Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Άργος, ο μεσήλιξ παπαγάλος της Ιθάκης

Ο διανοητικά καθυστερημένος στρατηγός Μακ Άρθουρ, όταν το ΄σκασε σαν λαγός από το Κορεγκιντορ για να μην τον κόψουν φέτες τα Τζαπώνια, είχε υποσχεθεί ότι θα ξαναγύριζε. Πράγματι, ξαναγύρισε, τρία χρόνια μετά. Βέβαια, για να τηρήσει την υπόσχεσή του αυτό το μουλάρι, χρειάστηκε να βάψει τον Ειρηνικό κόκκινο από το πολύ αίμα. Κι αν οι σχιστομάτηδες ναυαρχαίοι και στρατηγοί δεν συναγωνίζονταν σε βλακεία τους ομοιόβαθμούς τους Αμερικάνους (και βέβαια αφαιρώντας από την ιστορία τις δύο χοντρομπόμπες), πιθανόν να είχε ξαναφύγει κυνηγημένος.

Γι’ αυτό λέμε πάντοτε ότι οι Ρώσσοι επιτελικοί ήταν μακράν οι κορυφαίοι γαλονάδες του εικοστού αιώνα, όπως θ’ αναλύσουμε προσεχώς, σε ειδικό άρθρο. Αυτά όλα, συν άλλα τέτοια αμιγώς χρηματιστηριακά κείμενα, στο νέο μπλογκ.

Τέλος πάντων, όπως κι ο ΜακΆρθουρ, έτσι κι εγώ, πιστός στην υπόσχεσή μου, γύρισα εδώ χάμω. Και μάλιστα αναίμακτα. Να πω ότι μου λείψατε, ψέμματα θα πω. Από την άλλη, να πω κι ότι δεν μου λείψατε, πάλι ψέμματα θα πω.

Από σήμερα και στο εξής, παίρνω αναφορά και μετράω κεφάλια. Όποιος λείπει και μετά τις 31 Αυγούστου, θα θεωρείται λιποτάκτης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ειδικά εν καιρώ πολέμου, όπως τώρα, καλή ώρα.

21 του μηνού Ιούλη σήκωνα το αποχαιρετιστήριο καλοκαιρινό μου άρθρο κι έγραφα, ο δαίμονας :

«Περνάμε μια τελευταία βόλτα από την αγορά να δούμε πού βρισκόμαστε. Βρισκόμαστε λοιπόν εκεί ακριβώς που βρισκόμασταν και εκεί θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναβρεθούμε . Εάν δεν μοιραστεί η τράπουλα, να πάνε τα φύλλα στους σοβαρούς παίκτες, σοβαρό παίγνιον δεν αρχίζει, άρα δεν χρειάζεται οι υπόλοιποι (οι ασόβαροι δηλαδή) να σπρωχνόμαστε, καθώς κάνει και ζέστη. Όπως τ’ αφήνω τώρα, έτσι υπολογίζω να τα βρω κι όταν γυρίσω, διότι τα χαρτιά δεν είναι μήτε σκύλοι μήτε γατιά, να ΄χεις την έγνοια τους όταν φεύγεις διακοπές. Ούτε θα πεινάσουν ούτε θα διψάσουν. Άστα λοιπόν ξαμολημένα κι ας πάνε όπου θένε, να βρουν το δρόμο τους μεσ’ στο κατακαλόκαιρο».

Ξαναλέω, 21 του μηνού Ιούλη, δηλαδή πριν ένα μήνα, με τον Γενικό Διακόπτη να κλείνει εκείνη τη μέρα στις 1570 μανάδες με μωρά παιδιά.

Γυρνάω πίσω ο σουρτούκης, έπειτ’ από τόσον καιρό περιπλανήσεων ανά την υφήλιο, από τις φαβέλες του Ρίο μέχρι τη Νήσο του Πάσχατος και τί βλέπω ; -Βλέπω το σπίτι μου αδιάρρηκτο, τα τιμαλφή μου στη θέση τους, τα φυτά μου ξεραμένα, τα μπονζάγια μου τσουρουφλισμένα -τα ψάρια μου όμως ακμαιότατα-, τις βεράντες μου μεσ’ στη σκόνη της Σαχάρας, το γραμματοκιβώτιό μου γεμάτο λογαριασμούς και τον Γενικό Δείχτη στις 1589 μονάδες συν κάτι ψιλά, αμελητέα.

Πετώντας τα φυτά στα σκουπίδια, σκέπτομαι ότι είχα δίκιο ο σατανικός Γκουρού.
«Βρισκόμαστε λοιπόν εκεί ακριβώς που βρισκόμασταν και εκεί θα συνεχίσουμε να βρισκόμαστε μέχρι να ξαναβρεθούμε».

Και ξαναβρεθήκαμε. Και πουθενά δεν πήγανε τα έρμα τα χαρτιά. Πουθενά δεν πήγε ο Δείχτης. Εδώ ήτανε, στο ίδιο ακριβώς σημείο και με περίμενε να γυρίσω πίσω, σαν τον σκύλο του Οδυσσέα, τον Άργο. Επί τη ευκαιρία, μια απορία, εύλογη πιστεύω: Η Τροία για να πέσει άντεξε 10 χρόνια, σωστά ; -Σωστά. Δηλαδή, όταν ο κερατάς ο Μενέλαος πήρε πίσω την ωραία Ελένη βαρέως μεταχειρισμένη, αυτή χρειαζόταν επειγόντως ΚΤΕΟ για να κυκλοφορήσει ξανά όξω. Τέλος πάντων, δεν είν’ αυτό το θέμα μου, ούτε λόγος μου πέφτει εμένανε στα κέρατα των αλλωνών. Άλλο ήθελα να πω. Έλεγα λοιπόν, ότι δέκα χρόνια ο Τρωϊκός και βάλε κι άλλα δέκα χρόνια περιπλανήσεων του Οδυσσέα, που στην πραγματικότητα ήταν μόνο τρία περιπλανήσεων, εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι ο μάγκας τα εφτά από τα δέκα χρόνια έρεψε στης Καλυψούς την κλίνη. Τέλος πάντων, δεν είν’ αυτό το θέμα μου, ούτε λόγος μου πέφτει εμένανε στα καβαλήματα των αλλωνών. Άλλο ήθελα να πω.

Ήθελα να πω δηλαδή, ότι ο Οδυσσέας έλειπε είκοσι χρόνια γεμάτα από το σπίτι του. Άρα, έλεος ρε παιδιά, αλλά και κουτάβι να τον είχε παρατήσει τον Άργο, δεν γίνεται να έζησε το σκυλί είκοσι χρόνια. Κανένα σκυλί δεν ζει είκοσι χρόνια. Ούτε καν τα τσιουάουα. Κι αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν ότι τότενες ο μέσος όρος ηλικίας γενικώς –ακόμη και των τσιουάουα- ήταν χαμηλότερος (ούτε χτηνιάτροι υπήρχανε ούτε τίποτα), φθάνουμε εύκολα στο συμπέρασμα ότι ο Άργος δεν μπορεί να ήτανε σκύλος. Με καμμία Παναγία δεν ήτανε σκύλος ο Άργος. Προσοχή, δεν λέω ότι δεν υπήρχε Άργος. Δεν είμαι ιερόσκυλος να αμφισβητήσω στα ίσα κοτζάμ Όμηρο. Λέω απλώς ότι δεν μπορεί να ήτανε σκύλος ο Άργος. Άλλο ζώο ήτανε.

Ανεξάρτητα από το τί λέει ο Όμηρος, εγώ εχτιμώ ότι ο Άργος πρέπει να ήτανε παπαγάλος αφρικάνικος, απ’ αυτούς τους γκρίζους τους ομιλούντες, οι οποίοι χτυπάνε λίγο-πολύ καμμιά ογδονταριά χρόνια και βάλε. Κορακοζώητοι αυτοί οι παπαγάλοι. Από την άλλη, δεν αποκλείεται ο Άργος να ήτανε ελέφας, διότι κι οι ελεφάντοι ζούνε πολύ, χώρια που διαθέτουν μνήμη φοβερή. Και για να θυμάσαι έναν μπάρμπα που έχεις να τον δεις από μικρό παιδί, απαιτείται ορισμένη μνήμη, όπως και να το κάνουμε.

Θέλω μ’ αυτά να πω ότι πρέπει πάντα να προσέχουμε τί μας σερβίρουν, ακόμη κι αν το γκαρσόν είναι ο ίδιος ο Όμηρος. Πόσο μάλλον εάν είναι κάνας γκουρού της φάπας. Χρηματιστηρικώς ομιλών, υπενθυμίζω πως πριν κάναν μήνα είχα εύστοχα (εννοείται) παρατηρήσει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως των προβλέψεων των βασικών αντιδεικτών μας, η καλύτερη λύση είναι η αποχή.

Συγκεκριμένα, ακριβώς στις 27 Ιουλίου, επεσήμαινα :
«Στην πραγματικότητα, η αγορά εξακολουθεί ατασική. Για να μην υπεισέλθω σε πολύπλοκους συλλογισμούς, αναφέρω απλώς το γεγονός ότι ο μεν Ανάποδος επιμένει long, η δε Ντόρα φρούμαξε και σορτάρει πλέον ο,τιδήποτε σε μετοχές και δείκτες, μέχρι και τον δείκτη της βενζίνης στ’ αμάξι της. Δύο τιτάνιες αντίρροπες δυνάμεις συγκρούονται και ουδείς μπορεί να προβλέψει τον νικητή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν δηλαδή τα συνήθη εργαλεία μας παρέχουν αντιφατικές πληροφορίες, η καλύτερη λύση είναι η αποχή. Εναλλακτικά, εάν βρισκόμαστε ήδη σε διακοπές, καλή λύση είναι και η απόχη ή και κάνα παραγάδι, γιατί όχι ;»

Μάλιστα κύριε. Πάλι άναυδο με άφησα. Ό,τι είπα γίνηκε, δηλαδή τίποτα δεν γίνηκε. Έτσι, ούτε άσκοπες κινήσεις έκανα ούτε χρόνο έχασα ούτε τη ζαχαρένια μου χάλασα, να κοιτάω το ασανσέρ του χαζοπίνακα ν’ ανεβαίνει από το υπόγειο στο ισόγειο και τούμπαλιν. Και σιγά τη διαδρομή δηλαδή. Επειδή όταν λέμε διακοπές, εννοούμε διακοπές. Στο αναμεταξύ, οι γνωστοί γκουρούδες έχουν εναλλαχθεί καμμία εικοσαριά φορές μεταξύ αρκουδιάς και ταυροσύνης, αναζητώντας –λέει- την τάση και περιμένοντας ακόμη το «καυτό χρηματιστηριακά καλοκαίρι, το γεμάτο εκπλήξεις». Ναι, μην ξεχάσετε να βάλετε και πυρίμαχο στολή. Πάει το καλοκαίρι. Καμμία έκπληξη.

Τώρα, το δελτίο καιρού για Σεπτέμβρη λέει ότι θα φάμε κάτι μποφώρια στο κεφάλι, οπότε ας έχουμε τις δραμαμίνες παραμάσχαλα. Θα χορέψουμε καλά, ετοιμαστείτε. Από Σεπτέμβρη λέμε. Θα τα πούμε αυτά, εγκαίρως.

Όπως είχαμε πεί, το «Κλέφτικο» σε λίγες μέρες μετακομίζει. Ίσως μάλιστα να μην λέγεται πλέον καν «Κλέφτικο», θα το δούμε αυτό. Τα μαζεύουμε και πάμε αλλού. Το βέβαιον είναι ότι θα συνεχίσουμε την πύρινη αρθρογραφία μας, πιστοί στις βασικές αρχές του Μπουσίντο, εάν βέβαια εξαιρέσουμε την ευθύτητα, τον σεβασμό, την πίστη, την εντιμότητα, τη μεγαλοψυχία και την αφοσίωση. Εντάξει, είπαμε, αλλά απλοί άνθρωποι είμαστε, όχι σαμουράηδες. Εάν ήταν να τηρούμε κατά γράμμα το Μπουσίντο, θα ήμαστάνε ο μίστερ Μιγιάγκι και θα κονομούσαμε από στιλβωτήρια αυτοκινήτων και σχολές πολεμικών τεχνών. Wax on-Fuck off. Άλλωστε, είδαμε πως πρόκοψε κι εκείνος ο Ντάνιελ-σαν, ο Βαράτε Κιντ λέω, που από τότε που σακάτεψε τους αμερικάνους καρατέκες δεν ξανάπαιξε ούτε σε επεισόδιο του Λάκη του Γλυκούλη.

Και τώρα, λίγο πριν καρφώσω στο έδαφος την ταμπέλα με τη νέα διεύθυνση, δώστε μου λίγες μέρες περισυλλογής και ενδοσκόπησης.