Τίμος ούτε από κρίση καταλαβαίνει ούτε από τίποτα, τουναντίον μπορώ να πω. Δεν ξέρω μήπως έγινε και καλόγερος, που κι αυτό δεν είναι άσχημο, αλλά παπάς είναι καλύτερο, όπως και να το δεις το πράγμα. Παπάς είναι το κορυφαίο, πόσο μάλλον εάν είσαι και ζευγάς παράλληλα. Και υπό την αναγκαία προϋπόθεση να μην τυχόν συμπέσει η χειροτονία σου με καμιά μπολσεβικική επανάσταση, διότι τότε δεν κάνει να σε τσακώσουν με το ράσο απάνω σου. Καθόλου δεν κάνει. Αλλά τη σήμερον ημέρα δεν υπάρχουν τέτοιοι κίνδυνοι και άρα ο Τίμος είναι ασφαλής και πάντως ασφαλέστερος όλων ημών των υπολοίπων, που δεν κούναγε τότε το θρανίο μας. Τον βρήκε το δρόμο του ο Τίμος και μπράβο του. Και μάλιστα, θα τον είχε βρεί ούτως ή άλλως, και δίχως δηλαδή να χτυπιέται να σηκώνει το αεικίνητο εικονισματάκι, σαν το νευρόσπαστο.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Άνευ χαρτοσήμου

Αξιότιμοι κύριοι,

Επειδή προσφάτως πληροφορήθηκα ότι υπεβλήθη αρμοδίως αίτημα απαγορεύσεως εξόδου από την χώρα των μελών της εξοχοτάτης κυβερνήσεως, παρακαλώ όπως -σε περίπτωση ευδοκιμήσεως του ως άνω αιτήματος- απαγορεύσετε ταυτοχρόνως και τη δική μου είσοδο στη χώρα.

Εάν γίνεται βέβαια.

Φχαριστώ, ε ;

O Κρεμασμένος πάνω-πάνω

Μαμαλάκη. Ε, Μαμαλάκη. Σου ΄χω νέα. Καλά νέα και άσχημα νέα. Ξεκινώ από τα άσχημα. Λοιπόν, οι συνταγές που ΄χεις ξεκωλωθεί να γράφεις τόσα χρόνια, είναι πλέον για τον κουβά. Όλες, εκτός ίσως από τη βασική συνταγή για ψωμοτύρι, υπό την προϋπόθεση ότι θα την τροποποιήσεις ελαφρώς, βγάζοντας από τη μέση το τυρί, για να μη σου πω και το ψωμί το ίδιο. Σε λίγο δεν θα υπάρχουν τα υλικά, χοντρέ. Είδος εν ανεπαρκεία, καταλαβαίνεις ; Κι αν ακόμη τα πετυχαίνεις πουθενά, θα σου κοστίζουν περισσότερο απ’ ολάκερη την κουζίνα την ιταλιάνικη, τη ντηζαϊνάτη, που κόστισε ένα σκασμό λεφτά, χώρια τα εντοιχισμένα, όλα Miele, δεν ξέρω κι εγώ πόσα χιλιάρικα το όλον. Ούτως έχουσι τα πράγματα χοντρούλη και πες το και στον άλλονα, τον Παρλιάρο, πώς τον λένε, εκείνον με τα σοκολατοαπαυτά, να μην ετοιμάζεται για νέους γαστριμαργικούς πειραματισμούς.

Χοντρέ μας χόντρυνες πολύ, μας έπνιξαν τα ξύγκια. Δεν ξέρω πώς το μυρίστηκες μωρή γάτα του τσελεμεντέ και ξεφύτρωσες ξαφνικά στην κοινωνία μέσα, να μας φλομώσεις με τα τσιγαριστά σου και τις σάλτσες τις μυστήριες. Είδες χλίδες και κόλλησες, ε ; Κι εκείνη η άλλη η κυράτσα, μια φώκια λέω, Βέφα θαρρώ τη λέγανε, δεν ξέρω κιόλας άμα ζει ακόμη, αλλά κι αυτή πολύ μας την ανέβαζε τη χοληστερίνη. Κι ένας άλλος, Αλέξανδρος κάτι, ξέρω γω, κι αυτός, ταλεντάρα μεγάλη στην κατσαρόλα. Όλοι οι σεφ στη σειρά, εσείς να δείχνετε τα κόλπα και το έθνος να ξεσηκώνει και να μαγειρεύει και να τρώει και να τρώει και να τρώει. Και να ρεύεται. Και να κλάνει. Μέχρι κι ένας φλώρος πιτσιρικάς, ένας με κάτι χάντρες στο λαιμό και μια κιθάρα, από βόρεια κάπου, εκείνος ντε που μαγείρευε με κάτι κωλόγριες παρέα και μετά έκανε πως γρατζούναγε το όργανο και τα νεύρα μας συνάμα.

Πόσοι μαγείροι μωρέ χωράγανε πιά επί σκηνής ; Πόσοι, λέγε χοντρέ. Μολόγα κήτος. Αλλά για βάστα μια στιγμή. Τώρα που το σκέφτομαι, μήπως η Βέφα ήτανε μια γριά κότα που ΄λεγε τα ταρρώ, τον καφέ και τα κόκαλα και πρόλεγε το μέλλον; -Ή όχι ; Τις μπερδεύω αυτές όλες, τις ξοφλημένες γκιόσες με το μαλλί το βαμμένο. Μυστήριο όμως, τόσες κυράτσες μαζεμένες, νοικοκυρές πράμα, να φτάσουνε όλες να γίνουν τηλεστάρς. Δίψαγε φαίνεται ο κόσμος για ενημέρωση έγκυρη. Αλλά και πάλι, καμιά τους δεν το πρόβλεψε το μέλλον μας αυτό. Και φαντάσου Λιάκο, το μέλλον είναι τώρα, είναι εδώ, είναι μπροστά μας ρε ολοζώντανο κι ακόμη να το δούνε. Ο Κρεμασμένος* έχει βγει από την τράπουλα. Ο Κρεμασμένος, απάνω απάνω. Και στο καπάκι ο Θάνατος. -Τί διάολο φύλλο είν’ αυτό που τραβήξαμε ρε Ηλία, γαμώ τη γκαντεμιά μου μέσα. Κι οι μάντισσες ακόμη να το πάρουνε χαμπάρι, όλο έρωτες μας λένε κι επαγγελματικές επιτυχίες και υγείες και πίπες τέτοιες, διάφορες, το ίδιο τροπάρι κάθε μέρα. Εντάξει, κατανοητό έως ενός σημείου, να μη χαλνάει το κλίμα στο πρωϊνάδικο. Ίσως επειδή μετά το φαϊ και τη χαρτομαντεία, θα βγούνε στο καπάκι τα μοντέλα, να μας δείξουν τα κουρέλια καμιανής αδελφάρας, να παίρνουνε ιδέες περί μοδός οι κυρίες. Και οι άντρες δηλαδή, γιατί όχι δηλαδή ; Ντροπή είναι στο κάτω-κάτω να κατέχουν περί μόδας και οι άρρενες ;

Κι από μοντέλα όμως, πληθώρα Λιάκο, έτσι ; Ε, είμαστε όμορφος λαός, δεν κρύβεται το κάλλος ούτε κι ο κάλος ασφαλώς. Δεν ξέρω βέβαια τώρα τί θα γίνει, ίσως να στενέψουν κάπως τα πράγματα, λόγω τεχνητής κρίσης, καταλαβαίνεις. Και φοβάμαι Λιάκο, πως όσο θα στενεύουνε τα πράγματα –τεχνητά πάντα-, τόσο θα φαρδαίνουνε επίμαχα σημεία –επίσης τεχνητά-, διότι το μεροκάματο πλέον, αντί για πασαρέλα, θα βγαίνει με τη μπουκάλα της σαμπάνιας, που όσο να ΄ναι έχει και μια άλφα διάμετρο, δεν είναι παίξε γέλασε. Δεν ανησυχώ για τις κυρίες, πενία τέχνας κατεργάζεται, όλο και κάτι θα βρούν να κάνουν, κάτι «αναλόγων προσόντων» που λένε. Προς τσόντα, το πιθανότερο. Πιο πολύ μ’ απασχολεί το θέμα των αοιδών. Πολλοί έχουν στριμωχτεί και σ’ αυτόν τον κλάδο, αλλά πώς να γίνει, αφού η Ελλάδα έχει ταλέντο, να το καταπνίξουμε ; Αλλά, επειδή ο αριθμός των αηδών τείνει να φθάσει εκείνον των δημοσίων υπαλλήλων, τίθεται κι εδώ ένα ζήτημα απορρόφησης. Των αηδών εννοώ, όχι των δημοσίων υπαλλήλων. Μην τους κλαις τους δημοσίους, ακόμη κι αν τους απογράψουνε. Και σκέπτομαι ρε συ Λιάκο, εδώ ένας Βαμβακάρης Μάρκος κι έφτασε κάποτε, για να ζήσει, να παίζει στο όρθιο στα ταβερνεία και να απλώνει τραγιάσκα να του στάξουν κάνα τάλλαρο, σχεδόν ελεημοσύνη, το πιστεύεις; Και λέω λοιπόν, άμα και συνέβηκε τέτοιο πράμα στο Μάρκο, αυτά τα παιδάκια όλα, οι «ταλεντάρες» που μας λέγανε εκείνες οι επιτροπές οι πούστικες, τί σκατά θα κάνουνε τώρα, μου λες ; Άσε που κανείς δεν φοράει πιά τραγιάσκα. Άσε που κανείς δεν είναι πιά Μάρκος.

Κι ηθοποιοί πολλοί. Παράγει πολιτισμό η χώρα λέμε. Σειρές, ίντριγκες, πάθη, έρωτες, φοβερά πράγματα. Αλλά τώρα, στα χρόνια της χολέρας, πού καιρός πιά για έρωτες. Και κυρίως, πού λεφτά για σήριαλς χλιδάτα. Εγώ σου λέω θα τις κόψουνε αυτές τις παπαριές με τις βίλλες και τα κότερα και τα ελικόπτερα στο σκηνικό, ώστε να μην προκαλούνε το κοινό αίσθημα. Εγώ σου λέω μαλάκα Ηλία, πώς θα το γυρίσουνε σε Βασιλάκης Καϊλας στάϊλ και Ξανθόπουλος, με μπουζουκάκι στη ράχη και μανούλα χαροκαμένη, να κλαίει ο κόσμος με τα χάλια των ηθοποιών και να ξεχνάει τα δικά του τα χάλια. Θυμήσου που στο είπα, πως αλλάζουνε τα κόνσεπτς, καθώς αλλάξανε τα κόζα. Θα πάμε πίσω Ηλία και να δεις που οι σατανάδες θα το στήσουνε να προωθήσουν και κανέναν γάβρο σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ, αγοράζοντας τους προκριματικούς αγώνες αλά Ασλανίδης. Δεν ξέρω βέβαια στον τελικό τί θα έχει κανονιστεί, αλλά για μέχρι τελικό –στο αβαβά εννοείται- να το έχεις σίγουρο. Ώστε να ξαναστραφεί ο κόσμος στη μπάλα, κατάλαβες ; Αυτό είναι το έργο, γενικά, να ξεχνάει ο κόσμος τους καημούς. Και τους αναστεναγμούς.

Σ’ αυτό θα πρέπει να βοηθήσουν κι οι δημοσιογράφοι, ειδικά αυτοί της τηλεόρασης, οι εξειδικευμένοι. Βέβαια, κι εκεί θα πέσουνε ψαλίδια, διότι είναι και πολλοί πανάθεμά τους. Όλοι οι κλάδοι της τηλεόρασης, πολλοί ήσαστάνε, παναθεμά σας. Παραδέξου Ηλία, ότι όλο το βάρος είχε πέσει στο θέαμα. Δεν σε κατηγορώ, απλώς στο επισημαίνω και να μη στραβώνεις τη μούρη σου, γιατί μοιάζεις με τον Βερύκιο. Σε χοντρή εκδοχή, βέβαια. Τουλάχιστον εσύ ρε Λιάκο είσαι φατσούλα συμπαθητική. Σαν ευχούλης είσαι πανάθεμά σε, σαν εκείνα τα κουκλάκια, ξέρεις. Ο άλλος, τί μούρη είναι ρε τούτη, το μπαρακούντα ; Και ο άλλος, ο Αυτιάς, ο λαδοπόντικας. Έλεος. Αυτοί παράγουν ενημέρωση. Ο Χατζηνικολάου, αυτοδημιούργητο κέρινο ομοίωμα από το μουσείο της Τισσώ. Πρετεντέρης, τί κάνεις Βούδα, κουκιά σπέρνω. Ο Μάκης, α, καλά. Ο Θέμος, ο λεβέντης. Συνάδελφοί σου όλοι αυτοί, γκραν σεφ, στιφάδο την κάνανε τη είδηση πριν την σερβίρουν, να είναι νόστιμη κι εύπεπτη. Κι εκείνα τα ντημπέϊτς, έκτακτα, με την κλεψύδρα, μην τυχόν και κλέψει κανείς ρήτωρ στο χρόνο. Εδώ κατακλέβαν το σύμπαν, ο χρόνος μας μάρανε. Αλλά στα ντημπέϊτς, όλα κι όλα, τζέντλεμεν. Ούτε κλεψιές ούτε τίποτα.

Ναι, έχεις δίκιο, σου είχα πεί στην αρχή ότι σου έχω και καλά νέα. Ψέμματα σου είπα. Δεν έχω καλά νέα. Ένα νέο που άκουσα, δεν θα σ’ αρέσει καθόλου. Πως ξεκινήσανε λέει τρεις άνθρωποι το πρωϊ από το σπίτι τους, να πάνε για δουλειά. Ήπιανε τον καφέ τους –οι δυό, η μία δεν έπινε καφέ, κουβάλαγε μωρό στην κοιλιά της- και τραβήξανε για τον επιούσιο. Είπανε και καλημέρα μεταξύ τους, μα δεν ξέρανε πώς η μέρα αυτή δεν θα ΄τανε καλή. Κάτσανε στα πόστα τους, να κρατάνε λογαριασμούς και να μετράνε λεφτά, ξένα, όχι δικά τους, να εξηγούμεθα. Μα έλα που τη σήμερον ημέρα είναι σε έλλειψη τα ρημάδια τα λεφτά κι όλοι λεφτά γυρεύουνε. Κι ένεκα το ζόρι κάτι άλλοι τώρα, της δουλειάς κι αυτοί -δεν λέω- είπανε να κάνουνε σαματά, απεργίες και πορείες, τα ξέρεις. Να γυρέψουνε δηλαδή πίσω τα κλεψιμέϊκα από τους κλεφταράδες που λέγαμε. Αυτούς που αγορεύανε με την κλεψύδρα, ληστεύαν δίχως έλεος και ψεύδονταν δίχως ντροπή. Αυτούς που καταρτίσανε το Αντικοινωνικό Συμβόλαιο, εάν έχεις υπ’ όψη. Τρέχα γύρευε. Και βέβαια, όταν μαζεύονται πολλοί, μαζεύονται καλοί, μαζεύονται και σκάρτοι. Κι η κλεψύδρα είχε φαίνεται αδειάσει για τους τρείς αυτούς που λέγαμε, Παρασκευή, Αγγελική κι Επαμεινώνδας τα ονόματα, για να ξέρεις. Τέρμα η κλεψύδρα. Τους κάψαν τους ανθρώπους, στα καλά καθούμενα. Φαϊ στο φούρνο να κάψεις ρε συ Λιάκο, στο Θεό σου δηλαδή, θα κατασκάσεις από τη στενοχώρια σου. Κι εδώ κάψαν ανθρώπους, ζωντανούς, οι γαμιόληδες. Μη με ρωτάς ποιός, δεν ξέρω ποιός. Όποιος. Και σκέψου τώρα, ότι αυτοί οι τρείς οι άνθρωποι ήσανε σήμερα το πρωϊ, όπως και κάθε μέρα, εδώ και καιρό, ανήσυχοι πολύ, τι θ’ απογίνουμε όλοι μ’ αυτή την ιστορία. Ανησυχούσαν για τα λεφτά. Οι άλλοι, της πορείας, ανησυχούσαν για τα λεφτά. Όλοι ανησυχούσαν για τα λεφτά, εκτός βέβαια από αυτούς που τα ΄κλεψαν κι εκτός από αυτούς που τα ΄καψαν. Γιατί αυτούς τους τύπους, κλέφτες και φονιάδες, το μόνο που θεωρητικά τους ενδιαφέρει είναι να μην τους πιάσουν, όχι να μην πεινάσουν.

Άειντε Λιάκο, κι αύριο εκεί στο πρωϊνάδικο, κοίτα να φτιάξεις κάνα κόλλυβο, γιατί από φαϊ σκάσαμε και τώρα έχουμε κηδείες μπροστά μας.


*Ο "Κρεμασμένος" είναι φύλλο της τράπουλας ταρώ. Η εμφάνισή του, υποδεικνύει ένα και μόνον πράγμα : Κρεμάλες για κλέφτες πολιτικούς και φονιάδες εμπρηστές. Στην οδό Σταδίου, ακριβώς μπροστά από το άγαλμα του Γέρου του Μωριά και προσανατολισμένες κατ' εκεί ακριβώς που δείχνει ο δείκτης του. Ώστε ν' αντικρύζουν για τελευταία φορά την ανατολή, πριν τσακιστεί ο αυχένας τους.

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Βετεράνος, μάλιστα, αυτό είν’ επάγγελμα.

Ευτυχώς που μαζεύεστε κι εσείς οι γκουρούδες εδώ χάμω και διαβάζουμε καμιά σοβαρή κουβέντα, διότι εκεί έξω βρέχει κοτσάνες. Άκουγα προχτές στο ράδιο της ΝΕΤ μια κυρία ή δεσποινίδα, δεν ξέρω κι εγώ τί διάολο, απ’ αυτές τελος πάντων που έχουνε καβατζώσει μικρόφωνο στο κρατικό και μας τροφοδοτούν με παπαριές, επί καθημερινής βάσεως. Έλεγε λοιπόν, με φωνή τεθλιμμένη, ότι το σαββατοκύριακο που ήτανε με τους φίλους της, κλαίγανε και θρηνούσαν όλοι μαζί τη μοίρα τους, "για τα όσα δεινά έρχονται". Λοιπόν, τελικά είμαι πεπεισμένος ότι αυτός εδώ ο τόπος παράγει μάντεις. Βρε, όλοι ξέρουν τα μελλούμενα, σε βάθος δεκαετίας. Και τώρα, λέει, έρχονται «πολύ δύσκολες μέρες», αχ και βαχ και λυγμ και κλαψ, ωϊμέ, ουέ, βαβαί, παπαί, και για το τέλος ιαταταί. Και μάλιστα, ένας από την παρέα της κυρίας αυτής, είπε –λέει- «την πιο σοφή κουβέντα», ότι δηλαδή "αυτό που θα εκτιμήσουμε εφεξής θα είναι ο ελεύθερος χρόνος μας, που θα είναι ελάχιστος". Είπε ο σοφός, εκ των επτά ο όγδοος. Για να συμπληρώσει η κυρία δημοσιογράφος του ΙΕΚ ότι "τώρα θ’ αρχίσουμε να κάνουμε από τρείς δουλειές ο καθένας, για να τα φέρουμε βόλτα".

Ναι μαντάμ, όπως ακριβώς τα λέτε. Μωρέ μπράβο! Θα απολύονται όλοι οι υπόλοιποι, για να παίρνετε εσείς τις εργασίες τους, μαντάμ. Οι άλλοι θα μένουν άνεργοι και για σας ειδικά θ’ ανοίγουν όλο και περισσότερες δουλειές. Δικές σας και βέβαια εκείνου του φίλου σας, του σοφού της παρέας. Πολύ δυσχερές το φαντάζεστε το μέλλον σας, τί να σας πω. Προσέξτε μόνο μην πέσει κάνα λεπίδι εκεί στο κρατικό και τελικά βρεθείτε όλοι παρέα με άφθονο ελεύθερο χρόνο, να παπαροφιλοσοφείτε τα βράδια με την ησυχία σας. Ζωντόβολα.

Πριν έναν μόλις μήνα είχε γίνει μεγάλη δημοσκόπηση περί της κρίσης και ο ένας στους δύο συμπολίτες μας είχε απαντήσει ότι «η κρίση είναι τεχνητή». Το είχα γράψει κι εδώ, σχολιάζοντας πόσο βαθιά νυχτωμένοι είμαστε. Οι μισοί Έλληνες πίστευαν ότι απλώς κάποιοι μυστήριοι μας κάνουν μια κακόγουστη πλακίτσα. Τώρα, ξαφνικά, όποιον και να ρωτήσεις, θα σου πεί ότι «έρχονται πολύ δύσκολες μέρες». Άντε πάλι. Δεν λέω όχι. Αλλά εάν του ζητήσεις να σου προσδιορίσει σε τί ακριβώς θα συνίσταται η δυσκολία των ημερών, ετοιμάσου ν΄ακούσεις τα εξωφρενικότερα, αναλόγως του τί στερεότυπο έχει πλάσει ο καθένας στο μυαλό του.

Δεν προλάβαμε χτες να γράψουμε για τα βόδια του Περισσού και να ΄σου σήμερα στην Ακρόπολη, όχι για να δούν τ’ αρχαία, αλλά για να κάνουν κατάληψη. «Συμβολική» λέει. Ε, αυτό δα μας έλειπε να κάνετε και πραγματική και άντε τη σήμερον ημέρα να βρείς Γλέζο και Σιάντο να κατεβάσουν τα λάβαρά σας από τον ιστό. Ξυπνάτε μουλάρια, διαβάστε και λίγη ιστορία. Μόλις τέλειωσε ο πόλεμος το ΕΑΜ είχε σχεδόν παλλαϊκή απήχηση. –Γιατί ; -Επειδή, πέραν του απελευθερωτικού αγώνα, παρείχε ταυτόχρονα σοβαρό και οργανωμένο κοινωνικό έργο προς τον εξαθλιωμένο πληθυσμό. Βοηθούσε τον κόσμο, τον ανακούφιζε, τον τάϊζε πάνω απ’ όλα.

Και εν πάση περιπτώσει, επιχειρούσε μία οργάνωση, όχι την πλήρη αποδιοργάνωση, όπως του λόγου τους, αυτοί οι τζουτζέδες του ΠΑΜΕ. Να πάτε, αλλά να πάτε μόνοι σας. Το ΕΑΜ –άσε τι έγινε μετά, που δεν είναι της παρούσης- τον κέρδισε τον κόσμο, με πράξεις. Αυτοί τον διώχνουν, με τα καραγκιοζιλίκια τους. Είπαμε όμως, ο κάθε τόπος έχει την αριστερά που του αξίζει. Όπως και τη δεξιά, βεβαίως. Εμείς είμαστε χαμένοι από χέρι. Στις άκρες, μα και στο κέντρο ακόμη. Και φως από πουθενά. Μόνον εκείνος εκεί ο Λεβέντης είναι συνεπής, ο ανθρωπάκος και βεβαίως το μπλογκ θα τον υποστηρίξει εν ευθέτω χρόνω, με τον δυναμικό Αρχισυντάκτη μας, σε ρόλο Λυσία, να εκπονεί «Υπέρ Αδυνάτου» λόγο βαρβάτο, «ολίγου δέω χάριν ἔχειν, ὦ βουλή, τῷ κατηγόρῳ» και τα λοιπά. Βασίλης Λεβέντης, ο μόνος έντιμος πολιτικός αυτού εδώ του τόπου, πάει και τελείωσε.

Τώρα, λέει ο πρωθυπουργός, θα προχωρήσουμε σε απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, για να μάθουμε κατ’ αρχήν τον ακριβή αριθμό τους. Αυτό θα γίνει λέει, εντός του έτους. Φαντάσου πιά πόσοι είναι, για να θέλουν τόσους μήνες να τους μετρήσουν. –Καλά, τόσο δύσκολο είναι να ζητήσουν από τις υπηρεσίες να στείλουν αμέσως λίστες με το προσωπικό τους ; -Τι στο διάολο γίνεται πιά εκεί μέσα ; -Πόσοι πεθαμένοι να εξακολουθούν άραγε να παίρνουν μισθό ; -Πόσοι εξαφανισμένοι να βρίσκονται στη μισθοδοσία ; Για όνομα της Παναγίας δηλαδή, αυτό δεν είναι κράτος. Ούτε και μπουρδέλο όμως είναι, όπως συνηθίζουν πολλοί να το αποκαλούν. Μακάρι δηλαδή να ήτανε μπουρδέλο.
Το μπουρδέλο λειτουργεί με κανόνες. Το μπουρδέλο είναι επιχείρηση.

Το μπουρδέλο έχει αφεντικό, έχει και συνεπείς εργαζομένους. Το μπουρδέλο έχει συγκεκριμένη τιμολογιακή πολιτική, έχει προϋπολογισμό, τηρεί βιβλία. Το μπουρδέλο υπόκειται διαρκώς σε πολλαπλούς ελέγχους, αστυνομικούς, αγορανομικούς, υγειονομικούς. Το μπουρδέλο έχει συγκεκριμένο ωράριο, δεν φεύγει ο καθένας από το πόστο του ό,τι ώρα του καπνίσει. Τοι μπουρδέλο ξέρει ανά πάσα στιγμή πόσες πουτάνες έχει μέσα, δεν χρειάζεται να κάνει «απογραφή» για να τις καταμετρήσει, που να πάρει η ευχή. Μακάρι λοιπόν να ήμασταν μπουρδέλο. Τουλάχιστον θα υπήρχε και ορισμένη δικαιολογητική βάση για το τόσο πήδημα που τώρα πέφτει.

Εάν όμως πιστεύει κάποιος ότι η διόγκωση του δημόσιου τομέα είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια χώρα, είναι πολύ γελασμένος. Στην Κροατία, για παράδειγμα, μια χώρα μόλις 4,5 εκατομμυρίων ψυχών, ο κόσμος χρυσοπληρώνει κάθε μήνα 500.000 «βετεράνους του πολέμου της ανεξαρτησίας». Αυτοί όλοι οι τύποι, θένε ένα δισεκατομμύριο δολλάρια αμερικάνικα το χρόνο, για να συντηρηθούν. Χώρια δε από τα λεφτά που παίρνουνε στο χέρι με τη μορφή σύνταξης, έχουν επιπλέον δωρεάν μετακινήσεις, φορολογικές απαλλαγές, προνόμια στην κτήση κατοικιών, ενώ παίρνουν υποτροφίες για τα παιδιά τους και τζάμπα μετοχές σε επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιούνται και ένα σκασμό άλλα πράγματα. Ξαναλέω, πεντακόσιες χιλιάδες άτομα, που τους θρέφουν οι υπόλοιποι. Τώρα, δεν χρειάζεται βέβαια να είναι κανείς διάνοια για να καταλάβει ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους «βετεράνους», το πλέον φονικό όπλο που έχουν πιάσει στη ζωή τους είναι μια σφεντόνα ξύλινη, για να βαράνε κότσυφες. Όπως είπε σαρκαστικά κι ο Στίπε Μέσιτς, ο πρώην πρόεδρος, «εάν είχαμε μισό εκατομμύριο στρατιώτες, θα είχαμε κερδίσει τον πόλεμο σε δυό μέρες μέσα». Πρόκειται λοιπόν για μαϊμουδένιους βετεράνους κατά βάση, που κονομάνε στη ράχη των αλλωνών, όπως καλή ώρα κάτι δικοί μας «ανάπηροι», που περνάνε την ώρα τους σε γηπεδάκια 5Χ5 και σε διάφορα extreme sports, ενόσω η σύνταξη στάζει κανονικότατα κάθε μήνα.

Τώρα, στα καθ’ ημάς, όπως πολύ ορθά διέγνωσε –πρώτος παγκοσμίως- ο Αρχισυντάκτης του έγκυρου ηλεκτρονικού αυτού εντύπου, το πλαίσιο στήριξης δεν το βλέπω και πολύ σταθερό. Σα να σείεται, μου φαίνεται. Για πολύ κουνιστό το βλέπω. Ο λόγος είναι απλός. Όπου πήγε κι έδρασε το ΔΝΤ, το πρώτο πράγμα που έκανε, με το «καλημέρα» δηλαδή, ήταν να τραβήξει μια βαρβάτη υποτίμηση, εν είδει reset, για να σφίξουν οι κώλοι και να στανιάρει το σύστημα. Εδώ λοιπόν, υποτίμηση δεν μπορεί να γίνει. Αφού δεν μπορεί να γίνει υποτίμηση, το μεν πρόβλημα παραμένει ως έχει, το δε μοντέλο στήριξης έχει καθαρά πειραματικό χαρακτήρα, με τις πιθανότητες επιτυχίας εναντίον του. Και εναντίον μας, βεβαίως. –Πόσο μπορείς να κρατήσεις έναν ασθενή σε μηχανική υποστήριξη αναπνοής ; -Δεν ξέρω. Φαντάζομαι όμως ότι κάποια στιγμή θα σου πούν εκεί στο νοσοκομείο, «-έϊ, φιλαράκο, δεν τον παίρνεις από δω τον μπάρμπα σου, να μη μας κρατάει τζάμπα το κρεβάτι ; Άειντε, διότι περιμένουν κι άλλοι στη σειρά». Οπότε, έχει μοιραία έρθει η ώρα του μπάρμπα, να αποχαιρετήσει τον μάταιο τούτο κόσμο. Στην περίπτωσή μας, να αποχαιρετήσουμε το ευρώ.

Εύστοχα επίσης διαπίστωσε ο Αρχισυντάκτης (-μα τι μυαλό πεφωτισμένο είν’ ετούτο ;) ότι η καμπύλη ευημερίας των Ελλήνων κορύφωσε η άτιμη και δεν πήγαινε άλλο πάνω, με τίποτα. Τέρμα, αυτό ήταν, τώρα θα πρέπει να διορθώσει, αναγκαία. Δηλαδή να διορθωθούμε κάπως οι ίδιοι, οι αδιόρθωτοι. -Τι πρέπει επιτέλους να γίνει, ρωτάει εν συνεχεία απεγνωσμένα ο Αρχισυντάκτης μου, που αφελώς περιμένει να λάβει και σοβαρή απάντηση. Θα σου πω αμέσως. Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει, πού βρίσκεται η ρίζα του κακού. Κατ’ εμέ, στην έλλειψη παιδείας. Ειδικά από τη δεκαετία του ογδόντα και κατόπιν, η παιδεία ισοπεδώθηκε. Οι αμόρφωτοι μαθητές γίνονταν αμόρφωτοι καθηγητές και το κακό μεταδιδόταν, από κεφάλι σε κεφάλι. Οι αμόρφωτοι μαθητές γίνονταν –σε κάθε περίπτωση- αμόρφωτοι γονείς κι εκεί η καταστροφή ήταν πλέον ανεξέλεγκτη. Όταν λέμε «παιδεία», εννοούμε σφαιρική αντίληψη του κόσμου, γνώση της καθημερινότητας. Αυτής της γνώσης στερήθηκε ο Έλληνας, βυθιζόμενος όλο και περισσότερο στην καρακοσμάρα του, γι’ αυτό βλέπεις τώρα τους περισσότερους κοκαλωμένους από την έκπληξη κι ανήμπορους ν’ αντιδράσουν. Ο άλλος θεωρούσε ότι μπαίνοντας στο δημόσιο έλυσε δια βίου το θέμα του και από κει και πέρα στ’ αρχίδια του, όλα. Το σύμπαν να γκρεμιζόταν, φράγκο δεν έδινε.

Έτσι, η είσοδος του πολίτη στο δημόσιο σηματοδοτούσε την οριστική (;) αποκοπή του από το πραγματικό περιβάλλον και την ένταξή του σ’ έναν κόσμο διαφορετικό, ένα σύμπαν απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία, όπου τα πάντα καθορίζονταν από προαιώνιες σταθερές (μισθολόγιο, μεταθέσεις, ιεραρχία) και η μόνη μεταβλητή ήταν ενδεχομένως το ωράριο, που συνήθως γινόταν λάστιχο ώστε να προσαρμοστεί στις επιμέρους ανάγκες του καθενός.

Τώρα όμως, ο πρώην ασφαλής στο ταμπούρι του δημοσίου βλέπει τον κόσμο του να γκρεμίζεται. Υποτίθεται ότι το κάστρο αυτό ήταν άπαρτο, απρόσβλητο από τους κινδύνους που ελλοχεύανε εκεί έξω. Ναι, αμέ. Και ξαφνικά, σε λίγους μήνες μέσα, φτάσαμε πιά να συζητάμε ανοιχτά μέχρι και για άρση της μονιμότητας (την οποίαν, παρεμπιπτόντως, βλέπω να έρχεται ολοταχώς), που εάν την έλεγες αυτή τη φράση λίγο καιρό πριν θα σε παίρνανε με τις ντομάτες.

Όπως παλιά συνέρρεαν μαζικά οι βλάχοι στην Αθήνα, για να τη σκάψουν σαν τους τερμίτες, έτσι ακριβώς, μέσα σε δυό δεκαετίες οι πάντες συνέκλιναν προς την αστική τάξη, ώσπου στο τέλος συνέβη το κοινωνιολογικά τερατώδες, να έχει εξαφανιστεί τελείως η εργατική και στη μεγάλη της πλειοψηφία η αγροτική τάξη. Λογικό, αφού όλοι ήθελαν να σπουδάσουν τα τέκνα τους διοίκηση επιχειρήσεων και λοιπές άχρηστες μπούρδες, αρνούμενοι κατηγορηματικά ως «εφιαλτική» την προοπτική ενασχόλησης των βλαστών τους με ο,τιδήποτε θύμιζε έστω και αμυδρά χειρωνακτική εργασία.

Το να θέλεις να κάνεις το κομμάτι σου στο δρόμο με θηριώδες τζιπ καμπόσων χιλιάδων κυβικών, μαρτυρεί ότι είσαι οπωσδήποτε ένας ξελιγωμένος άξεστος ψευτονεόπλουτος βλάχαρος (ανεξαρτήτως του τόπου καταγωγής σου), ενδεχομένως δε ότι –εκτός των προηγουμένων ιδιοτήτων- επιπλέον την έχεις και μικρή. Αντιστοίχως, το να επιδιώκεις με κάθε τρόπο, κάθε κόστος και κάθε θυσία, την λήψη εκ μέρους του –κανονικά ανήμπορου ν’ αντεπεξέλθει σε τέτοιο στόχο- παιδιού σου, ενός «πτυχίου» (οποιουδήποτε πτυχίου, αρκεί να είναι πτυχίο), φανερώνει ότι είσαι ο ίδιος γνήσια αμόρφωτος, παιδαγωγικά αδαής, κοινωνικά άσχετος και αποκομμένος από την πραγματικότητα, που σου φωνάζει εδώ και χρόνια ότι νισάφι πιά με τις ορδές ατάλαντων επιστημόνων της πλάκας, που θα καταλήξουν άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, παρεξόν κι αν τους χώσεις κι αυτούς στο δημόσιο ή σε καμμιά τράπεζα, να μετράνε λεφτά στο γκισέ.

Ο Έλληνας, στερηθείς φαγητού στην κατοχή, όρμησε εν συνεχεία με τα μούτρα στη μάσα, ώστε να καταφέρει σύντομα να σκαρφαλώσει στις πρώτες θέσεις παχυσαρκίας, παγκοσμίως, αναπληρώνοντας το χαμένο λίπος. Ο Έλληνας, στερηθείς αυτοκινήτου μέχρι την δεκαετία του εβδομήντα, έγινε εν συνεχεία κατά φαντασίαν ραλλίστας της παραλιακής, πρώτος εισαγωγέας παγκοσμίως κακόγουστων τουρμπάμαξων με αεροτομή στον κώλο και στερεοφωνικό επτά χιλιάδων watts. Ο Έλληνας, στερούμενος μορφώσεως από γεννησιμιού του και αντιλαμβανόμενος υποσυνείδητα την ανεπάρκειά του αυτήν, βάλθηκε να κατασκευάσει φουρνιές επιστημόνων, μπας και ρεφάρει σε "μόρφωση" μέσω της επόμενης γενιάς. Την οποίαν, στην πράξη, την καταδίκασε στην χειρότερη καταδίκη, ορατή από χρόνια.

αι τώρα, τί ; Καθόμαστε να κλαίμε τη μοίρα μας ; Όχι βέβαια. Στο σημείο αυτό, την απάντηση δίνει ο Δημόκριτος (-ποιός παλιός γκουρού να είναι άραγε αυτός, πολύ ωραία τα λέει), που στα πλαίσια της διαδραστικότητας αυτού του μπλογκ, υποδεικνύει τη λύση, διά στόματος Ηρακλείτου : ''ΑΝ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΝΤΑΝ ΣΕ ΚΑΠΝΟ , ΟΙ ΜΥΤΕΣ ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑ''. Γεγονός. Και για να κουμπώσουμε το έργο, λέμε τώρα ότι η νέα εποχή που έρχεται, με τις όποιες δυσκολίες της, είναι μια μεγάλη ευκαιρία να ξαναγυρίσουμε στα βασικά, με βασικότερο όλων την επένδυση στην παιδεία. Αφού από κει ξεκίνησε το πρόβλημα, από κει θα έρθει και η λύση του. Απόκτηση παιδείας, σημαίνει καταρχήν αλλαγή νοοτροπίας. Υπάρχουν πράγματα για να κρατήσουμε και άλλα που πρέπει να καταλήξουν στα σκουπίδια. Το ποιά είναι ποιά, κανείς δεν δικαιούται πλέον να υποδύεται ότι δεν γνωρίζει. -Τσιμπάμε κάτι και συνεχίζουμε ;

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Μπρος γκρεμός και πίσω ψέμα

Εμφανίσθηκε, διάβασα, κι αυτό το θλιβερό σουβενίρ της πάλαι ποτέ «χρυσής» εποχής του ελληνικού χημικού αθλητισμού, η κυρία Αικατερίνη, που κρεμάει, λέει, τα σπάϊκς της, αισθανόμενη «θύμα αδικίας και προδοσίας». Για φαντάσου. Η κυρία Αικατερίνη θύμα αδικίας. Τους κάνανε αξιωματικούς, τους δώσανε βενζινάδικα, προπατζίδικα, περίπτερα, ένα σκασμό ατέλειες κι πέντε σακιά λεφτά στον καθένανε και τώρα αισθάνονται και αδικημένα, τα παιδιά. Σκέψου δηλαδή, να τους τα είχανε πάρει και πίσω, πώς θα αισθάνονταν. «Αυτό», λέει, «που με πείραξε περισσότερο το 2004, ήταν ότι δεν βρέθηκα στη γραμμή εκκίνησης των 100μ. Μπορούσα να κατακτήσω το χρυσό μετάλλιο, καθώς βρισκόμουν σε καλή κατάσταση».

Μα γι’ αυτό ακριβώς καλή μου δεν σ’ άφησαν να στηθείς στην εκκίνηση. Επειδή παρα-ήσουν σε "καλή κατάσταση". -Το ΄πιασες, έτσι ; Διότι, μαντάμ, εσύ –με τη φόρα που είχες- θα έφτανες στη γραμμή του φίνις, πριν ο ήχος της πιστολιάς του αφέτη φτάσει στην εξέδρα. Θα γινόσουν έτσι η πρώτη γυναίκα –και δη λευκή- που θα έσπαγε το φράγμα του ήχου, η πρώτη υπερηχητική σουπεργούμαν. Και κάτι τέτοιο δεν θα το επέτρεπαν ποτέ τα όργανα της Διεθνούς Συνομωσίας των Αραπάδων, που ως γνωστόν εξουσιάζουν από αιώνες τον ντουνιά, με τους Εβραίους παρέα. Δες σε τί πόστο τοποθέτησαν τον Ομπάμα και θα καταλάβεις για τί διαβόλους μιλάμε. Ό,τι θέλουν κάνουν πιά οι Μαύροι στον πλανήτη, ισχυρότεροι κι από λέσχη Μπίλντενμπεργκ. Και όλο αυτό το σκηνικό με τη δήθεν δουλεία στις φυτείες των λευκών, δεν ήταν παρά ένα κόλπο, αντίστοιχο με το Ολοκαύτωμα, για να μας καπελώσουν οι νέγροι στη συνέχεια.

Θύμα (των αραπάδων) κι ο άλλος, ο Αίολος, γνωστός και σαν "Μεγάλος Λευκός". Βέβαια. Που περνούσε τους μαύρους σαν σταματημένους και δώσανε και τ’ όνομά του στο βαπόρι, τιμής ένεκεν. Που υπό κανονικές –άνευ Τζέκου εννοώ- συνθήκες, το πιο ταιριαστό θα ήταν να λάμβανε τ’ όνομά του η παντόφλα «Μαρίτσα ΙΙ», που κάνει καθημερινά το Παλούκια-Πέραμα, κόβοντας ίσαμε πέντε μίλια την ώρα -και πολλά λέω-.

Λοιπόν, όταν διάβασα τ’ αποσπάσματα αυτής της συνέντευξης –που σημειωτέον δόθηκε στην εκπομπή «Πρόσωπα» του κρατικού καναλιού, βεβαιώθηκα, για πολλοστή φορά, ότι σ’ αυτόν εδώ τον τόπο δύσκολα θ’ αλλάξει κάτι. Εγώ υπολόγιζα ότι με τόση ντόπα που τους καρφώνανε όλ’ αυτά τα χρόνια, θα τους είχανε πλέον φυτρώσει τ’ απαραίτητα ούμπαλα, ώστε να βγούν και να πούν αντρίκια «ναι ρε, παίξαμε κι εμείς στο έργο του επαγγελματικού αθλητισμού, όπως παίζεται διεθνώς. Παίξαμε και χάσαμε». Κανείς τους. Κότες, όλοι τους. Κλαψουρίσματα και ψέμματα, ψέμματα, ψέμματα. Όλοι θύματα. Εμ, εδώ η άλλη, ούτε θυμάμαι πιά τ' όνομά της, "χρυσή" πάντως κι αυτή, είχε ισχυριστεί ότι ίσως της έκαναν τις ενέσεις στον ύπνο της, δίχως να το καταλαβαίνει. Για τόσο ηλίθιους μας περνάνε. Οι ηλίθιοι.

Η ξαφνική και συλλήβδην κατεδάφιση των τάχα ειδώλων του ελληνικού «κλασσικού» αθλητισμού, μοιάζει καρμπόν με την κατρακύλα της υπόλοιπης ελληνικής κοινωνίας.. Ένα παραμύθι, που το στήσανε συγχρόνως, μαζί με το άλλο, της ψευτοανάπτυξης και της κάλπικης ευημερίας, για να ‘ρθει κάποτε η μέρα που θα το ακύρωναν μονομιάς, επειδή το κακό είχε παραγίνει. Επειδή είπαν του τρελλού να χέσει, κι αυτός έκατσε και ξεκωλώθηκε. Τον άφησαν να εισάγει μερικούς αθλητές απόξω κι αυτός κουβάλησε εδώ χάμω όλα τα δελτία του βαλκανικού τόξου και από πιο πέρα ακόμη, ίσαμ’ από Καύκασο. Του είπανε να ψιλοαβαντάρει τους αθλητές με κάνα δυνατό εκχύλισμα και τα λοιπά κι αυτός τους πλάκωσε στα σουτάκια για φορβάδες Paso Fino μέχρι που οι γυναίκες αθλήτριες θέλανε πιά τρείς αφρότερους αφρούς προσάρ τη βδομάδα, για να ξουρίζουνε το μάγουλο με γαλλική φαλτσέτα, γιατί εάν δεν το έκαναν θα βγαίνανε στο γυαλί με κάτι γένια σαν του σατανικού τραγόπαπα Ρασπούτιν.

Τους είπανε να ψιλομαϊμουδέψουν κάπως τα στατιστικά για να μας μπάσουνε με τρόπο στην ΟΝΕ κι αυτοί κάτσαν και ξανάγραψαν τις χίλιες και μία νύχτες από την αρχή, βάζοντας και κάμποσες πινελιές από βαρώνο Μυνχάουζεν, Σεβάχ Θαλασσινό και ολίγον Αίσωπο. Τους είπανε να ξανοιχτούνε και σε τίποτα δάνεια, όπως ο όλος ο κόσμος αδελφέ, κι αυτοί φεσώσανε μέχρι και τα εγγόνια των μελών του πληρώματος του πρώτου ελληνικού διαστημοπλοίου που θα πατήσει κάποτε στη Σελήνη.

Και τότε, αφού γινήκαν όλ’ αυτά, σου λέει πλέον, εϊ, για βάστα, «μέτρον άριστον», το ξέχασες ; Εσύ το έλεγες κάποτε, οι πρόγονοί σου δηλαδή. Τέλος πάντων, σ’ αυτόν τον τόπο ειπώθηκε, τα παλιά τα χρόνια. Αλλά εσύ, όχι μόνο το ξέχασες, παρά έκατσες και το πήδηξες από πάνω και το έκανες «παν μέτρον άριστον», το εμπλούτισες δηλαδή, που λέει ο λόγος, γιατί είσαι τύπος λαρτζ και κιμπάρης, πλεονάζων στα λεφτά μα και στις λέξεις. Γι' αυτό κι εγώ σου λέω τώρα, πως τα μετάλλιά σου δεν φτουράνε, είναι κάλπικα. Γι' αυτό κι εγώ σου λέω τώρα, πως τα ομόλογά σου δεν μετράνε, είναι της πλάκας.

Και κάπως έτσι, περάσαμε στην εποχή της σφαλιάρας. Το κράτος πλακώνει στις γρήγορες τους πολίτες του. Οι πολίτες πάλι, άμα λάχει και βρούν σύμβολο του κράτους μπόσικο, τονε πλακώνουνε κι αυτόν στις μάπες, για αντίποινα. Έμαθα, λέει, ο Κακλαμάνης έβαλε και στην τσέπη του. Δεν είναι κακός οι φόβος της σφαλιάρας, καλός είναι. Ενίοτε λειτουργεί δημιουργικά. Ελα όμως που τις σφαλιάρες τους τις φάγανε και κάτι παιδάκια από το Star, λες και φταίει το συνεργείο για την όλη κατάσταση. Λες κι αυτοί οι ψευτόμαγκες που μοιράζουν τώρα τις ψιλές, δεν 'ησαν αυτοί που στηνόντουσαν να δουν το δελτίο καιρού-τσόντα, τα ρεπορτάζ της παραλίας και τα κοσμικά, με τις κάθε λογής άφωνες τραγουδιάρες του κώλου και τις κουνιστές σολάριουμ κοπτοραπτούδες, με νωθρά σκυλιά που τα λένε Κωλόμπους. Λες και το κρατικό κανάλι, που δίνει σήμερα βήμα στην κάθε έκπτωτη δρομέα, να μας λέει παραμύθια ότι τάχα την προδώσανε, είναι καλύτερο. Αντί δηλαδή ο οικοδεσπότης να διακόψει επί τόπου την εκπομπή, σεβόμενος τη νοημοσύνη του τηλεοπτικού κοινού που τον ταϊζει, σε τελική ανάλυση. Αλλά ξέρω. –Ποιά νοημοσύνη ; -Του αποχαυνωμένου από τη μπάλα, τον τζόγο, τα πρωϊνάδικα και τα κρετινοτράγουδα ;

Για φωνάξτε κάποιος ρεπόρτερ εκείνην εκεί την Αγγελοπούλου, τη μαντάμ με το πορτοκαλί ταγεράκι και το φρύδι του Μίστερ Σποκ, να μας πεί, όταν χοροπήδαγε σαν το κατσίκι στις εξέδρες του Σταδίου, της πέρναγε καθόλου απ’ το μυαλό ότι συνεργεί –εάν όχι πρωτοστατεί- στο φέσωμα του κοσμάκη για τον επόμενο αιώνα ; Άκου να δεις εκεί πράγματα, να δανείζεται ο πειναλέος, για να τραπεζώσει τους χορτάτους, να κάνει κι αυτός το κομμάτι του, ο καψερός. Κατά τα λοιπά, μου ήθελε και πολιτική σταδιοδρομία, η Σιδηρά. Καλά, περισώστε για αρχή το στόλο το δικό σας και μετά ασχολείστε και με το ναυάγιο της Ελλάδος. Για φωνάξτε, οι ρεπόρτερς, κι όλους εκείνους τους υπουργάρες πολιτισμού και τους αγράμματους γραμματείς αθλητισμού, που κορδώνονταν τότε για τις «επιτυχίες» μας, τις χρυσές και χρυσοπληρωμένες, που πρωτοστατούσαν σε βλαχαδερές φιέστες απίστευτης κακογουστιάς και εμετικής χλιδής, να δούμε τί λένε τώρα επ’ αυτών.

Αυτοί όλοι οι τύποι, κανονικά είναι καμένοι, για πάντα. Οι Ιταλοί το πήραν κάποτε απόφαση πως το σύστημά τους, το πολιτικό, είναι σάπιο μέχρι κόκκαλο, πώς οι πολιτικοί τους θένε κι αυτοί κρέμασμα ανάποδα, αλά Μουσολίνι και τελικά προτίμησαν έναν αστείο παλιάτσο για πρωθυπουργό, παρά τα λαμόγια που τους έπιναν το αίμα με το φλυτζανάκι του εσπρέσσο. Ομοίως, όλοι οι υπάρχοντες δικοί μας, πρέπει να πάρουν δρόμο, πάει και τελείωσε. Οι πάντες. Φαντάζει δύσκολο, αλλά δεν είναι. Ή τουλάχιστον δεν είναι πιο δύσκολο από την μαζική αποκαθήλωση των ψευτο-ειδώλων του Ιακώβου και των λοιπών υπεραθληταράδων, που μέσα σε λίγους μήνες ξεμπροστιάστηκαν ένας-ένας με τη σειρά και ξηλώθηκαν οριστικά από το προσκήνιο, προαναγγέλλοντας όσα ήθελε συμβούν μεταγενέστερα και συμβαίνουν ήδη τώρα σε ευρύτερο φάσμα. –Πού είναι σήμερα όλοι αυτοί οι «αθληταράδες» ; Κανείς δεν ξέρει, ουδείς ασχολείται. Ούτε και τα μετάλλια έλειψαν σε κανέναν. Από κάλπικα χορτάσαμε, όπως χορτάσαμε κι από μαθητευόμενους μάγους της πολιτικής, που δεν ξέρουν που παν τα τέσσερα.


Επειδή συν τοις άλλοις είμαστε και κακορίζικοι, σα να μη μας έφταναν κι όλα τα υπόλοιπα, έχουμε και τη χειρότερη αριστερά, παγκοσμίως. Την πλέον ανίκανη να εκμεταλλευτεί ουσιαστικά μια τέτοια κοινωνική κρίση και να ορθώσει πολιτικό ανάστημα, εγκλωβισμένη στον αχαλίνωτο ατομοκεντρισμό της. Από αριστερά μπάζουμε, από δεξιά χάσκουμε και στο κέντρο είμαστε χωνί. Οι συνδικαλισμένοι κάπηλοι γιδοβοσκοί παλεύουν τώρα να σβήσουν από τα μπατζάκια τους τη φωτιά και καλούν με τη ντουντούκα το ποίμνιο σε βοήθεια. Σύντροφοι, η πολυκατοικία λαμπάδιασε συθέμελα. Ελάτε όλοι πάνω να με βοηθήσετε να σβήσουμε το συνδικαλο-ρετιρέ μου. Τα αμνοερίφια –για την ώρα- ανταποκρίνονται στο κάλεσμα, μέχρι τουλάχιστον να τους έρθει η οσμή από το καψαλισμένο μαλλί που φλέγεται στη δική τους ράχη κι από την κάπνα του δικού τους διαμερίσματος : -Του υπογείου.

Και τότε, στο θεμελιώδες ερώτημα "-την Παπαρήγα απ' τη φωτιά ποιός θα τη βγάλει ;", νομίζω ότι η αυθόρμητη απάντηση θα είναι "-ο Σοκολάτας, που την έχει πιό μεγάλη".