Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Σκοποβολή με Κορνέδες

Ασφαλώς και δεν πέθανα με φρικτούς πόνους, όπως διέδωσαν ορισμένοι κακοήθεις. Ούτε και σκοτώθηκα, κοπανώντας πάνω σε δέντρο, πίσω από το τιμόνι μιας Spyder 550 του ‘55, δίχως αερόσακο (δεν βγάνανε τότε τέτοιους). Είμαι μια χαρά και θα σας θάψω όλους, ακόμη και ζωντανούς, εάν χρειαστεί. Έχω, για ειδικούς γονιδιακούς λόγους, προσδόκιμο ζωής ετών ενενήντα-φεύγα και βάλε και δεν σκοπεύω να το απεμπολήσω, τουλάχιστον όχι πριν πατήσω τα εκατό. –Σάμπως κλέβω χρόνια από κάναν άλλον ; Τώρα, ξέρω ότι σας έλειψα ιδιαίτερα (δεν θα έλεγα το αυτόν και δι’ εμέ), όμως προέχουν οι υποχρεώσεις.

Έλεγα λοιπόν ότι, όπως τα υπολογίζω τα πράγματα, εκατό χρονών θα είμαι ακριβώς το έτος 2067. Προεκτείνοντας τη σκέψη μου, θα συμπλήρωνα ότι το 2067 θα είναι μια σημαδιακή χρονιά, αφού θα συμπίπτει με την έναρξη του αμέσως επόμενου παγκόσμιου bull market. Προεκτείνοντας κι άλλο τη σκέψη μου, είναι φανερό ότι έχω σχετική άνεση χρόνου, προκειμένου να εκμεταλλευτώ τη συσσώρευση περίπου μισού αιώνα, ώστε μέσα σ’ αυτό διάστημα να χτίσω θέσεις σε «επιλεγμένες μετοχές», που λένε. Προεκτείνοντας κι άλλο τη σκέψη μου –λάστιχο την έκανα πια τη σκέψη μου- πιστεύω ότι καθώς οι τιμές των μετοχών θα παίρνουν την ανιούσα –είπαμε, από το 2067 και κατόπιν- τα γηρατειά μου θα είναι απολύτως εξασφαλισμένα και δεν θα έχω ανάγκη κανέναν κερατά να μου πληρώνει σύνταξη, λες και θα είμαι κάνας γέρος ανήμπορος.

«Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών», σου έλεγε ο άλλος. Σώπα καλέ. –Τις «αξίες» πού ακριβώς τις βλέπεις ; Και επειδή πράγματι δεν τις έβλεπε πουθενά, πήγε ντροπιασμένος και το άλλαξε το όνομα και το ΄κανε «Χρηματιστήριο Αθηνώνε», σκέτο-νέτο, δίχως δηλαδή το «αξιών» μέσα, για να μη είμαστε ψευδεπίγραφοι και κοροϊδεύουμε και τον κοσμάκη, κατάμουτρα. Οπότε, αυτό που τελικά απέμεινε από την όλη ιστορία, είναι ένα Χρηματιστήριο χωρίς αξίες, εκτός βέβαια από τις λεγόμενες «κρυμμένες». Τόσο καλά κρυμμένες, που κανείς δεν τις βλέπει. Καμουφλαρισμένες, πες καλύτερα, σαν εκείνους τους φονιάδες, που ξαποστέλνει που και που η CIA, να καθαρίζουν κολομπιάνους καρτελίστες κοκέμπορες, στα μουλωχτά, από τα τετρακόσα μέτρα απόσταση, με διόπτρα νυκτός και σιγαστήρα σαν μπουρί, φορώντας στο κεφάλι κοτζάμ θάμνο για σκουφί, να μην τους παίρνουνε μυρωδιά οι λατίνοι λαδοπόντικες μπράβοι. Έτσι και οι κρυμμένες αξίες και υπεραξίες του ΧΑ. Κανείς δεν τις βλέπει τώρα, αλλά πού θα πάει, θα έρθει η ώρα (είπαμε, το 2067) που τα λασπωμένα διαμάντια θα ξαναβρούν τη χαμένη λάμψη τους, μπουρ-μπουρ-μπουρ και λοιπά. Άργειε να ’ρθει εκείνη η ώρα κι ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τα ’σκιαζε η χασούρα απ’ τη λάθος γκουρουδιά. Κι έλεες, α, πότε βγάνω το κεφάλι απ’ τις ερμιές κι αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές.

Κλάψες, άλυσες, φωνές, αυτό λέω και ΄γω. Ειδικά από κλάψες, άλλο τίποτα. Και όμως, στην πραγματικότητα είμαστε στην καλύτερη μοίρα όλων και θα εξηγήσω γιατί. Πρώτον επειδή χρωστάμε πολλά. Όπως είχε πεί κι ο Κέϋνς, εάν χρωστάς λίγα είσαι ο τίποτας, εάν όμως χρωστάς πολλά είσαι μούρη. Κάπως έτσι το είχε πεί και είχε δίκιο. Δεύτερον, επειδή τους έχουμε βάλει όλους στο λούκι να πιστεύουν πως εάν βαρέσουμε εμείς κανόνι, θα χάσει η Βενετιά βελόνι και έχουν βαλθεί να αποτρέψουν τη μοίρα μας, με κάθε τρόπο. Βρε, αφήστε μας στην ησυχία μας να πτωχεύσουμε, τίποτα αυτοί, όχι δεν θα πτωχεύσετε που να χτυπιέστε κάτω. Οκέϋ, αφού επιμένετε, δεν πτωχεύουμε σήμερα κι από βδομάδα το ξαναβλέπουμε το θέμα. Κι έτσι, τους έχουμε διαρκώς στην τσίτα. Κάθε μέρα που ξημερώνει, όλη η υφήλιος τρέμει ότι μπορεί να είναι η μέρα που θα τα τινάξουμε, αλλά μέρα μπαίνει-μέρα βγαίνει κι εμείς δεν τα τινάζουμε. –Πώς είναι κάτι υπεραιωνόβια ερείπια, κατάκοιτα, που κάθε τόσο τους φέρνουνε παπά να τα κοινωνήσει, καθώς όλοι αναμένουν το μοιραίο από στιγμή σε στιγμή ; Και όλο και περνάνε οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, πεθαίνουν ένας-ένας οι νεώτεροι και το κούρβουλο ψόφο δεν έχει, άσε πια που στο ενδιάμεσο έχει κοινωνήσει ίσαμε πεντακόσες φορές, όλες στο βρόντο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά στο τέλος, όταν πιά τους έχει θάψει σχεδόν όλους, μέχρι και τον παπά που τον κοινώναγε, τότε πιά ανασταίνεται τελείως και μάλιστα γυρεύει και γκόμενα, που λέει ο λόγος. Το ίδιο συμβαίνει και με μας. Είναι τόσο βέβαιον ότι στο τέλος όλοι θα πτωχεύσουμε, όσο είναι βέβαιον ότι στο τέλος όλοι θα πεθάνουμε. Το μόνο θέμα είναι πότε. Κάτσε λοιπόν να δούμε, ποιός θα πτωχεύσει πρώτος.

Ας φέρω ένα παράδειγμα, επίκαιρο. Να τί έγινε εκεί χάμω, στην Αφρική. Πήγαμε κι εμείς, αουτσάϊντερ του κερατά, παίξαμε τρία ματσάκια, πήραμε και τρείς πόντους, όμορφα, ήρεμα, αξιοπρεπώς, τέλος. Πάνε τώρα και κάτι γκραν φαβόρες, κάτι Αγγλίες, κάτι Γαλλίες, κάτι Ιταλίες, φανέλες βαρειές, όχι αστεία, και τρώνε σφαλιάρα ξεγυρισμένη. Κι αρχίζουν τα παρατράγουδα, τα λαϊκά δικαστήρια, το κράξιμο, οι λεμονόκουπες και όλο το σχετικό ρεπερτόριο. Ενώ εμείς, ωραίοι, την κάναμε στα μουλωχτά, με ελαφρά πηδηματάκια, δίχως να μας πάρει κανείς χαμπάρι κι άστους αυτούς τους βλάκες να κάνουν σκοποβολή με κορνέδες πάνω στους παίχτες τους. Είναι πολύ απλό. Εμείς πήγαμε ξεγραμμένοι, ούτως ή άλλως. Δεν υπήρχαμε στη λίστα των μεγάλων δυνάμεων του ποδοσφαιρικού στερεώματος. Οι άλλοι όμως, οι μεγάλοι δήθεν, πήγαν με τυμπανοκρουσίες και φανφάρες και την άρπαξαν άσχημα. Άντε τώρα,να τελειώνουμε και μ’ αυτούς τους γελοίους, τους Γερμανούς, να πάρουν κι αυτοί τ’ αεροπλανάκι για πίσω. Κάθε άμπαλος στον πάγκο του, όπως είναι το σωστό. Θελω να πω δηλαδή, πώς όταν πέφτεις από χαμηλά, χτυπάς αλλά δεν χτυπάς και τόσο. Όταν όμως πέφτεις από ψηλά, γίνεσαι μαρμελάδα.

Όπως καλή ώρα αυτή η Εθνική -η Τράπεζα λέμε, όχι η ομάδα- που με οχτάρι μπροστά πλέον, κοντοζυγώνει την τιμή-στόκο των δυόμισυ χιλιάδων μεταλλικών δραχμών, τιμή που δόθηκε για πρώτη φορά παγκοσμίως –πού αλλού ;

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Front Running

Λίγο πριν αρχίσει ο αγώνας της Εθνικής,

Προλαβαίνοντας τους μυστήριους, που κατά πάσα πιθανότητα (δίχως να προεξοφλώ αρνητικό αποτέλεσμα) θα εμφανιστούν ΜΕΤΑ τη λήξη,

Για να μας εκθέσουν τα αγωνιστικά πλάνα και τις τακτικές που εκείνοι ΘΑ εφάρμοζαν, ΕΑΝ ήσαν προπονητές,

Για να κρίνουν παίκτες και τεχνικό επιτελείο,

Για να αναλύσουν τις φάσεις του αγώνα, καρέ-καρέ,

Για να μας τα ζαλίσουν με τη μιζέρια τους,

Για να βγάλουν τα απωθημένα τους, που όταν ήσαντε μικροί δεν τους αφήνανε οι άλλοι να παίζουνε το τόπι, μόνο τους έστηναν να κάνουν το δοκάρι,

Πριν λοιπόν συμβούν αυτά,

Ευχές πολλές,

Κι από τώρα, τα συχαρίκια σ' αυτούς τους σοβαρούς επαγγελματίες, που (μαζί με τους ομολόγους τους, του μπάσκετ), μας υπενθυμίζουν κάθε τόσο ότι ο ελληνικός αθλητισμός μπορεί να είναι κάτι παραπάνω από ντοπαρισμένες φοράδες, απατεώνες δρομείς που στα καλά καθούμενα πέφτουν από βέσπες, προπονητές της σύριγγας, γκαγκατσηδοκοκκαλαίους παραγκίτες και λοιπούς παρατρεχάμενους.

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Βελζεβούλες στο Καντούνα Στάντιουμ

Από το ανοικτό παράθυρο πίσω μου (τελικά δεν είναι να σβήνεις ούτε λεπτό το αιρκοντίσιον), ακούγεται μια φωνή τόσο τερατωδώς φάλτσα, που τα κόκκαλα του Cobain σκάβουν σαν μετροπόντικες, να χωθούν όσο πιό βαθειά γίνεται στο μνήμα. Προσβολή μνήμης τεθνεώτος. Κάτι πιτσιρικάδες, από αυτούς που αργότερα καταλήγουν στο ίδρυμα ανηκέστων «Ελλάς, στερείσαι ταλέντου», δίνουν συναυλία, σε ένα σχολείο, λίγο πιο κάτω, γαμώντας ανελέητα το “Smells like teen spirit”. Ήδη, στο πρώτο ρεφραίν, ο μετέφηβος με το μικρόφωνο αντιλαμβάνεται (;) με οδυνηρό τρόπο, ότι μία οκτάβα πάνω δεν είναι δα και ασήμαντο πράγμα, ειδικά εάν δεν την έχεις πρόχειρη, να σου βρίσκεται για μια ώρα ανάγκης. Smells like teen shit.

Την ίδια ώρα, στην τηλεόραση, διάφοροι γραφικοί επίδοξοι Τοπαλίδηδες του σήμερα (οι ίδιοι, οι μέχρι χθες τζάμπα Μουρίνιοι της εξέδρας και των πάνελς), εξυφαίνουν ωδές-πορδές εκ του προχείρου στο «μεγαλείο της ελληνικής ψυχής, που οδήγησε την Εθνική μας σε ιστορική νίκη, μπουρ, μπουρ, μπουρ κλπ». Κι αυτό είναι το παράδοξο της υπόθεσης : Άμα κερδίζουμε στη μπάλα, η νίκη πιστώνεται στην ελληνική ψυχή. Άμα χάνουμε, η ήττα χρεώνεται στον αχώνευτο γερμαναρά κι ούτε καν ένα μικρό μερίδιο ευθύνης δεν αναλογεί στην ελληνική ψυχή, του Τοπαλίδη έστω. Όπως δηλαδή η αγορά, που ανεβαίνει λόγω «υγιούς ανάπτυξης» (ελληνική ψυχή από πίσω, εννοείται) και πέφτει επειδή την ρίχνουν οι παλιανθρώποι οι ξένοι, που θένε να μας πάρουν τα χαρτιά μας και ιδίως τα ΜΟΝΤΑ του Ζάχμουρα. Κομμάτι ανεύθυνη μου κάνει αυτή η «ελληνική ψυχή» των πάνελς.

Τον αγώνα δεν τον είδα, ούτε καν στιγμιότυπα, άρα δεν έχω «άποψη», που λένε. Καλύτερα κιόλας, όχι που δεν είδα τον αγώνα, που δεν έχω «άποψη», εννοώ. Αρκεί που έχουν όλοι οι υπόλοιποι, ακόμη κι εκείνοι που είδαν το ματς όσο και του λόγου μου. Ειδικά εκείνοι. Οι ίδιοι, που έτσι και κάνουν οι διεθνείς το λάθος να χάσουν από την ομοιοπαθούσα Αργεντινή, μαύρο φίδι που τους έφαγε, που «κλώτσησαν την βεβαία –ε, βέβαια, αλίμονο- πρόκριση». Παλιά έλεγα ότι η προσφώνηση «ήρωες» για τους παίκτες της Εθνικάρας είναι υπερβολική. Πλέον έχω αλλάξει γνώμη και όχι για λόγους αγωνιστικούς. Αλλού έγκειται ο ηρωϊσμός των παικτώνε αυτών.

Τους συνοικιακούς Nirvana διαδέχεται η Ευρυδίκη, ναι, η γνωστή. Σε cd, εννοείται. Οι καψεροί οι Νιρβαναίοι πρέπει να κατέβηκαν από τη σκηνή βιαίως, αμέσως μετά το πρώτο –και τελευταίο- τραγούδι, απειληθέντες προφανώς με λυντσάρισμα. Τώρα που είπα «Ευρυδίκη», αυτοί οι ραμολιμέντοι οι Aerosmith γυρεύουνε στ’ αλήθεια και λεφτά για να πάει ο κόσμος να τους δει ; Είπαμε ρε παιδιά, σύνταξη στα 67, αλλά θα έπρεπε να υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις. Από τους Aerosmith, το μόνο που άξιζε κάποτε ήταν η Λιβ Τάϋλερ, που ούτε καν έπαιζε στο γκρουπάκι. Λοιπόν, λέω να πάω μεθαύριο απόξω από το Καραϊσκάκη, να μετράω κεφάλια αυτωνών που μπαίνουν μέσα, να δουν τους Γέροσμιθ. Έτσι και δω πολύ κόσμο, θ΄αρχίσω κι εγώ να πείθομαι ότι η κρίση είναι παραμυθένια, ειδάλλως δεν θα εξηγείται τόσος κόσμος να πετάει τόσα λεφτά για να δεί μια γρηά Ινδιάνα σε παράκρουση και κάτι μπαρμπάδες από πίσω της, με αρθριτικά, που σφίγγουν τα δόντια και παίζουν ηρωϊκά, με ένεση κορτιζόνης.

Όταν είχε φέρει τον Γεκινί ο Κόκκαλης, είχαν πράγματι πέσει τσιμέντα, κάτι σαθρά, που τα αμόλαγαν οι λυσσασμένοι επιστήμονες προς το τερραίν. «Φίλαθλοι, μην πετάτε μπάζα στον αγωνιστικό χώρο», ωρυόταν εκείνη η ορντινάντσα από τα μεγάφωνα. Μετά, φώναξε ο Ρόκκο τον Αλέ-Ολέ-Ολά, να του ζητήσει το λόγο, τί τρέχει δηλαδή και δεν παίζει μπάλα το τανκ.

«Ρε συ Πρόεδρε, εγώ σου ζήτησα φορ κι εσύ μου ΄φερες εδώ χάμω σκατοδοχείο με ποδαράκια», ξηγήθηκε ο Γίγας.

Αλήθεια λέω, έτσι ακριβώς το είχε πεί, εκτός ίσως από το «ρε σύ».

Bλέπω, μετά το Μουντιάλ, τον Καραγκούνη να καταλήγει στην Καντούνα Γιουνάϊτεντ, να του πετάνε οι μαύροι επιστήμονες τσιμέντα κατακέφαλα, υπό το πανδαιμόνιο από χιλιάδες βελζεβούλες ή όπως διάολο το λένε τέλος πάντων αυτό το καταραμένο πνευστό της κολάσεως.

Ζέστη, γαμώτο.

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Οι Mισές Δουλειές ενός Επίτιμου

Την αντίδραση, διαβάζω, ενός επίτιμου εισαγγελέα Εφετών, κάποιου Τσίχλα, προκάλεσαν οι φήμες περί επιστροφής της χώρας στη δραχμή, σύμφωνα με δημοσίευμα του Σκάι.

Αυτός ο Τσίχλας λοιπόν, συνταξιούχος ο άνθρωπος (-τον πιάνουν άραγε κι αυτόν εκείνα τα αναδρομικούλια που λέγαμε τις προάλλες;), εκεί που καθότανε κι όλο συλλογιότανε, ξαφνικά τα πήρε στην κεφάλα και μια και δυό τραβάει κατά την εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, στα γνωστά του τα λημέρια δηλαδή, και κοπανάει μια μήνυση «κατά παντός υπευθύνου».

Για το αδίκημα, λέει, της διασποράς ψευδών ειδήσεων, που διέπραξαν έντυπα και blogs, τα οποία διέδιδαν ότι στο παλιό νομισματοκοπείο η κυβέρνηση κόβει δραχμές σε μέταλλο και χαρτονομίσματα για την επαναφορά της δραχμής.

Ειδικώτερα, το έγκλημα συνίσταται, λέει, στο ότι αυτοί οι τύποι διέσπειραν ψευδείς ειδήσεις ή φήμες, ικανές να επιφέρουν ανησυχίες ή φόβους στους πολίτες ή να ταράξουν τη δημόσια πίστη και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στο εθνικό νόμισμα. Έτσι ακριβώς τα γράφει, έτσι ακριβώς τα λέω.

Εγώ νομίζω ότι ο εν λόγω αγανακισμένος πολίτης έκανε μισές δουλειές. Μιας και μπήκε στον κόπο να τρέχει για μηνύσεις, έπρεπε να κάνει κι άλλη μια μήνυση. Όχι όμως κατά παντός υπευθύνου. Κατά ΕΝΟΣ υπευθύνου.

Ενός υπευθύνου, που ομοίως διέσπειρε ψευδείς ειδήσεις ικανές, να ταράξουν τη δημόσια πίστη, όπως και την τάραξαν. Και μας τάραξαν.

Ενός υπευθύνου, που με τα παραμύθια που εν γνώσει διεκήρυσσε, ότι τάχα «λεφτά έχουμε», μας κατάντησε τους ξεφτίλες της οικουμένης. Ιδού η διασπορά. Διασπορά να δει το μάτι σου. Ανά την υφήλιο. Ιδού και οι ψευδείς ειδήσεις. Πιο ψευδείς δεν γίνεται.

Ενός υπευθύνου, που με τις πρωτοφανείς ανακολουθίες και τις απανωτές παλινωδίες του, έστειλε το σπρεντ στο Θεό, πιο ψηλά κι από της Ζουαζιλάνδης, της Γης του Πυρός και της Παπουασίας κι εμάς στο βιβλίο Γκίνες, ρέκορντμεν στο κεφάλαιο «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ».

Ενός υπευθύνου, που ισχυριζόταν ότι γυρεύει «απλώς και μόνον πολιτική στήριξη και όχι λεφτά» και έπειτα από ένα μήνα έκανε παγκόσμια τουρνέ με το χέρι ανοιχτό, μπας και βρεθεί κάνας τοκογλύφος να μας λυπηθεί.

Ενός υπευθύνου, που με την πολιτική του επιφέρει όχι απλώς «ανησυχίες και φόβους στους πολίτες», αλλά πραγματικό τρόμο για το αύριο, σε υπόβαθρο βαρειάς εθνικής κατάθλιψης.

Ενός υπευθύνου, που έχει οδηγήσει τον κόσμο σε σημείο να καταχωνιάζει το «εθνικό νόμισμα» σε όποια τρύπα βρεί πρόχειρη (με την καλή έννοια), επειδή ακριβώς φοβάται ότι, έτσι όπως πάμε, δεν θα συνεχίσει να υπάρχει για πολύ αυτό το «εθνικό νόμισμα».

Άειντε μπάρμπα, ιδέα σου έδωσα. Τυχερέ. Θα σε πεί ο Σκάης στις ειδήσεις, δύο μέρες στη σειρά.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

O Μουαμάρ ξαναχτυπά

Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς τόσο χάλια όσο τα περιγράφει ο Ζάχμουρ. Είναι πολύ πιο χάλια.

Οι πολιτικοί βλέπουν ότι η εποχή της μεγάλης ρεμούλας έχει περάσει, όχι βέβαια ανεπιστρεπτί, αλλά τουλάχιστον για όσο διαρκούν δύο, ίσως και περισσότερες, βουλευτικές θητείες. Σκέφτεται τώρα ο πολιτικός : «-Τι σκατά ήθελα και έμπλεξα εδώ μέσα ; Για να μου πετάνε αυγά και αύριο πέτρες ; Να διορίσω δεν μπορώ. Να κλέψω δεν μπορώ. Να ζητήσω προμήθεια δεν μπορώ. Όλοι με κοιτάνε με μισό μάτι. Οι δημοσιογράφοι έχουν βαλθεί να με ξεκάνουν. Κινδυνεύω ανά πάσα στιγμή να γίνω πρωτοσέλιδο ή να τρέχω στα ανακριτικά γραφεία. Γαμώ την ατυχία μου, γαμώ».

Και ερωτώ : -Με τι μυαλό και με τί κίνητρο θα δουλέψει τώρα ο κάθε υπουργός, τώρα που ο κόσμος του ήρθε τούμπα ; Το ίδιο ισχύει πάνω-κάτω για τον λαδιάρη εφοριακό, τον πολεοδόμο, τον υποθηκοφύλακα, τον κάθε λίγδη μανδαρίνο, που βλέπει τα πράγματα να σκουραίνουν επικίνδυνα και τα μέχρι τώρα τακτικά του έσοδα από κάθε λογής βρωμιές να περιορίζονται δραστικά. Γι’ αυτό τώρα πας στην εφορία και οι μισοί υπάλληλοι απουσιάζουν από τα πόστα τους, έχοντας δηλώσει ασθένεια.

Η άλλη η ανεκδιήγητη, η μαθητευόμενη μάγισσα, δεν φτάνει που (μαζί με τον προκάτοχό της, του ιδίου φυράματος) μας είχε φορτώσει στο κεφάλι ένα τάνκερ γεμάτο άχρηστα εμβόλια, τώρα θυμήθηκε να καταργήσει και το κάπνισμα από παντού, για να δώσει τη χαριστική βολή στις καφετέριες, στα μπαράκια και στα εστιατόρια Να πάω εγώ να πληρώσω, για να πιώ καφέ χωρίς τσιγάρο. Δε σφάξανε. Οι ευρωπαϊστές της συμφοράς. Του κόσμου τις παραβιάσεις των κοινοτικών οδηγιών έχουν κάνει, μας έχουν λυσσάξει στα πρόστιμα για κάθε πιθανή και απίθανη αιτία και τώρα τους έπιασε η πρεμούρα να συμμορφωθούν ειδικά με την απαγόρευση του καπνίσματος. Τώρα βρήκαν την ώρα. Λες και το κάπνισμα είναι αυτό που θα μας στείλει στον τάφο.

Πείτε καλύτερα στα ίσα ότι δεν γουστάρετε τις δημόσιες συναθροίσεις και πασκίζετε να βρείτε τρόπους να μας χώσετε στα καβούκια μας, να φουμάρουμε κατά μόνας στο μπαλκόνι, αγναντεύοντας την απλωμένη μπουγάδα της απέναντι μαντάμ. Πείτε καλύτερα ότι την τρέμετε τη νικοτίνη, όπως και την καφεϊνη, επειδή έτσι ξελαμπικάρει η κεφάλα μας και μπαίνουμε σε λογισμούς απρεπείς περί της νέας τάξης πραγμάτων. Αυτό είναι όλο το ζουμί. Γι’ αυτό δαιμονοποιούν λυσσαλέα τον Άγιο Καπνό, ενώ αντιθέτως αβαντάρουν κι επιτρέπουν την ελεύθερη χρήση του αλκοόλ οπουδήποτε. Επειδή μας προτιμούν ζαλισμένους, ζαβλακωμένους, να ρουφάμε, να μεθάμε, να πηγαίνουν τα φαρμάκια κάτω. Και με τον φερετζέ της δήθεν απαγόρευσης διάθεσης αλκοόλ στα ανήλικα (λες κι ένα παιδάκι δεκαοχτώ χρονών είναι άτρωτο από το οινόπνευμα), προμοτάρουν κανονικά το σπίρτο, ως τρόπο ζωής, την ίδια στιγμή που παρουσιάζουν με κάθε τρόπο τον μέσο καπνιστή ως άρρωστο πρεζάκια, που πρέπει επειγόντως να προσφύγει σε βοήθεια ώστε ν’ απεξαρτηθεί. Ναι, σπεύδουμε, να πάρουμε τσιχλίτσες νικοτίνης, να μασάμε σαν τις κατσίκες. Να γίνουμε άνθρωποι, επιτέλους.

Και σα να μην έφταναν αυτά, τελικά την πλήρωσαν τη νύφη οι καψεροί οι λιμενικοί, που στα νέα τους καθήκοντα θα εμπίπτει, λέει, ο έλεγχος της τήρησης του μέτρου της καπναπαγόρευσης. Βγήκε ναύτης στη στεριά, για περιπολία. –Δηλαδή, πόσο πιά γελοίοι μπορεί να είναι οι άνθρωποι ; -Ποιός βλάκας σκέφτηκε κάτι τέτοιο και ποιοί βλάκες το υιοθέτησαν ; Έστω, υπό την υποθετική εκδοχή ότι οι λιμενικοί κοπροσκυλάνε και θα πρέπει να τους βρούμε ορισμένη δουλειά να κάνουν, χάθηκε ο κόσμος να ήταν η δουλειά αυτή κάπως συναφής με το αντικείμενό τους ; Όχι μωρέ, να τους στείλουμε στις καφετέριες, να μπουζουριάζουν καπνιστές, να λασκάρουν κι αυτοί οι πολύπαθοι οι άνθρωποι, που δεν προλαβαίνουν να μαντρώσουν τον αιγιαλό, να φτιάξουν μια τόση δα ιδιωτική παραλιούλα κάτω από τη βιλάρα τους κι αμέσως να πέσουν όλοι να τους φάνε. Να χαλαρώσουν λίγο κι οι πρεζέμπορες με τα φουσκωτά, να κάνουν τη δουλειά τους οι άνθρωποι, όχι συνέχεια στην πίεση. Να μπορεί κι ο λαθρομετανάστης να αποβιβαστεί στην ακτή με την ησυχία του, όχι σαν κυνηγημένο ζώο.

Βλέπω τώρα συζήτηση για Καντάφι. Βεβαίως, διότι στο Μαξίμου διάβασαν επιτέλους το από 30 Απριλίου 2010 αφιέρωμα στη βρωμόφατσα (
http://kleftiko.blogspot.com/2010/04/blog-post_30.html) και τελικά ξύπνησαν. Διότι αυτό το μπλογκ ξέρει τί γράφει και πότε το γράφει.

Και μιας και αναφέρθηκα στο μπλογκ, έχω κάποια νέα. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Όταν στήθηκε to Kleftiko, στο πρώτο μόλις επεισόδιο, είχα γράψει :

«Το «Κλέφτικο» είναι για λίγα επεισόδια, πέντε, δέκα, δεκαπέντε, ενδιάμεσος σταθμός. Ίσα ίσα για να μην πάθουμε τίποτε αρθριτικά στα χέρια και δεν μπορούμε μετά ν’ ακουμπήσουμε το πληκτρολόγιο. Ούτως ή άλλως, το Blogspot είναι τρύπα, δεν μ’ αρέσει. Τρύπα πιο μαύρη κι από τον υπόκοσμο του Σικάγο και μάλιστα δίχως καν να διαθέτει το σκοτεινά ενδιαφέρον στοιχείο της γνήσιας παραβατικότητας. Είναι απλώς αχανές, δαιδαλώδες, ανήλιαγο και κρύο. Είναι από τις παραλίες που δεν στρώνεις καν πετσέτα για ν’ αράξεις. Κάθεσαι χάμω μόνο για λίγο, να καπνίσεις ένα τσιγάρο πριν ξεκινήσεις γι αλλού».

Βέβαια, από τότε πέρασαν κιόλας πέντε μήνες και το μπλογκ δυνάμωσε πολύ, φθάνοντας να έχει μακράν μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα από κάθε άλλο αυτοτελές εγχείρημα εκτός Capital,οποτεδήποτε. Αυταπάτες ότι όλος αυτός ο κόσμος μπαίνει καθημερινά για να διαβάσει τί γράφω εγώ, δεν τρέφω. Όλη η ουσία είναι τα σχόλια, από κάτω. Έτσι είναι το μοτίβο κι έτσι ακριβώς θα παραμείνει. Το «Κλέφτικο» είναι διαδραστικό, όχι one man show. Αυτό σημαίνει ότι η επιβίωση του blog σε νέο χώρο προϋποθέτει τη συμμετοχή των ίδιων συντελεστών.

Στήνεται λοιπόν, αυτόν τον καιρό, ένας νέος διαδικτυακός χώρος (έχω την αίσθηση ότι δεν είναι εισέτι έτοιμος) και παρασκηνιακά έχουν ήδη γίνει προσεγγίσεις γνωστών γκουρούδων, για την ενίσχυση του εγχειρήματος. Ορισμένοι έχουν ήδη συμφωνήσει, εξ όσων γνωρίζω. Ο ένας είναι σίγουρα ο Χάρος, που κάτι άφησε να εννοηθεί, πρόσφατα, ενώ υπάρχουν κι άλλοι, που δεν μου πέφτει λόγος να τους αναφέρω. Εννοείται ότι οι τύποι του site θέλουν και το «Κλέφτικο» εκεί, ίσως και περισσότερο απ’ ότι ήθελε η Ρεάλ τον Μουρίνιο.

Το θέμα –και το εξήγησα πώς ακριβώς έχει- είναι ότι για να πάμε, θα πρέπει να συμφωνήσουμε. Δηλαδή, εάν είναι ν’ αρχίσει η μουρμούρα, «πώς και γιατί, κι εδώ καλά είμαστε», τότε να μην πάμε καθόλου. Εγώ ψηφίζω υπέρ των Ηνωμένων Γκουρουδημοκρατιών κι ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του. Κι όποιος απομονωτιστής έχει αντίρρηση, ας μιλήσει τώρα, ειδάλλως ας κρατήσει για πάντα τη σιωπή του.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Τραγωδία, να δουλεύεις με παντόφλες

Είν’ επιλήσμων ο Έλλην, θα του λείπει από τον οργανισμό του το μαγνήσιο, όπως φαίνεται. Πιάνεις ας πούμε κουβέντα για τα παλιά, λες τα δικά σου, σε κοιτάει ο άλλος με το ύφος το βαριεστημένο, «-μωρέ τί μας τσαμπουνάς τώρα ;» κι έπειτα, στη δευτερολογία του, σου αμολάει και το κλασσικό : «-Εγώ δεν ξέρω τί μου λες, εγώ ξέρω ότι επί χούντας οικοδομήθηκε όλ’ η Ελλάδα, έτρωγε ψωμί ο κοσμάκης, ανοίξανε οι δουλειές, δεν χρωστάγαμε φράγκο πουθενά, το δημόσιο δούλευε, ο στρατός λειτουργούσε, στο σχολειό μαθαίναν γράμματα, μπουρ, μπουρ, μπουρ, μπουρ», ενώ συμπληρώνει, για να μην παρεξηγηθεί : «-και ξέρεις βέβαια ότι δεν είμαι νοσταλγός, αλλά η αλήθεια πρέπει κάποτε να λέγεται». -Να λέγεται, γιατί να μη λέγεται ;

Υπ’ αυτό το πρίσμα και εκεί όπου οδηγείται η κατάσταση, υπολογίζω ότι σε καμιά εικοσαριά χρονάκια από τώρα, ίσως και σε λιγότερα, όταν θ’ αναπολούμε τα παλιά, θα λέμε : «-Εγώ δεν ξέρω τί μου λες, εγώ ξέρω ότι επί Κωστάκη Καραμανλή η Ελλάδα έφτασε στο απώγειο, τα λεφτά τρέχαν απ’ τα μπατζάκια μας,πέρναγες έξω απ’ την τράπεζα και σε τραβάγαν μέσα να σου χαρίσουν τη σπιταρόνα με το ζόρι, αμάξι κάτω από δίλιτρο δεν έβλεπες στο δρόμο, τζάμπα κι αυτό, στόλοι ολόκληροι τα φουσκωτά -κι αυτά τζάμπα, όλα δώρο από την τράπεζα-, στα καλά τα μαγαζιά κάναμε ζημιές άνω των πέντε χιλιάδων τη βραδιά, σε άνθη-φυτά, διακοπές από Λονδίνο και πάνω, για να μη σου πω και Μύκονο, εργασία εβδομαδιαία τριήμερος, μετά πεμπτοπαρασκευοσαββατοκύριακου γουήκ-εντ, στρατοί ολόκληροι από Ινδούς μπάτλερς (που τότε τους αποκαλούσαμε «φιλοξενούμενους»), τί Σλάβες υπηρέτριες, τί υπηρετικό προσωπικό εν γένει, αρχόντοι ήμαστάνε, η παιδεία δούλευε ρολόϊ, φίσκα τα ιδιωτικά, ο πολιτισμός προήγετο, όλα τα μεγάλα ονόματα του πενταγράμμου τότε ξεπεπεταχτήκανε, από Μακρόπουλο ίσαμε Μπάστα, μπουρ, μπουρ, μπουρ, μπουρ». Για να συμπληρώσουμε στο τέλος, μην τυχόν και παρεξηγηθούμε : «-και ξέρεις βέβαια ότι δεν είμαι δεξιός, αλλά η αλήθεια πρέπει κάποτε να λέγεται». -Να λέγεται, γιατί να μη λέγεται ;

Πάμε παρακάτω. Μετά την αποκάλυψη του σατανικού σχεδίου, με την εσπευσμένη κατάργηση της προσωποκράτησης για χρέη προς το δημόσιο, ώστε να μην αναγκαστούν να μπαγλαρώνουν τα παιδάκια του συστήματος, σήμερα θα βγάλουμε στη φόρα μια δεύτερη μάκινα που έχουν σκαρφιστεί οι πονηροί καρεκλοκένταυροι του «ευρύτερου δημοσίου τομέως». Πας ας πούμε και κλείνεις μια δουλειά με το δημόσιο, οποιαδήποτε δουλειά, δεν έχει σημασία. Αναλαμβάνεις ένα έργο, υπογράφεις τα χαρτιά, όλα κανονικά, βγαίνει η απόφαση ανάθεσης, προχωράς εσύ, το εκτελείς καθώς πρέπει, παίρνεις και τη βεβαίωση καλής εκτέλεσης, κόβεις και το τιμολόγιο κι είσαι τώρα έτοιμος να πας να εισπράξεις τα συμφωνηθέντα. Και σιγά να μην τα πάρεις. Διότι σ’ αυτό το σημείο, δηλαδή πάνω στο καλύτερο, σκάει μύτη το Ελεγκτικό Συνέδριο και βγάζει τη σύμβαση σκάρτη. Προσοχή, όχι το έργο (αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει), αλλά τη σύμβαση, στην οποίαν ψάχνει να εντοπίσει κάθε λογής τυπικές παραλείψεις στη διαδικασία ανάθεσης, ώστε να βγάλει «μη νόμιμη» τη δαπάνη. Με λίγα λόγια, σου λένε, εντάξει, εσύ είσαι σωστός και την έκανες τη δουλειά που είπαμε, αλλά εμείς τώρα δεν σε πληρώνουμε, επειδή εκ των υστέρων ανακαλύφθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο το συγκλονιστικό γεγονός ότι τη μέρα που σου είχε ανατεθεί το έργο, ο Πρόεδρος του αναθέτοντος ΝΠΔΔ δεν φορούσε κράνος. Ή ότι υπέγραψε τη σύμβαση με πέννα, αντί να την υπογράψει με στυλό, όπως λέει ο κανονισμός. Ή ότι στη σελίδα υπ’ αριθμόν τρία της συμβάσεως, παράγραφος οχτώ, εδάφιο τρία, ακριβώς πάνω στη λέξη «πιστοποίηση» έχει χέσει μια μύγα, που είναι πολύ κακό σημάδι.

Τέτοιες δικαιολογίες. Δηλαδή, πράγματα γελοία, που σε τελική ανάλυση δεν σε αφορούν, όταν έχεις πασκίσει και ξοδευτεί για να φέρεις σε πέρας το έργο που σου ανατέθηκε. Προφάσεις που αφορούν το δικό τους το μπουρδέλο, όχι το δικό σου το μαγαζί. Να πάω δηλαδή κι εγώ αύριο σε κάνα εστιατόριο κυριλέ με την παρέα μου, ίσαμε είκοσι νοματαίους, και καλά να τους κάνω το τραπέζι, να παραγγείλω όλον τον κατάλογο εις πενταπλούν, τί οκρόσκες, τί μπόρς, τί σάσλυκ, φέρε πράμα, συν όλον τον Βόλγα σε αλκοόλ, συν την ορχήστρα από πάνω μας, να μας βαράνε οι μπαλαλάϊκες και τα βιολιά ότσι τσόρνια, κατιούσες, καλίνκες-μαλίνκες, καμαρίνσκαγιες και τα τοιαύτα σουξέ, να έχω τα γκαρσόνια και τις γαλανομάτες να τρέχουν πάνω-κάτω σαν διαβόλοι και τους μαγείρους στην κουζίνα να γίνονται φλαμπέ κι όταν πιά κατά τα ξημερώματα μου έρθει ο λογαριασμός, να τον κοιτάξω καλά-καλά και να δηλώσω του μαίτρ «-μάστορα, δεν πληρώνω». –Γιατί ; Θα πεί τότε ο χριστιανός ορθόδοξος, με τα μάτια γουρλωμένα. Θα σου εξηγήσω το γιατί. Διότι, όταν κάναμε την παραγγελία, ο φιλαράκος μου από δω, είχε πάει στην τουαλέτα, προς νερού του και δεν ενέκρινε ολόκληρη την παραγγελία. Οπότε, ωραίο το μαγαζάκι σας, κύριε Ιγκόρ μου, καλό και το φαϊ σας, αλλά εγώ δεν πληρώνω. Άκυρη η παραγγελία, κατάλαβες κύριε μαίτρ ; Του αμολάω κι ένα ρέψιμο μες στη μούρη και σηκώνομαι και φεύγω. Κύριος ήρθα, κύριος φεύγω.

Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Πες μου καλύτερα ότι είσαι άφραγκος. Πες μου ότι είσαι μπαταχτσής, αφερέγγυος, ανυπόληπτος και λαμόγιος. Όχι εκ των υστέρων να μου βάζεις μπροστινό το Ελεγκτικό Συνέδριο, για «κακό μπάτσο» της υπόθεσης. Άσε πιά που κανείς δεν καταλαβαίνει, τόσα χρόνια τούρκικα, τί διάολο ήλεγχε το Ελεγκτικό Συνέδριο και πέσαμε έτσι όξω.

Από δίπλα έχουμε και τους άλλους, τους «ισόβιους λειτουργούς». Τους δικαστάδες λέω. Ξεσηκωθήκαν κι οι κατήδες και θυμήθηκαν να γυρεύουν κάτι αναδρομικά, που έχουν επιδικάσει οι ίδιοι στον εαυτό τους. -Πάλι αναδρομικά ; -Πάλι αναδρομικά. Αυτοί μόλις ξεμένουνε, τότε θυμούνται ότι έχουνε λαμβάνειν, οπότε βαράει ένας από δαύτους μια προσφυγούλα και πάνε τσούρμο στο δικαστήριο. Γιάννης κερνάει-Γιάννης πίνει. Εδώ δεν έχει ούτε αναβολές, ούτε παρελκύσεις ούτε τίποτα από τα γνωστά, που τραβάει η πλέμπα. Συνοπτικές διαδικασίες. «-Τί θέλετε πάλι κύριε Πρόεδρε ;», ρωτάει από έδρας ο ένας πρόεδρος τον άλλον πρόεδρο, τον μάρτυρα. «-Να μωρέ κύριε Πρόεδρε, εκείνα τα ρημάδια τα αναδρομικά θέλουμε, τί να θέλουμε δηλαδή ;», απαντάει ο άλλος Πρόεδρος. Ό,τι πει ο Πρόεδρος. Οπότε, ο άλλος Πρόεδρος, ο αμερόληπτος , βγάζει γρήγορα-γρήγορα την απόφαση και, ως εκ θαύματος, γίνεται πάντα δεκτή η προσφυγή. –Τυχαίο ; -Δε νομίζω.

Και απειλούν, λέει, ότι εάν δεν τους δώσουν τα αναδρομικά εδώ και τώρα, εκτός του ότι θα κρατήσουν την αναπνοή τους, θα απεργήσουν, λέει, ενώ σε δεύτερο στάδιο θα μπλοκάρουν τη λειτουργία των δικαστηρίων, λέει, ζητώντας χώρους, λέει, ώστε να εργάζονται εντός των δικαστικών μεγάρων και όχι στα σπίτια τους, όπως γίνεται τώρα. Λέει. Δηλαδή, τους κακοπέφτει που δουλεύουν στα σπίτια τους, με τις παντόφλες και τη ρομπ ντε σαμπρ. Εγώ, εάν ήμουν υπουργός δικαιοσύνης (το κλασσικό, το ελληναράδικο «άμα ήμουν υπουργός»), θα τους έλεγα «-ωραία κύριοι, κανένα πρόβλημα, να δουλεύετε εδώ χάμω. Θα σας βάλω εγώ γραφειάκια, το ένα δίπλα στ’ άλλο, να κάθεστε να μελετάτε. Και ράντζα εκστρατείας να σας βάλω, άμα γουστάρετε, να πέφτετε να σαπίζετε, όταν σας πλακώνει η νύστα. Μέχρι ντουσιέρες θα σας βάλω, ό,τι θέλουν οι ισόβιοι λειτουργοί. Αλλά αναδρομικά από μένα δεν παίρνετε, που να χτυπάτε τους κώλους σας χάμω. Ορίστε, στις δουλειές σας τώρα. Όξω απ’ το γραφείο μου, μανδαρίνοι, κράτος εν κράτει».

Όχι, δηλαδή, τί θα υπολόγιζα ; -Ποιούς και γιατί ; Είναι κάτι σπέσιαλ οι δικαστάδες και δεν το ήξερα ; Να καίγεται ο κόσμος, να πετσοκόβονται αποδοχές, να πεινάνε άνθρωποι κι αυτοί να βαράνε το βιολί τους, όπως οι Αυστραλοί λιμενεργάτες εν καιρώ πολέμου, που λέγαμε τις προάλλες ; Σώπα μωρέ. Σιγά τους πεφωτισμένους. Σιγά τα μυαλά. Σιγά τους στυλοβάτες της κοινωνίας. Σιγά τα ωά. Αλλά είναι βλέπεις αυτή η «ισοβιότητα». Όχι απλώς μονιμότητα, ισοβιότητα. Οι μονιμότητες και οι ισοβιότητες μας φάγανε κι η ελιτίστικη αντίληψη που διατηρούν ορισμένοι για την πάρτη τους, ότι είναι υπεράνω καταστάσεων και τα δικά τους τα «κεκτημένα» είναι ιερά και όσια.

Να δω τώρα, ποιός είναι μάγκας απ’ αυτούς, να βγάλει απόφαση εργατική, σαν εκείνου του Λετονού του δικαστή, που έγραψε το ΔΝΤ εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Αλλά, θα μου πεις, και ένας τέτοιος να υπάρξει, μετά θα τη δεί κάπως, ότι δηλαδή έκανε καμιά σπουδαία δουλειά και θα μου ονειρεύεται ίσαμε και προεδριλίκι της δημοκρατίας. Διότι, σ’ αυτόν τον τόπο, έτσι και απλώς κάνεις τη δουλειά σου στοιχειωδώς σωστά, φτάνεις ν’ ανακηρύσσεσαι σε εθνικό ήρωα, γίνεσαι λαϊκός θρύλος, μέχρι και βιβλίο και ταινία, ώσπου στο τέλος σε αναδείχνουν και Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να πηγαίνεις στην Κίνα μετά της συμβίας σου, να γεμίζεις με πραμάτειες τα κοντέϊνερς της Cosco ίσαμε πάνω κι έτσι και βρεθεί κάνας βλάκας τελωνειακός να σου πει να τ’ ανοίξεις, να του κάνεις και τσαμπουκά. «-Ξέρεις ποιός είμ’ εγώ, ρε ;»

-Αμ, δεν ξέρω ;